Η επιστροφή του μίσους θα φωτίζει πια ακόμη περισσότερο περιπτώσεις σαν αυτή του Καπουτζίδη που επέλεξε να μην κλειστεί στο γκέτο του.
Όσοι κάνουν αυτή τη δουλειά και ασχολούνται ή ανοίγουν παρτίδες με τα σελέμπριτυς ξέρουν πως περιπτώσεις σαν αυτή του Γιώργου Καπουτζίδη σπανίζει – είναι, μάλλον, η εξαίρεση σε μία χώρα που περισσότερο φωνάζει παρά πράττει και που αν κάποιος κεκαλυμμένος φασίστας -καλή ώρα- ξεκινάει να σφυρίζει κλέφτικα ανασύροντας σκωπτικά με περισπούδαστο ύφος και με άλλες λέξεις εκφέροντας εκείνο το «πρεζάκια και γκέι δεν είστε αναγκαίοι» που είχα κάποτε ακούσει σε μια πορεία των φίλων του Κασιδιάρη ενάντια στη δικαίωση του Ζακ Κωστόπουλου η απάντηση έρχεται πυξ λαξ: Με αγωγές. Αντίθετα, ο Καπουτζίδης επέλεξε -καταρχήν- από όλα τα κανάλια που τον παρακάλεσαν για μία συνέντευξη τη Δευτέρα, να βγει τελικά και να απαντήσει στο πιο χαμηλής θεαματικότητας -της ΕΡΤ-, στην πιο δεκτική στην ακοή και όχι στην αγωνία τού να επεμβαίνει κόβοντας στη μέση τις προτάσεις του συνεντευξιαζόμενου παρουσιάστρια -την Παρασκευοπούλου- όχι αγριεμένος, όχι θυμωμένος, όχι αμήχανος στο να βάλει σε «τάξη» τις προσβολές σε φυσιολογικότητα που άκουσε -άρα ο ίδιος «αφύσικος»- χαμογελώντας μεγαλόθυμα στην ανακοίνωση του μεγαλοδικηγόρου. Συγχωρώντας, ίσως, αβλεπεί εξαρχής και κατανοώντας τους «άλλους κόσμους» που πάντα άλλοι θα ‘ναι όσο κι αν στα χαρτιά το 2021 θα σήμαινε ίσως και πρόοδος. Ως ο ίδιος να είχε κουλάρει εδώ και χρόνια τους τρόμους του, να ήταν ήσυχος μέσα στα παλιά του τραύματα, να επέστρεφε τα βλαβερά στις λέξεις βέλη εκεί από όπου ξεκίνησαν, στο ακριβώς αντίθετό του: Στα αποφάγια της κοινωνίας· μιας κοινωνίας απαρχαιωμένης και νοσηρής που μπερδεύει το θάρρος με το θράσος και φοράει τα παντελόνια γιατί «έτσι πρέπει», γιατί «έτσι κάνουν οι άντρες», γιατί άμα δεν γεννοβολάει η γυναίκα «τι σοί γυναίκα είναι», στη λεπτή εκείνη διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει το τραμπούκικο με το ρατσιστικό και δημιουργεί θυμωμένα παιδιά, τους επόμενους βασανιστές-μεγάλους. Ο Γιώργος τα είπε απλά εκείνο το βράδυ:
«Ποτέ, κανένας, δεν κάνει σημαία την ιδιαιτερότητα του. Δεν μπήκε ποτέ κανένα παιδάκι στα εννιά ή στα δέκα στην τάξη του δημοτικού σχολείου με μια σημαία μπροστά. Μπαίνει χαρούμενο να κάνει το μάθημά του και, ξαφνικά, αυτό το οποίο γίνεται, κάποια άλλα παιδιά, το δείχνουν με το δάχτυλο. Κι εκεί ξεκινάει μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία, που πρέπει να αρχίσει να κρύβεται, να φοβάται, να νιώθει ότι απειλείται, καμιά φορά να αλλάζει δρόμο για το πώς θα πάει στο σχολείο. Και είμαι ένας άνθρωπος που την έχω περάσει αυτή τη διαδικασία – και πάρα πολλοί άνθρωποι την έχουν περάσει αυτή τη διαδικασία. Να που βγήκα δυνατός από τη διαδικασία αυτή και αισθάνομαι καλά, δεν κρύβομαι, δεν φοβάμαι και είμαι ευτυχισμένος…Αλλά, για κάποιους ανθρώπους, όσο κι αν δουλέψεις, όσο κι αν μελετήσεις, όσο κι αν προσπαθήσεις, θα είσαι πάντα ένας πολίτης δεύτερης κατηγορίας. Άρα δεν είμαι εγώ αυτός ο οποίος κάνει σημαία την ιδιαιτερότητά του, είναι κάποιοι άλλοι που την ιδιαιτερότητά μου γι’ αυτό που είμαι το θεωρούν βαρίδι, το θεωρούν ντροπή, το θεωρούν μαύρη σημαία».
Σε όλη αυτή τη νοσηρότητα των ημερών με ολοένα και περισσότερους ανθρώπους που από το υψηλό τους βάθρο εκβίαζαν και βίαζαν ανήλικους έφηβους, που η δουλειά δεν σήμαινε εργασία αλλά καλό κρεβάτι, που κάποιος εργαζόμενος στον ΘΟΚ αποφάσιζε με αδιαφανή κριτήρια αμφισβητούμενων τυπικών προσόντων ποιος θα πεινάσει και ποιος θα φάει με χρυσά κουτάλια -ποιος είναι «παρέα» και ποιου το βιογραφικό θα πετάξουμε στο καλάθι των αχρήστων «γιατί έτσι»-, από πού εκπορεύεται ο σεβασμός και ποιο είναι το νοητό όριο του μεγαλοσκηνοθέτη από του παλιανθρώπου, ο Γιώργος ζέστανε το παγωμένο δωμάτιο του φόβου με τα χνώτα της καλής του διάθεσης στον μυρωδάτο λαχανόκηπο που πρέπει να είναι η καθημερινότητά μας δείχνοντας τριανταφυλλιές αντί για τα τσιμέντα που βγάζουν στα άνω διαζώματα που είναι κρύα, με την υπενθύμιση του βασικού αξιώματος της ζωής που λέει πως για να ‘σαι καλός άνθρωπος πρέπει κι η πάστα σου να είναι καλή.
«Σήμερα ο μπαμπάς μου γίνεται 90 χρόνων. Είναι τα γενέθλιά του. Θέλω να του στείλω όλη μου την αγάπη, γιατί ο μπαμπάς μου είναι πολύ περήφανος για μένα. Τώρα έχω φτάσει στο σημείο να βλέπω την περηφάνια στα μάτια του. Ήρθα εδώ, όχι γιατί είμαι πρότυπο· ο πατέρας μου, όμως, είναι. Μακάρι κάποιος πατέρας να κοιτάξει το γκέι παιδί του όπως κοιτάει ο πατέρας μου εμένα: Με περηφάνια».
Τα τελευταία χρόνια, σε κάποιους ανθρώπους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα να είναι (φυσιολογικοί) άνθρωποι. Σε μια κοινωνία που πιστεύαμε μέχρι πρότινος ότι υπερηφανευόταν πως όλα τα κατώτερα από τη δήθεν γαμψή μας μύτη τα είχαμε αφήσει κατά μέρος και τα απομονώσαμε ως κατακάθια άλλων εποχών· εποχών στερήσεων και κεκαλυμμένης ντροπής που κλεινόταν πίσω από κλειστές κάμαρες. Κι οι περισσότεροι -οι αφελείς- είχαμε τη βεβαιότητα πως αυτά τα κατώτερα ένστικτα θα έμεναν για πάντα δυστυχήματα της Ιστορίας στην συνειδητοποιημένη μας πεποίθηση πως όλοι οι άνθρωποι γεννηθήκαμε για το καλό – αμ δε. Αλλά, δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου τελικά έτσι· δεν είναι καθόλου προοδευτικά, δεν αποκηρύσσουν τη μαυρίλα και τον σκοταδισμό ενός ντροπιαστικού παρελθόντος που ο Καιάδας ήταν (και παραμένει απ’ ότι φαίνεται) ο πιο κοινός μας τόπος. Το βλέπεις, άλλωστε, παντού πια ξεκάθαρα: Στα μανιασμένα σχόλια του Facebook, στις κραυγές των δρόμων, στο ανοχύρωτο πεδίο κατοχύρωσης βασικών δικαιωμάτων που έγινε το κράτος, στις ύποπτες συναλλαγές ανθρώπων που εν τέλει νίπτουν τας χείρας τους και χτυπάνε μπατσάκια στο σβέρκο αλληλοστήριξης. Γι’ αυτό και ο Γιώργος -ο κάθε Γιώργος αυτού του υγιούς τρόπου σκέψης- είναι μια ανάσα, μια υπενθύμιση κανονικότητας· αυτό που μετακυλήσαμε τα τελευταία χρόνια στο θυμικό και όχι στο πραγματικό. Είναι ένα καμπανάκι πως την ιερότητα του φυσιολογικού την ορίζει μόνο η προσωπική μας ευτυχία· η ευτυχία εκείνη που μας κάνει να χαμογελάμε ακόμη κι αν πρέπει να απαντήσουμε σε κωμικότητες, σε τύπους διπλανούς μας που πιστεύουν πως κάθε βιασμός, κάθε χαστούκι, κάθε υποτίμηση, κάθε χλευασμός, κάθε «αντριλίκι», κάθε προσβολή, δικαιούται να έχει άλλοθι.
Φιλελεύθερα, 7.3.2021.
xatzigeorgiou@yahoo.com