«Φάλαινες τον Αύγουστο» του Ντέιβιντ Μπέρι σε σκηνοθεσία Νίκου Καραγέωργου
Θεωρώ αίσια συγκυρία το ανέβασμα της παραγωγής του Σατιρικού Θεάτρου με τις «Φάλαινες τον Αύγουστο» σε μια εποχή οι πολίτες της τρίτης ηλικίας βάλλονται από παντού κι έχουν αυγατίσει οι ψυχοπιεστικοί παράγοντες που καλούνται να διαχειριστούν. Η πανδημία σήκωσε το χαλί κάτω από το οποίο κρύβονται τα «τέρατα» με τα οποία πολεμούν καθημερινά: προβλήματα υγείας, καταπονητική προσωπική προετοιμασία για το αναπόφευκτο που ζυγώνει, αναλωσιμότητα, παραγκωνισμός, απομόνωση –τώρα και εγκλεισμός.
Μπορεί να αντανακλά τη σκοπιά των πρεσβυτέρων, όμως το πόνημα του Ντέιβιντ Μπέρι δεν αφορά αυτούς. Στους νεότερους απευθύνεται. Είναι ένα σημαντικό μάθημα. Όχι μόνο εκτίμησης και αναγνώρισης προς τις συμβολικά σεβάσμιες φιγούρες των παρηλίκων, αλλά κυρίως επίγνωσης ότι η βιολογική ωρίμανση δεν είναι κατάντια αλλά στάδιο, το οποίο μόνο ο θάνατος μπορεί να αποτρέψει.
Το γήρας ου γαρ έρχεται μόνον, αλλά μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι σημασία πια έχουν τα μικρά, τα καθημερινά, τα σημερινά, η επόμενη ανάσα. Καμία τέχνη δεν υμνεί το παρόν όσο το θέατρο. Είναι η τέχνη του Τώρα. Από τη σκοπιά αυτή και με δεδομένες τις καταφανείς τσεχωφικές καταβολές του κειμένου, μπορεί κανείς να το δει ως έναν νοσταλγικό λυγμό για τα προδομένα όνειρα, την εσωτερική μοναξιά, τις απολεσθείσες προσδοκίες, τις ματαιωθείσες επιθυμίες.
Οι ορίζοντες των βορειοανατολικών πολιτειών των ΗΠΑ είναι πλατιοί αλλά και χαοτικοί, ενώ η υγρασία της θάλασσας ποτίζει τη μελαγχολία, τον πικραμό, την αναπόληση. Με μια πρώτη ανάγνωση, το έργο μοιάζει κάπως ελλιποβαρές, αδρανές, ένα πραγματικό ναρκοπέδιο γλυκερότητας και απλοϊκότητας. Με βραδύκαυστη ελεγειακότητα, αλλά και με ράθυμη και ελλειπτική πλοκή, με ασθμαίνουσα εξωτερική δράση, χωρίς βάθος και μεγάλες συγκρούσεις. Σαν να αφήνει άπλετο χώρο για τις εσωτερικές διεργασίες, να πασχίζει να υπογραμμίσει όσα δεν φαίνονται και δεν λέγονται. Το ενδιαφέρον δείχνει να συντηρεί το τρυφερό χιούμορ, αυτή η λυπητερή ευθυμία που μοιάζει να στροβιλίζεται πεισματικά γύρω από τον άξονα του αναπόδραστου. Το δράμα απελευθερώνεται κάπως όταν ο Μπέρι απεκδύεται την τσεχωφική συνταγή, τη στιγμή που προκύπτει η φοβερή προοπτική του μέλλοντος και η συνειδητοποίηση ότι ποτέ δεν είναι αργά για αναθεωρήσεις.
Εντούτοις, όλα αυτά είναι σχηματικά. Διότι πάνω απ’ όλα οι «Φάλαινες» είναι έργο ηθοποιών. Όπως συμβαίνει στο λυρικό θέατρο, η όποια υπόθεση είναι απλώς η αφορμή για να μεγαλουργήσουν οι «μονωδοί». Δεν αρκεί απλώς οι σοπράνο να μην είναι φάλτσες. Πρέπει να είναι πριμαντόνες. Κι εδώ τι έχουμε; Πέντε βιογραφικά που «λυγίζουν» τα σανίδια, πρωταγωνίστριες και πρωταγωνιστές που έχουν εξασκηθεί και παλαιώσει σαν το ουίσκι και προσφέρονται επιτέλους να τους «πιεις», σαν να προορίζονταν πάντα για να ερμηνεύσουν αυτούς τους χαρακτήρες.
Χωρίς να απαρνείται τους προσωπικούς του κώδικες, καθένας τους υπερασπίζεται τον ρόλο του μέχρι τελευταίας ρανίδος, αλλά και στο πλαίσιο μιας ιδιόμορφης συνθετικής συνθήκης. Η θρυλική πεντάδα καταθέτει εμπειρία και σκηνική σοφία που μόνο πάνω στο σανίδι μπορεί να σφυρηλατηθεί. Έχοντας καταπιεί τόσα χιλιόμετρα θεατρικής δράσης, μπορούν αβίαστα πλέον κι ενστικτωδώς, σαν χαμαιλέοντες, να «γίνονται» ο ρόλος.
Είναι ένα έργο ιδίως για τους νέους ηθοποιούς που μπορούν να περάσουν από το Σατιρικό για ένα πολύτιμο masterclass ηθοποιίας. Ένα παράδειγμα ερμηνευτικής επέκτασης ενός κειμένου χωρίς ιδιαίτερο δραματουργικό βάθος. Η μεγαλύτερη ευτυχία για έναν θεατή είναι να ταιριάζει στον ηθοποιό ο χαρακτήρας που υποδύεται. Ή τουλάχιστον να πείθεται ότι αυτό συμβαίνει.
Στο ησυχαστήριο των δύο χήρων αδερφών στο Μέιν τα πάντα δίνουν την εντύπωση ότι αγκιστρώθηκαν στο παρελθόν και θα μας αποκαλυφθούν μόνο μέσα από νοσταλγικές αφηγήσεις. Προστατευτική, ευαίσθητη αλλά και συνειδητοποιημένη, μαθημένη να φροντίζει, η Σάρα της Αννίτας Σαντοριναίου κοιτάζει μπροστά. Η ζωή αρχίζει κάθε πρωί που ξυπνά, ενθουσιάζεται με το παραμικρό, απολαμβάνει τις μικροχαρές, θέλει να ξεσκονίσει το παλιό, λαχταρά και τις τελευταίες εναπομείναντες σταγόνες στο ποτήρι του βίου της.
Η τυφλή, δύστροπη και σταράτη Λίμπι της Δέσποινας Μπεμπεδέλη, βλέπει πολύ καθαρά με τις εικόνες που έχει στη μνήμη. Κι εκεί έχει μείνει. Περισσότερο φοβάται να «δει», τρέμει ν’ αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να χάσει την προσωπική της θεραπαινίδα. Η εμμονή της με τον θάνατο, που θα έρθει τον Νοέμβριο, είναι περισσότερο ένας τρόπος να τον ξορκίσει. Μια πεισιθάνατη όσο κι απέλπιδα οδύνη που τελικά αναδεικνύει ως απόλυτο πρωταγωνιστή τον χρόνο.
Ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγέωργος αφέθηκε στις ντελικάτες ορέξεις ενός θιάσου ιερών τεράτων που συμπληρώνουν οι καταλυτικοί Στέλιος Καυκαρίδης, Λένια Σορόκου και Νεόφυτος Νεοφύτου. Έχοντας εξασφαλίσει τις ερμηνείες, επιλέγει να θέσει τη δράση ως επί το πλείστον μπροστά μας, αξιοποιώντας στο έπακρο την περιστροφική σκηνή, που μοιάζει μ’ ένα καρουζέλ αναμνήσεων. Η συμμετοχή του Πόλυ Χατζηκώστα στους ρόλους του Νοέμβριου και του μεσίτη προσφέρει ανάσες νεαρότητας στις μελαγχολικές απηχήσεις.
Η χρωματικά λιτή σκηνογραφία της Μαρίζας Παρτζίλη κλείνει το μάτι στο τσεχωφικό πνεύμα του έργου, εξυπηρετώντας τις τεχνικές προδιαγραφές της σκηνής, ενώ τα κοστούμια είναι άχρονα και εξόχως λειτουργικά.