Πολύς λόγος έγινε μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο για τον διορισμό της πολυμελούς επιτροπής πολιτισμού από τον ΥΠΠΑΝ. Μιας επιτροπής, που συστάθηκε τυχαία, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Προδρόμου, με βάση προσωπικές του επιλογές, αγνοώντας σκανδαλωδώς και συλλήβδην όλες τις εισηγήσεις προσώπων που είχαν κατατεθεί από τα οργανωμένα σώματα των άμεσα επηρεαζόμενων Φορέων και Ομάδων, κατόπιν εισήγησης μάλιστα του ιδίου. Η εν λόγω επιτροπή, διευρύνθηκε εσπευσμένα ένα 24ωρο αργότερα, μετά από τυχαίο και πάλι, τηλεφωνικό κυνήγι προς άγραν θηλέων συμβουλατόρων, προκειμένου να κοπάσει το μαζικό κύμα αντιδράσεων για την σχεδόν παντελή απουσία γυναικών.

Αποκορύφωμα των δηλώσεων του Υπουργού, μετά τον σάλο που ξέσπασε για την αστοχία των επιλογών, ήταν η αναφορά ότι η επιτροπή δεν θα έχει «καμιά ουσιαστική αρμοδιότητα ή σημασία» -γιατί τότε δημιουργήθηκε αλήθεια;- η δε αντίδραση που προκλήθηκε, σχολιάστηκε από τον ίδιο ως «αχρείαστη και άσκοπη», αφού το θέμα είναι «μικρό», και «δεν αξίζει καν τον κόπο.» Και έτσι το θέμα έκλεισε ως λήξαν. Ο καιρός κατάλληλος. Εν μέσω πανδημικής έξαρσης, απαγορεύσεων και περιορισμών, εν μέσω πολεμοχαρών διαθέσεων και πρωτόγνωρων προκλήσεων, εν μέσω σκανδάλων, πολιτικής διαφθοράς και διεθνούς διασυρμού για ξεπούλημα του τόπου, ποιος θα ασχοληθεί αλήθεια με τα «καραγκιοζιλίκια», όπως είχε αποκαλέσει προ τριακονταετίας τις συζητήσεις περί πολιτισμού και καλλιτεχνικής δημιουργίας, παλαίμαχος πολιτικός που αποδήμησεν εις Κύριον; Και το θέμα χάθηκε στα ψιλά, πέφτοντας στις χαραμάδες της πολύβουης επικαιρότητας που χρόνια τώρα αποπροσανατολίζει κι υπνωτίζει.

Αναγκαία διευκρίνιση για όσους ακόμα το αγνοούν: άχρηστοι δεν είμαστε, ούτε ακριβοπληρωμένοι χαραμοφάηδες που ξεγελούν τον νόμο, όπως θέλουν να μας βλέπουν μεμονωμένες απρόσωπες μονάδες της χειραγωγούμενης κοινής γνώμης. Τέτοιοι υπάρχουν πολλοί, σ’ όλους τους χώρους. Ακόμα και στις καλύτερες οικογένειες, όπως αποδείχτηκε προσφάτως. Και τέτοιες στείρες θέσεις, δίχως καν την τόλμη της επωνυμίας τους, δηλώνουν και το έκπτωτο επίπεδο του ταλαιπωρημένου πολιτισμού μας και την ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για ενίσχυση και καλλιέργεια του, κόντρα στο πνεύμα των καιρών. 

Η πανδημία και η επιβληθείσα καραντίνα της Άνοιξης που ζήσαμε όλοι από το σπίτι ξέβρασε στην επιφάνεια με τον χειρότερο τρόπο προβλήματα άλυτα ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του σύγχρονου πολιτισμού και των ανθρώπων του. Ο διάλογος που γεννήθηκε μια -καθόλου τυχαία- μέρα εγκλεισμού, από ανάγκη και αγωνία για το αύριο, με μια πρωτόγνωρη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας των επαγγελματιών από όλο το φάσμα των Τεχνών και του Πολιτισμού (Artists of Cyprus) πέρα και πάνω από κομματικές αποχρώσεις, μακριά από λάβαρα, πελατειακές σχέσεις κι αντιπολιτεύσεις, έδειξε, για μια στιγμή, πως κάπου θα μπορούσε να οδηγήσει.

Για πρώτη φορά, Πολιτεία και Πολίτες που υπηρετούν τις Τέχνες -ναι, κι οι επαγγελματίες των Τεχνών θα έπρεπε να λογαριάζονται ισότιμοι πολίτες αυτού του τόπου- προσηλωμένοι στον κοινό στόχο, αντιμετώπιζαν το πρόβλημα και έδειχναν έτοιμοι να δουλέψουν και να βρουν λύσεις.

Διεκδικήσαμε κι ανοίξαμε διάλογο. Για τα αυτονόητα. Αυτά που ισχύουν σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες. Και τα οποία, στην περίπτωσή μας, δεν ίσχυσαν ποτέ. Για κατοχύρωση των επαγγελμάτων των Τεχνών και χάραξη πολιτιστικής πολιτικής, μέσα από ένα ειδικό σχέδιο κοινωνικής πρόνοιας, το οποίο να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη φύση εργασίας των επαγγελμάτων αυτών, αμιγώς καλλιτεχνικών και συναφών υποστηρικτικών, σε όλο το φάσμα των Τεχνών (Θέατρο, Μουσική, Χορός, Εικαστικά, Εφαρμοσμένες Τέχνες, Οπτικοακουστική Βιομηχανία). Ο ίδιος ο Υπουργός δήλωνε ευγνώμων κι ευτυχής για την πολύτιμη βοήθεια και την αγαστή συνεργασία, προσδοκώντας κι ο ίδιος στην συνέχισή της.

Στο παρελθόν, είχαν αναλωθεί χρόνια προσπάθειας, χωρίς καρπούς, χάρη στην κρατική ακαμψία. Η ευκαιρία και η γνώση ήταν εκεί, και για πρώτη φορά η συλλογικότητα, προκειμένου να υπερπηδήσουμε όλοι μαζί τα εμπόδια. Χρειάστηκαν, από εκείνη την περίοδο του εγκλεισμού μέχρι σήμερα, ατέλειωτες ώρες, μέρες, εβδομάδες, μήνες συνεργασίας, έρευνας, μελέτης και πολύωρων συζητήσεων, προκειμένου να είμαστε σε θέση να εισηγηθούμε στην Πολιτεία λειτουργικές και ουσιαστικές λύσεις. Προχωρήσαμε σε άτυπη χαρτογράφηση των επαγγελματιών των τεχνών, προκειμένου να βοηθήσουμε το κράτος να υπολογίσει βάσει αριθμών και στατιστικών στοιχείων, το υποθετικό κόστος μιας εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης και γι’ αυτή την κατηγορία ανθρώπων, αλλά και για να γνωρίζει επιτέλους τον αριθμό των επαγγελματιών που απασχολούνται στον τομέα αυτό, κάτι που η ίδια η Πολιτεία δεν έκανε ποτέ.

Αφιερώσαμε ανυπολόγιστο χρόνο όλοι οι φορείς, από κοινού και ξεχωριστά, προκειμένου να εισηγηθούμε διορθώσεις, επαναδιατυπώσεις, προσθήκες και αφαιρέσεις προκειμένου να γίνει το λειψό αυτό νομοσχέδιο κατοχύρωσης που είχε ξεθαφτεί από το 2017, βιώσιμο και λειτουργικό, για το οποίο ο ΥΠΠΑΝ δήλωνε εξ αρχής περιχαρής και μακάριος στην άγνοιά του ότι ήταν ολοκληρωμένο κι έτοιμο για κατάθεση και ψήφιση. Εμείς εισηγηθήκαμε τη δημιουργία επιτροπής για επεξεργασία του νομοσχεδίου, θέλοντας να διασφαλίσουμε ότι, πέρα από λειτουργούς και αξιωματούχους του κράτους, αυτή τη φορά θα συμμετέχουν και οι άμεσα επηρεαζόμενοι, ενεργοί άνθρωποι, επαγγελματίες από όλο το φάσμα των Τεχνών, έτοιμοι για διάλογο, συνεργασία και συνεχή διαβούλευση, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το αντικείμενο και την ιδιαίτερη φύση του στην πράξη.

Δεν θα σχολιάσω αν τα άτομα που διορίστηκαν είναι αξιόλογα στον τομέα τους ή όχι. Είναι η άστοχη επιλογή τους στην εν λόγω επιτροπή κι ο συνδυασμός τους που ξενίζει, εκπλήσσει κι εξοργίζει. Ελάχιστοι από αυτούς τους ανθρώπους ασχολήθηκαν με το προτεινόμενο Νομοσχέδιο και το περιεχόμενο του, ελάχιστοι γνωρίζουν τις επιπτώσεις που θα έχει πάνω στους επαγγελματίες των Τεχνών. Ελάχιστοι νέοι, ουδείς εξειδικευμένος νομικός επί Πολιτιστικών Θεμάτων. Ελάχιστοι επαγγελματίες των Τεχνών. Μηδαμινή εκπροσώπηση συγκεκριμένων κλάδων Τεχνών. Όλοι αυτοί οι ακαδημαϊκοί τι σχέση έχουν και τι γνωρίζουν για το πρακτικό μέρος της εργασίας των επαγγελματιών του Πολιτισμού, για τις εγκληματικές από μέρους της Πολιτείας ελλείψεις και παραλείψεις χρόνων, για το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες, για το τι προνοεί η ΕΕ και η UNESCO, και για τα οποία χρόνια αδιαφορεί η πολιτεία να εφαρμόσει;

Γιατί επιλέγηκαν άτομα που δεν είναι ενεργά; Γιατί αγνοήθηκαν παντελώς οι εισηγήσεις; Γιατί ζητήθηκαν εξαρχής; Γιατί ξεκινούμε ξανά από την αρχή; Όλες αυτές οι σπασμωδικές, μονομερείς κινήσεις και αποφάσεις μετά από μια περίοδο διαλόγου και συνεργασίας που έδειχνε να αποδίδει καρπούς και η οποία πετιέται χωρίς εξήγηση στον κάδο αποριμμάτων, τι άλλο εκτός από απογοήτευση, φόβο κι αβεβαιότητα μπορεί να προκαλέσουν; Ενέργειες όπως η ανακοίνωση για διάλυση του Κρατικού Θεάτρου και λίγες μέρες μετά η ανάκληση της είδησης, τι άλλο υποδηλώνουν εκτός από απουσία στρατηγικής, επιπολαιότητα και έλλειψη ουσιαστικής, μελετημένης, στοχευμένης πολιτιστικής πολιτικής;

Ομολογώ ήταν μια καλοστημένη παράσταση. Μας ξεγέλασε. Μας πρόδωσε. Μας έδωσε ψεύτικες ελπίδες. Μας ξεπούλησε. Με τον χειρότερο τρόπο. Τρομάζω για το μέλλον και το τι θα φέρει. Και τι σημαίνει κοινωνία χωρίς Τέχνη. Η Τέχνη είναι συνυφασμένη με την ελευθερία. Και μια κοινωνία χωρίς Τέχνη ή χειρότερα, μια κοινωνία με ευνουχισμένη Τέχνη, είναι μια κοινωνία ανελευθερη, μια κοινωνία παθητική, χειραγωγημένη, εκμεταλλεύσιμη και στείρα. Είμαστε άξιοι της τύχης μας για ό,τι άλλο αφήσουμε να μας συμβεί αν δεν κάνουμε κάτι.

Κύριε Υπουργέ, παραιτηθείτε.

*Ο τίτλος είναι δανεισμένος από την ομώνυμη νουβέλα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

** Η Λέα Μαλένη είναι σκηνοθέτις και η ηθποιός.