«Ο θάνατος του Μπαχ» της Ελένης Ξένου σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παπαλαζάρου.

Άραγε πόσες φορές και με πόσες αφορμές ειπώθηκε η φράση «Είναι μικρός ο τόπος μας»; Σκεφτείτε το διαχρονικά, φανταστείτε την ειπωμένη από ανθρώπους όλων των εποχών, από χείλη επίσημα κι άσημα. Μετρήστε τους πιθανούς συναισθηματικούς χρωματισμούς- θα είναι αμέτρητοι. Κάποιες φορές μ’ αυτήν  εξηγήθηκαν αιτίες τραγωδιών, ή σκεπάστηκαν εκ των υστέρων λανθασμένοι υπολογισμοί, ή αιτιολογήθηκαν νοοτροπίες, κοινωνικά φαινόμενα, ιδιαιτερότητες εθνικού χαρακτήρα. Ας την πάρω κι εγώ σήμερα και να τη χρησιμοποιήσω στον τομέα… δεν τολμώ να πω «μου», στον τομέα που μ’ ενδιαφέρει σφόδρα.

Το ότι ο τόπος μας είναι μικρός, δεν σημαίνει ότι εδώ δεν συμβαίνουν μεγάλα πράγματα. Αντιθέτως, σημαίνει ότι τα έργα των ανθρώπων αυτού του τόπου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, είτε αυτό αφορά πράξεις με αρνητικό πρόσημο, είτε δημιουργήματα εκλεκτών ανθρώπων που έχουν αξία για όλους μας. Τυχαίνει να μην αναγνωρίζουμε τα τελευταία, ίσως επειδή θεωρούμε πιο «in» να κρατάμε μικρά καλάθια, ή ακόμα επειδή χρησιμοποιούμε ως μικροί υπερόπτες ένα μέτρο παγκόσμιας οριζόντιας σύγκρισης στους τομείς των εικαστικών τεχνών, μουσικής λογοτεχνίας, θεάτρου. Θεωρώ ότι στο Θέατρο Μασκαρίνι συμβαίνει κάτι σημαντικό και άξιο της προσοχής μας. Παίζεται το έργο της Ελένης Ξένου «Ο θάνατος του Μπαχ», σκηνοθετημένο από την Αλεξία Παπαλαζάρου και ερμηνευμένο από τον Δημήτρη Αντωνίου.

Αν χρησιμοποιήσω ακόμα μια φράση κλισέ για το θέατρο ως καθρέφτη της κοινωνίας, θα πω ότι οι δημιουργοί αυτής της παράστασης κρατάνε ένα κομμάτι ραγισμένου γυαλιού μέσα στο οποίο προλαβαίνουν να αντικαθρεφτιστούν πολλά. Η Ελένη Ξένου στο πρώτο της θεατρικό έργο, γραμμένο όμως με πέννα λογοτεχνικά ακονισμένη, καταφέρνει να ακολουθήσει ένα πολύ προσωπικό «ρυάκι» («Bach» στα γερμανικά σημαίνει «ρυάκι»), που εκβάλλει από προσωπικά βιώματα και οικογενειακές ιστορίες, από αναμνήσεις για τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν τη δική της προσωπικότητα και κοσμοθεωρία.

Και ακολουθώντας αυτήν την καθόλου ευθεία γραμμή καταφέρνει να φτάσει σε κάτι γενικό, να δείξει στο καθρεφτάκι που έχει φτιάξει, μια πιθηκίζουσα κοινωνία, μια κοινωνία όπου οι ταγοί δεν ντρέπονται για τις αναίσχυντες πράξεις και τα αποπλανητικά λόγια, όπου η κοινή γνώμη δηλώνει πάντα έτοιμη να αποπλανηθεί και μόνο στα πολύ χονδρά αλλάζει, συγχυσμένη, θέση στον καναπέ, όπου η βλακεία των μαχών στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι απελπιστική.

Μια σουρεάλ ιστορία διαδραματίζεται στο τόσο γνώριμο σκηνικό του Ταχτακαλά, μια ιστορία γεμάτη σαρκασμό και πόνο, στην οποία συναντιούνται πρόεδροι-αρχιεπίσκοποι, δήμαρχοι, πουτάνες, τουρίστες και πίθηκοι, στην οποία οι εορτασμοί εθνικών επετείων εναλλάσσονται με μεγάλα projects- φούμαρα. Η ενεργός συμμετοχή της σκηνοθέτιδας Αλεξίας Παπαλαζάρου, της συμβούλου της Ελένης Ξένου στο πριν από έξι χρόνια PLAY ON, στην ουσιαστική θεατροποίηση του κειμένου, επέτρεψε σ’  ένα μονόλογο να αποκτήσει διαστάσεις κοινωνικού έργου.

Για να σταθεί απέναντι στην πιθηκίζουσα κοινωνία χρειαζόταν ένας άξιος άνθρωπος, ως σημείο απ’ όπου πηγάζει η οπτική γωνιά της συγγραφέα. Τι είναι ο Φίλιππος Ιορδάνου, ο έξω από την ευθεία γραμμή, ο κοινωνικά περιθωριακός, ο εσωτερικά ελεύθερος και εξωτερικά πολιορκημένος στο ιδιόκτητο γραφείο κηδειών «Happydeathday»; Είναι άξιος αντίπαλος; Είναι άξιο θύμα; Είναι μάλλον ο εφοδιασμένος με την πνευματική προίκα από τον πατέρα του, με μυαλό και γούστο, με συναισθηματική γνησιότητα, με απέχθεια στα κοινωνικά δήθεν, άνθρωπος που από επιλογή τηρεί τη διαφορετικότητά του, άνθρωπος που για τη συγγραφέα και τη σκηνοθέτιδα του έργου αποτελεί σημείο σύγκρισης/ σύγκρουσης με τους υπόλοιπους που αντανακλώνται στο καθρεφτάκι του έργου.

Ο Δημήτρης Αντωνίου, ηθοποιός για τον οποίο ο συνδυασμός του ανελέητου αυτοσαρκασμού και της αφοπλιστικής ειλικρίνειας είναι κάτι παραπάνω από τα επαγγελματικά εργαλεία, ήταν η ευτυχής επιλογή για τον ρόλο του Φίλιππου Ιορδάνου. Όχι μόνο καταφέρνει να κρατάει το κοινό συνεχώς μαζί του, αλλά και να το περνά από τις καθόλου απλές διαδρομές της υπόθεσης. Εμπιστευόμενοι τους θεατές τους, οι Ελένη Ξένου, Αλεξία Παπαλαζάρου και Δημήτρης Αντωνίου πάνε μπρος πίσω στον χρόνο, ανακατεύουν τις μορφές του παππού, του πατέρα, του Φίλιππου και… του Μπαχ.

Ο ηθοποιός είναι τόσο ανοιχτός με το βλέμμα, το πρόσωπο, τη γλώσσα του σώματός του, που οι θεατές δεν αγχώνονται πως δεν θα καταφέρουν να αρπάξουν την ουσία της υπόθεσης, φτάνει να αφεθούν στην καθοδήγησή του. Μόνος στη σκηνή, δημιουργεί την αίσθηση του όχλου που τον γιουχαΐζει απ’ έξω, συνομιλεί με το πτώμα της μοναδικής πελάτισσας του «Happydeathday», ανακαλεί τη μορφή του πατέρα χρωματίζοντάς την με αγάπη και ειρωνεία ταυτόχρονα, δίνει το μικρόφωνο στον Μπαχ. Είναι αστείος και τραγικός, εναλλάξ και ταυτόχρονα. Είναι…  τρωτός, και αυτό είναι ουσιαστικό προσόν, όταν παίζεις τον κυνηγημένο από τους ανθρωποφάγους.

Νοσταλγία και ειρωνεία συνυφαίνονται στη μουσική του Δημήτρη Ζαχαρίου. Βρίσκω εξαιρετικές τις φωτογραφίες του Χρίστου Αβρααμίδη στο πρόγραμμα της παράστασης, σχεδιασμένο από τον Νεόφυτο Αβραάμ. Θαρρώ πως αυτές εκφράζουν πλήρως την αισθητική του κειμένου και της παράστασης. Τα σκηνικά του Άντη Παρτζίλη, με pop προτάσεις για τα προσφερόμενα από το γραφείο κηδειών μοντέλα φέρετρων, τα ερμήνευσα ως σκληρή ακύρωση του τελευταίου καταφυγίου του Φίλιππου. Και το παράθυρο, μέσω του οποίου ο Φίλιππος επικοινωνεί με τα πλήθη των haters του -ως κορνίζα εκείνου του καθρέφτη που λέγαμε.

Αν έστω και λίγοι αποφασίσουν εξαιτίας αυτού του σημειώματος ότι όταν ανοίξουν ξανά τα θέατρο αξίζει να βρουν το Θέατρο Μασκαρίνι στα Λατσιά, εν μέσω του πιο δυστοπικού αστικού περιβάλλοντος, με τα κατακομματιασμένα σασί να ανοίγουν απειλητικά τα στόματά τους σαν σκελετοί τυραννόσαυρων πάνω από τον τοίχο του διπλανού ομαδικού τάφου αυτοκινήτων, τους δίνω τον λόγο μου ότι θ’ ανταμειφθούν.