«Το Κτήνος στο Φεγγάρι» του Ρίτσαρντ Καλινόσκι σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη.
Φανταστείτε σε 30 χρόνια από σήμερα να γραφτεί και να παρουσιαστεί ένα θεατρικό έργο με ήρωες ένα νεαρό ζευγάρι Κυπρίων που έζησε την απόλυτη φρίκη το μαύρο καλοκαίρι του 1974 και προσπαθεί να ορθοποδήσει, να μαζέψει τα κομμάτια του με ορίζοντα την επόμενη μέρα. Το χρονικό αυτό χώρισμα, των περίπου 80 χρόνων, είναι ανάλογο αυτού που υπάρχει στο έργο του Ρίτσαρντ Καλινόσκι «Το Κτήνος στο Φεγγάρι» ανάμεσα στην εποχή που συμβαίνουν τα γεγονότα που πυροδοτούν την υπόθεση και την εποχή που έχει γραφτεί και πρωτοπαρουσιαστεί το έργο (1915 -1995). Όσο κι αν τα φρικώδη ιστορικά γεγονότα δεν είναι απλώς μια πινελιά στον φόντο αλλά επιβάλλονται επί των διαδραματισθέντων, το υποθετικό αυτό έργο θα βρει έδαφος για να θίξει ζητήματα του δικού του παρόντος ενώ θα τα έχει πλέον απωθήσει από το πεδίο του βιώματος και της προσωπικής ανάμησης σ’ αυτό της ιστορικής μνήμης.
Ομολογώ ότι μου προκάλεσε δέος η σκέψη αυτή κατά την παρακολούθηση της παράστασης της Θεατρικής Ομάδας Persona, ειδικότερα αναλογιζόμενος ότι ο χρονικός ορίζοντας των 30 ετών δεν φαντάζει δα και τόσο μακρινός. Ας την κρατήσουμε προς προβληματισμό, καθώς αναλύουμε αυτό το τόσο ενδιαφέρον έργο, η δομή του οποίου βέβαια είναι τέτοια που δεν σου επιτρέπει επ’ ουδενί να αγνοήσεις το ιστορικό πλαίσιο. Αλλά δεν σου επιτρέπει ούτε και να παρεκκλίνεις από το καυτό κύριο θέμα που είναι η ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Ο τίτλος είναι μια αλληγορία για το σκότος της αδαημοσύνης που οδηγεί τους ανθρώπους στην τυφλή βία. Για να γράψει το έργο αυτό, ο Αμερικανός Καλινόσκι βασίστηκε στα βιώματα και τις αφηγήσεις των παππούδων της πρώην συζύγου του αναφορικά με το αρμενιστί αποκαλούμενο «Meds Yeghern» -το Μεγάλο Έγκλημα- εντυπωσιασμένος από το ψυχικό σθένος του αρμενικού λαού και την ανθεκτικότητά του απέναντι στη τραγωδία. Χρησιμοποιεί βεβαίως τα επακόλουθα του ολοκαυτώματος από τους Οθωμανούς κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως όχημα για ν’ αναμετρηθεί διά της πλαγίας οδού με μεγάλα και πανανθρώπινα ζητήματα. Ο δραματουργικός πυρήνας παραμένει στη σφαίρα των προσωπικών σχέσεων, με τη σύνθεση ενός συγκινητικού γαμήλιου πορτρέτου. Οπωσδήποτε πίσω από τους τέσσερις χαρακτήρες, το ζευγάρι των Αρμενίων, τον αφηγητή και τον νεότερο εαυτό του, υπάρχουν ενάμιση εκατομμύριο άλλοι, οι σφαγιασθέντες, αλλά και αμέτρητοι ακόμη εκτοπισθέντες, βιασθέντες, πενθούντες.
Ο Αράμ και η Σέτα καθορίζονται από τα γεγονότα και ο καθένας με τον τρόπο του προσπαθούν να απαλύνουν τον αντίκτυπο της φρίκης. Στην αρχή της αφήγησης εκείνος είναι ένας 21χρονος φωτογράφος που μόλις έχει αρχίσει να πατάει στα πόδια του στον Νέο Κόσμο. Υποδέχεται την 15χρονη κατά παραγγελία νύφη που αφικνείται από ορφανοτροφείο της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου εκείνος να εκπληρώσει ένα προσωπικό και ταυτόχρονα εθνικό χρέος προς τους αφανισθέντες συγγενείς του. Ο Αράμ δεν βρίσκει αποτρόπαια την υποβάθμιση της γυναίκας από τον άνδρα, συμπεριφέρεται σαν παραδοσιακός πατριάρχης και καθώς τη βρίσκει στην απόλυτη ανάγκη και απόγνωση ουσιαστικά επιδιώκει να την καταστήσει προέκταση του εαυτού του. Με σπαρακτική λυρικότητα και βραδυφλεγή παλμό, ο Θανάσης Γεωργίου σμιλεύει διεξοδικά και μεθοδικά την πορεία ενός μονόχνωτου, ισχυρογνώμονα, περιχαρακωμένου, εμμονικά προσκολλημένου στο παρελθόν άνδρα, προς τον λυτρωτικό κατευνασμό.
Έχει την τύχη να συνθέτει ένα ιδανικό σκηνικό ζευγάρι με την Παναγιώτα Παπαγεωργίου που αποδίδει στις σωστές αναλογίες όλες τις πτυχές του χαρακτήρα της Σέτας: τη δροσεράδα και την τρικυμία της βασανισμένης νεανικής ψυχής που καθώς ωριμάζει βρίσκει το τσαγανό να αποτινάξει τον ρόλο του παντοτινού θύματος, να επουλώσει τις πληγές και να διεκδικήσει το φως της επόμενης μέρας, κόντρα στις αντιξοότητες. Το ερμηνευτικό κουαρτέτο συμπληρώνει η σταθερή αξία του πολύπειρου Μανώλη Μιχαηλίδη στον ρόλο του ηλικιωμένου αφηγητή και η πειστική απόδοση του Άγγελου Χατζημιχαήλ, που χωρίς να παιδικίζει ενσάρκωσε συγκροτημένα τον κακοποιημένο ανήλικο που βρήκε καταφύγιο στο σπίτι των άτεκνων Αρμένιων.
Μέρος από τα εύσημα για τις ισορροπημένες ερμηνείες πιστώνεται φυσικά η σκηνοθέτιδα Λέα Μαλένη που μετέδωσε και δίδαξε το ξεκάθαρο πλάνο της στους ηθοποιούς. Η όλη της προσέγγιση χαρακτηρίζεται από μια μινιμαλιστική αφθονία, σε συναίσθημα και δραματουργική ένταση, που μετέδωσε στο κοινό τους χυμούς των βαθύτερων νοημάτων και το ανασκίρτημα της έξαψης και της ευαισθησίας. Το περισκοπικό στήσιμο του σκηνικού της Σόσε Εσκιτζιάν στο Wherehaus612 και το αναφορικό ηχοτοπίο του Νεκτάριου Ροδοσθένους προσφέρουν την αίσθηση του απαράκλητου επαναπροσδιορισμού.
Τη συζυγική γαλήνη κλονίζει η στειρότητα και η μακάβρια προσκόλληση στα ενθύμια. Με σημερινούς όρους, πάντως, ο γάμος ενός νεαρού έστω ενήλικα με μια στριμωγμένη 15χρονη αναμφισβήτητα αποτελεί σαφή περίπτωση παιδικής κακοποίησης. Ειδικά εφόσον ο «κύριος Τομασιάν» -όπως για πολλά χρόνια αποκαλεί τον σύζυγό της – απαιτεί από εκείνη να αποτινάξει το παιδί από πάνω της και να εκπληρώσει άμεσα το συζυγικό της καθήκον, προκειμένου να δημιουργήσουν τάχιστα την πολυπόθητη νέα οικογένεια που θα αντιζυγίσει την απώλεια της παλιάς.
Φιλελεύθερα, 28.2.21