Αδάμος Κόμπος, «Η Τουρκαντασρία στη Λεμεσό 1963-64» (εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2020)
Το νέο βιβλίο του Αδάμου Κόμπου συνιστά ένα συγκροτημένο διαφωτιστικό χρονικό και την πρώτη αυτοτελή μελέτη για τα γεγονότα της Τουρκανταρσίας 1963-1964 στη Λεμεσό κατά την κρίσιμη αυτή καμπή της νεώτερης Κυπριακής Ιστορίας, συμβάλλοντας στην ανάδειξη σημαντικών πτυχών της ιστορικής εντοπιογραφίας.
Σύμφωνα με τις βιβλιογραφικές του αναφορές, το τεκμηριωμένο πληροφοριακό υλικό του συγγραφικού του πονήματος αρύεται τόσο από πρωτογενείς όσο και από δευτερογενείς πηγές, όπως από έγγραφα του Υπουργείου Εσωτερικών και το αρχείο του Άριστου Χρυσοστόμου, δημοσιεύματα από εφημερίδες και σχετικά βιβλία, βιωματικές μαρτυρίες μιας πλειάδας εμπλεκομένων, καθώς και από προσωπικές του εμπειρίες.
Μετά τον προϊδεαστικό πρόλογο, όπου ο συγγραφέας επισημαίνει την ανάγκη καταγραφής των νευραλγικών αυτών σελίδων από την ιστορία της γενέτειράς του για τον κάθε μελετητή και κυρίως τις νεώτερες γενιές, ιχνηλατεί αδρομερώς στο πρώτο κεφάλαιο την πολιτικοστρατιωτική κατάσταση στην Κύπρο την περίοδο 1955-1963. Τους αιτιογενείς παράγοντες, ήτοι τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των υποχθόνιων προθέσεων της Τουρκίας και των αυτουργών της για την πλήρη κατάληψη της Κύπρου, σύμφωνα με τις δύο εκθέσεις του Τούρκου συνταγματολόγου Νιχάτ Ερίμ.
Η δημιουργία της πολιτικοστρατιωτικής τρομοκρατικής οργάνωσης Τ.Μ.Τ. με την προσπάθεια εξοπλισμού και την εκπαίδευση Τουρκοκυπρίων στρατιωτών, η χάραξη των τουρκικών σχεδίων δράσης της από τους επιτελείς της Άγκυρας και η αποστολή 21 Τούρκων αξιωματικών είχαν ασφαλώς προηγηθεί της κατάθεσης από τον Μακάριο του εγγράφου προς συζήτηση των 13 σημείων τροποποίησης του συντάγματος. Απέναντι στη συνεχώς εξοπλιζόμενη και εκπαιδευόμενη ισχυρή τουρκοκυπριακή δύναμη 10.000 στελεχών κρίθηκε απαραίτητη η δημιουργία της οργάνωσης «Ακρίτας» και άλλων «ιδιωτικών» λόχων, εφόσον τα σώματα της Αστυνομίας και του Κυπριακού Στρατού ήταν μικτά, για αντιμετώπιση ενδεχόμενων επεισοδίων.
Η αφορμή της έναρξής τους δόθηκε, ως γνωστόν, τα μεσάνυκτα της 21ης Δεκεμβρίου του 1963 στη Λευκωσία με την επίθεση του τουρκοκυπριακού όχλου εναντίον της αστυνομικής περιπόλου, όπου κατά την ανταλλαγή πυρών σκοτώθηκαν δύο φανατικά μέλη της Τ.Μ.Τ. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και μετά τη παρέμβαση των βρετανικών δυνάμεων και τη χάραξη της «Πράσινης Γραμμής», με αποτέλεσμα την αποχώρηση των Τουρκοκύπριων αξιωματούχων, βουλευτών και κρατικών υπαλλήλων από την κυβέρνηση, στοχεύοντας στην ανακήρυξη «τουρκοκυπριακής διοίκησης».
Στο επόμενο κεφάλαιο γίνεται ευρεία αναφορά για τις στρατιωτικές προετοιμασίες των 1500-2000 Τουρκοκυπρίων στη Λεμεσό τόσο σε οπλισμό όσο και σε στελέχωση φυλακίων-πολυβολείων σε γειτνιάζουσες ελληνοκυπριακές περιοχές με την τουρκοκυπριακή συνοικία, την πολιτική και στρατιωτική τους ηγεσία, όπως και τις προκλητικές τους ενέργειες, μεταξύ των οποίων η κατάληψη του Υγειονομείου, μετατρέποντάς το σε γραφεία του «τουρκοκυκυπριακού Δήμου Λεμεσού».
Όσον αφορά στη δομή της στρατιωτικής δύναμης των Ελληνοκυπρίων με αρχηγό τον Άριστο Χρυσοστόμου και Βοηθό Αρχηγό τον Άδωνη Ζαχαρίου, τα τέσσερα Επιτελικά Γραφεία και τη Γραμματεία, διαχωρίστηκε στη διοίκηση πόλεως και στη διοίκηση υπαίθρου. Ως προς τον εξοπλισμό της, μετά την απόρριψη από τον Αβέρωφ στην Αθήνα του αιτήματος για ενίσχυση και την εξασφάλιση παλιών όπλων από χωριά της Μάνης, επινοήθηκαν και κατασκευάστηκαν διάφορα οπλικά συστήματα είτε τροποποιήθηκε ένα βρετανικό άρμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί η υποστήριξη της Εθελοντικής Εθνοφρουράς από τα οργανωμένα τμήματα τροφοδοσίας, των γιατρών και εθελοντριών νοσοκόμων, από τους τεχνικούς τηλεπικοινωνιών και τους ραδιοερασιτέχνες.
Οι πρώτες ένοπλες συγκρούσεις σημειώθηκαν την 9ηΦερουαρίου σε χωριά της Λεμεσού, όπως στον Ασώματο με απρόκλητους πυροβολισμούς των στασιαστών εναντίον θέσεων και σπιτιών Ελληνοκυπρίων, στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής εκδιώκοντας από τη θέση του Ελληνοκύπριο Αστυνομικό και στο χωριό Καντού αποκόπτοντας με οδοφράγματα τον δρόμο. Προκλήσεις που εγκαίρως αντιμετωπίστηκαν, όπως και οι πολυβολισμοί εναντίον οχημάτων αστυνομικών περιπόλων σε σημεία της Λεμεσού. Κινηματογραφική η περιγραφή της διαφυγής των τριών Land Rovers με εκείνο όπου βρισκόταν ασύρματος και τον οδηγό του με επιδέξιους ελιγμούς να το οδηγεί στο εργοστάσιο της ΚΕΟ διάτρητο από τις τουρκοκυπριακές βολές.
Εν συνεχεία παρέχονται λεπτομερείς πληροφορίες για τη διάταξη των πέντε τομέων και λοχαγών(τομεαρχών) της Εθελοντικής Εθνοφρουράς Λεμεσού, όπως και των φυλακίων τους στις στέγες σπιτιών και άλλων υποστατικών, των τοποθεσιών τους, των εθνοφρουρών της στελέχωσής τους και της ηρωικής τους δράσης. Την περιγραφή εποπτικοποιούν οι αντίστοιχες επεξηγηματικές φωτογραφίες και χαρτογραφήσεις. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης ο Λόχος Βαρέων Όπλων Πεζικού και οι τρεις Εφεδρικοί Λόχοι από εκπαιδευμένους νεαρούς.
Σημαντικά κεφάλαια αποτελούν οι μάχες της Λεμεσού και της Μαλιάς. Στις εκτενέστερες σελίδες της πρώτης σημειώνονται τα γεγονότα που την προκάλεσαν την 12ηΦεβρουαρίου 1964 λόγω της απαγόρευσης διέλευσης Ελληνοκυπρίων από το γκέτο της τουρκοκυπριακής συνοικίας, τους πετροβολισμούς και πυροβολισμούς κατά περιπόλων, την παρεμπόδιση υπαλλήλων για είσπραξη οφειλομένων τελών, αποκλεισμούς δρόμων και βιαιοπραγίες, εποφθαλμιώντας συγχρόνως την κατάληψη του αφρούρητου Κάστρου, για να ελέγχουν μεγάλο μέρος της Λεμεσού, κυρίως το παλιό λιμάνι.
Ο συντονισμός δράσης των κυπριακών δυνάμεων πέτυχε την κατάληψη του Κάστρου, την ανακατάληψη του Υγειονομείου, την εξουδετέρωση τουρκοκυπριακών φυλακίων και την ενίσχυση των ελληνοκυπριακών πέριξ της τουρκοκυπριακής συνοικίας με την εκκαθαριστική επιχείρηση της ΒΔ της περιοχής. Η επιτυχής έκβαση της μάχης είχε ως αποτέλεσμα τη μη χάραξη της «Πράσινης Γραμμής» στη Λεμεσό. Μετά τη μάχη της Μαλιάς στις 9 και 10 Μαρτίου 1964 εξουδετερώθηκε η παράνομη δράση των στασιαστών και η παράδοση του οπλισμού τους. Αυτά ως περίγραμμα των όσων αποτυπώνει στο βιβλίο του ο Αδάμος Κόμπος.