Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου «Χωρίς Παραλήπτη»

Οι τραγικές επέτειοι της τουρκικής εισβολής και κατοχής της μισής μας σχεδόν πατρίδας και οι επώδυνες μνήμες του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, των σκοτωμένων και των αγνοούμενων, στις πιο πικρές σελίδες της Νεότερης Κυπριακής Ιστορίας, αναβιώνουν εντονότερα σήμερα κάτω από την απειλή του τρίτου Αττίλα στις θάλασσές μας και την ολοένα αυξανόμενη επιβουλή του βαρβαρικού νεοοθωμανισμού.

Και δυστυχώς, οι επί 46 ολόκληρα χρόνια συνεχείς μας προσφυγές  και οι ακαταπόνητες εκκλήσεις για διεκδίκηση των νομίμων και των δικαίων, των ιερών και των οσίων στη γη των πατέρων μας, εξακολουθούν να μένουν «Χωρίς Παραλήπτη»! Αλληγορικός αλλά και κυριολεκτικός ο τίτλος της ομώνυμης ποιητικής συλλογής της Ρούλας Ιωαννίδου-Σταύρου.

Το βιβλίο μιας αισθητικής και γλωσσικής άρτιας επιμέλειας, που κυκλοφόρησε το 2018 από τις δικές της εκδόσεις «Literatura et Artes», σφαδάζει και στις 50 σελίδες του από τον ακατάπαυστο πόνο, πλημμυρίζοντας τους στίχους, τις λέξεις και τα γράμματα με το αίσθημα της συντριβής και της ματαίωσης, το αίμα των ανεπούλωτων πληγών, αλλά και την ελπίδα μιας κρυφής υπόσχεσης, που ενδυναμώνει ακόμη την ανεξάντλητη καρτερία της απαντοχής. Μιας καρτερικής προσδοκίας, που υπολογίζεται όχι με το μέτρο του πεπερασμένου βίου, μα με την απροσμέτρητη πίστη στη μεταφυσική ή υπερβατική διάσταση της αείζωης ύπαρξης, είτε στην αιωνιότητα της χριστιανικής αθανασίας των ψυχών.

 

Η συλλογή επιμερίζεται σε δύο άνισες ενότητες, με την πρώτη που επιγράφεται «Είσοδος» να περιλαμβάνει στις έντιτλες υποενότητές της τα περισσότερα ποιήματα, ενώ η «Έξοδος», τίτλος της δεύτερης ενότητας, να συγκροτείται μόνο από ένα ποίημα. Η ποίηση αυτή της γνωστής ποιήτριας Ρούλας Ιωαννίδου-Σταύρου αποτυπώνεται άλλοτε ως μια απέραντη επιτύμβια επιγραφή στο μνημείο των, πριν αγνοουμένων και αργότερα ταυτοποιημένων, ηρωικώς πεσόντων του 1974 και άλλοτε ως διακριτά εγχάρακτα επιγράμματα για τον κάθε αγνοούμενο, που είτε ταυτοποιήθηκαν τα άγια λείψανά του και κηδεύτηκαν με τον πρέποντα σεβασμό είτε αναμένουν εισέτι αταυτοποίητα και ακήδευτα.

Για τούτο τα ποιητικά κείμενα δεν θα μπορούσαν παρά να  έχουν συλληφθεί και καταγραφεί ως επί το πλείστον ολιγόστιχα, παρότι μακρόπνοα και εκτενέστερα στις εσωτερικές και υπόρρητές τους προεκτάσεις. Πώς να μην ήταν, αφού στάζουν κόμπο-κόμπο το δάκρυ και αποπνέουν τον σιωπηλό λυγμικό σπαραγμό… Για του λόγου το αληθές αποκωδικοποιούμε ως πρώτο ποίημα αυτό που από τα τρίσβαθα της ψυχής καταθέτει η ποιητική γραφίδα στην παρακαταθήκη των άγραφων, ωστόσο όχι ανώνυμων σελίδων της Ιστορίας μας. Κλίνοντας ευλαβικά το γόνυ και προσατενίζοντας με δέος ιεροτελεστίας τις καθαγιασμένες μορφές των ηρωομαρτύρων μας, συλλαβίζουμε στο μαυρόασπρο οπισθόφυλλο ωσάν σε τιμητικό κάλεσμα πεσόντων, όπως και υπόμνηση στο ανεκπλήρωτο χρέος της Ιστορίας: «Είσαστε / τόσοι πολλοί. / Δεν σας έγραψε / η Ιστορία».

Αξίζει όμως να επισημάνουμε στην προμετωπίδα της συλλογής την αναθηματική επιγραφή, όπου μέσα από τις στιχηδόν αφιερωματικές προσωπικές γραμμές, που διευρύνουν με συγκινησιακούς κραδασμούς την απήχησή τους, μνημειώνεται ο τόπος και ο χρόνος της Ιστορίας μας με τα αιμάσσοντα δεινά των δραματικότερων στιγμών της. Διαβάζουμε: «Αφιερώνεται / στους συμπατριώτες μου Ελληνοκύπριους / και στους εξ Ελλάδος αδελφούς μας / που έπεσαν ηρωικά, κατά την παράνομη / Τουρκική εισβολή στην Κύπρο / το καλοκαίρι του 1974.». Στο αφιέρωμα, που δεν χωρεί τόσα ονόματα ηρωικώς πεσόντων Ελλήνων της Κύπρου και της Ελλάδας,  συμπεριλαμβάνεται, σκοπίμως άγραφο αλλά λίαν εύηχο, το όνομα ενός αθάνατου γενναίου, κουνιάδου της ποιήτριας, του Έφεδρου Ανθυπίλαρχου Δημήτρη Σταύρου.

Στις αποφράδες αυτές μέρες – με γραμματική νομιμοποίηση του πληθυντικού τους – καθώς επιβάλλουν τις πένθιμες μνήμες της ιερής σιγής και τον αναστοχασμό όχι των αχρείαστων λόγων αλλά των ενδεδειγμένων πράξεων, ας αφήσουμε την ποιήτρια να αναπέμψει εκ μέρους όλων πηγαίους στίχους ευγνώμονης οφειλής και ευχαριστήριους ύμνους προς τους ηρωικούς νεκρούς και τους αγνοούμενούς μας μέσα από ένα ταπεινό απάνθισμα νόστου, περισυλλογής και απαθανάτισης της εσαεί ένδοξης μνήμης τους. Και ας ευχηθούμε η ίδια η θεά της ποίησης να εμφυσήσει πνοή ζωής, έτσι που τα έμψυχα αναθηματικά επιγράμματα, φτάνοντας στον προορισμό τους να μην είναι «Χωρίς Παραλήπτη». Σταχυολογούμε χωρίς διαμεσολάβηση περιττών σχολίων:

«[…] Εμείς αλλιώς τους περιμέναμε να γυρίσουν. / Να φανούν από το στενό /  φωνάζοντας “Μάνα γύρισα!” / Κι η μάνα να βγει τρέχοντας / να τους προφτάξει στα μισά του δρόμου / να τους σφίξει στην αγκαλιά της / να τους χαϊδεύει ασταμάτητα το πρόσωπο / να τους δίνει φιλιά, πολλά φιλιά στα μάγουλα / να λέει και να ξαναλέει /  “Γύρισες, παιδί μου! Γύρισες γιόκα μαου!” / Έτσι περιμέναμε τον γυρισμό τους. / Κατάλαβες, τώρα;» («Ταυτοποίηση οστών»). «Η απουσία σας / μετουσιώθηκε / σε αειφόρο παρουσία / σε ζωηφόρο οξυγόνο στις φλέβες μας. / Θέλω να το ξέρετε αυτό, / ηρωικά παιδιά του’74» («Απουσία Ζωηφόρος»). «Άραγε / να φταίει η Ελληνική Ιστορία / που διδαχθήκατε στο σχολείο; / Μήπως αυτή να ευθύνεται / για τον ηρωικό θάνατο; / Αυτή να είναι, όντως, ο ηθικός αυτουργός; / Λέω τώρα…» («Νεκροί Στρατιώτες του 1974»).

«Όταν πολεμούσες τους Αττίλες / κι είπες “Δεν υποχωρώ, / θα μείνω εδώ και θα τους αντιμετωπίσω”, / δεν κρατούσες στα χέρια σου / το ταπεινό τυφέκιο / που βρέθηκε δίπλα στο καμένο σώμα σου. / Το βαρύ βιβλίο της Ελληνικής Ιστορίας / κρατούσες σφιχτά στο στήθος σου, / κι αυτό πρόταξες / και μ’ αυτό τους αντιμετώπισες, / ηρωικέ μου πεσόντα («Πάνοπλος-στον Μήτσιο»). «Δεν ήταν κανείς εκεί. / Μόνος· στο προκεχωρημένο όρυγμα. / Δεν υπήρχαν συναγωνιστές εκεί, / δεν υπήρχαν τα ΜΜΕ / ούτε δημοσιογράφοι/ούτε άλλος κανείς, / για να καταγράψει / το δικό σου “Μολών λαβέ”» («Ήρωας του 1974»).

«Αναχώρηση: Αεροδρόμιο Ελληνικών Ψυχών της Κύπρου / Πτήση: ΚΥ Ελευθερία / Θύρα: Ελεύθερη Γη της Κύπρου / Ώρα Αναχώρησης: Μηδέν / Προορισμός: Διεθνές Αεροδρόμιο Λευκωσίας.» («Τελευταία Πτήση»).