Κώστας Βενιζέλος: «Δώρος Λοΐζου – Οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι» (εκδ. Hippasus, 2019)
Στο βιβλίο έρευνας και οφειλόμενης τιμής στην αείζωη μνήμη του αγωνιστή της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας Δώρου Λοΐζου, ο συγγραφέας του, έγκριτος μαχητικός δημοσιογράφος και πανεπιστημιακός καθηγητής της δημοσιογραφίας, επιτείνει διευκρινιστικά τον τίτλο με τον προϊδεαστικό τού περιεχομένου υπότιτλο: «άγνωστα ντοκουμέντα – χειρόγραφα σημειώματα / η συγκάλυψη ενός πολιτικού εγκλήματος». Είναι όσα τεκμαίρονται στις 173 υπομνηματισμένες σελίδες μέσα από τις αποκαλυπτικές προφορικές και γραπτές μαρτυρίες, που διανθίζονται με ενδεικτικά φωτογραφικά στιγμιότυπα, αδημοσίευτα αυτόγραφα μηνύματα και πρωτοσέλιδα εφημερίδων, που η διεισδυτική ρηξικέλευθη γραφίδα του Κώστα Βενιζέλου έφερε στο φως την περσινή χρονιά.
Στην ευσύνοπτη εισαγωγή του, που συνιστά επιλεκτική επιτομή εμφατικών πτυχών από τη ζωή, την πολυδιάστατη φυσιογνωμία, την ποίηση και τις επαναστατικές κοινωνικο-πολιτικές ιδέες, καθώς και το τραγικό τέλος του Δώρου Λοΐζου, αφού αναφέρεται στις προγενέστερες εκδόσεις των ποιητικών κυρίως απάντων του («Ψωμί και Ελευθερία»), επισημαίνει τα κίνητρα της σημαντικής αυτής βιογραφικής και ιστορικής μονογραφίας: «Με την απόσταση του χρόνου, αλλά και με πολλά νέα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα, η προσπάθειά μου ήταν να γίνει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του ανθρώπου, του αγωνιστή, του ποιητή και λογοτέχνη. Να υπενθυμίσει σε όλους πως η δολοφονία του παραμένει επισήμως ανεξιχνίαστη (!) υπό την έννοια ότι δεν τιμωρήθηκε κανείς!».
Δεν παραλείπει επίσης να υπομνήσει τις πηγές του συγγραφικού του επίπονου εγχειρήματος, τόσο το αρχείο του πατέρα τού Δώρου, Βύρωνα, για την πρόσβαση στο οποίο, όπως και για την όλη συνεργασία πολύτιμη υπήρξε η συνεισφορά της αδελφής του Δώρου, Αθηνούλας Λυμπουρή, όσο και η κατάθεση ζωντανών βιωματικών μαρτυριών μαζί με τα δημοσιεύματα της εποχής και την κατοπινότερη σχετική αρθρογραφία.
Η πρώτη ενότητα, που επιγράφεται «Η ζωή και η προσωπικότητά του», ιχνηλατεί την πολυκύμαντη πορεία και την πολυσχιδή δράση ενός ανήσυχου αεικίνητου πνεύματος, καθώς και τις καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του αγνού ιδεαλιστή των «απέραντων» και «απύθμενων», κατά την έκφρασή του, πανανθρώπινων οραμάτων.
Δεκαπεντάχρονος ήδη μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου, είχε ενεργή συμμετοχή στη νεολαία της ΕΟΚΑ (ΑΝΕ), ενώ το 1963 λάμβανε μέρος σε άλλα, σκηνικά αυτή τη φορά, δρώμενα, φοιτώντας με τον επιστήθιο φίλο του Γιώργο Νικολάου στη Σχολή Θεάτρου των Θ. Σακέττα και Κ. Μιχαηλίδη. Πέρα από το θέατρο, καταγράφονται οι ενασχολήσεις και οι επιδόσεις του σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα: άκουε μουσική, ζωγράφιζε λαμβάνοντας μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, διάβαζε και στοχαζόταν μέσα από συζητήσεις πάνω σε θέματα ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και πολιτικής, με αντικομφορμιστική διάθεση και ενταγμένος στην Aριστερά, με βαθιά δημοκρατική συνείδηση σκεφτόταν το μέλλον του ελληνισμού μετά τον εμφύλιο. Έγραφε επίσης, μετέφραζε Λατινοαμερικάνους ποιητές και δημοσίευε ποιήματά του, που απαγγέλλονταν στην μπουάτ «Κύκλος», στέκι διανοουμένων της εποχής στη Λευκωσία.
Σημειώνεται, επίσης, πλειάδα γεγονότων και πολύπλευρων αγωνιστικών δράσεων, σύμφωνα με τις αφηγήσεις των ανθρώπων που έζησαν από κοντά τον Δώρο και με παράθεση δικών του κειμένων είτε άλλων γραπτών τεκμηρίων, που αναδεικνύουν τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα, την παιδεία και τις προοδευτικές του απόψεις, τις πολιτικοποιημένες κινητοποιήσεις και τις αποτελεσματικές παρεμβάσεις του στο εξωτερικό και στην Κύπρο. Ενδεικτικά, στη διάρκεια των ξενοδοχειακών του σπουδών στη Ρόδο (1966-1968), οι αρχές της σχολής τον απέβαλαν διά παντός, επειδή σε εθνική εκδήλωση σκέπασε με την ελληνική σημαία τη φωτογραφία του βασιλιά. Στο πλαίσιο των εξωπανεπιστημιακών του δραστηριοτήτων στη Βοστώνη, όπου σπούδασε Ιστορία (1968-1972), σκηνοθέτησε τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο» του Καζαντζάκη, ενσαρκώνοντας τον κύριο ρόλο και οργάνωσε σεμινάριο για τη Νεοελληνική γλώσσα.
Εξάλλου, επιστρέφοντας στην Κύπρο με την Αμερικανίδα σύζυγό του Βαρβάρα Μπελ, συνέχισε με επιτυχία τη διδασκαλία θεατρικών έργων στην Αγγλική Σχολή, όπου εργάστηκε ως καθηγητής από το 1972 μέχρι το 1974, ενώ, πλην του ένθερμου ενδιαφέροντός του για επανέκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Κυπριακά Χρονικά», καταδεικνύεται η έγνοιά του για τη γλώσσα μέσα από την αλληλογραφία του με τον νεοελληνιστή φιλόλογο και εκδότη των «Τετραδίων του Ρήγα» Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεμβρινό), που δημοσίευσε ο Θεοδόσης Πυλαρινός. Την καινοτομία του μονοτονικού συστήματος που είχε εφαρμόσει ο «δάσκαλος», είχε ενστερνιστεί ο Δώρος, και ως οργανωτικός γραμματέας της ΕΔΕΝ και υπεύθυνος της «Σοσιαλιστικής Έκφρασης» θα την καθιέρωνε στο εκφραστικό όργανο της σοσιαλιστικής νεολαίας της Κύπρου.
Ο συγγραφέας τιτλοφορεί τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου «Η Δολοφονία», όπου, ανατρέχοντας στα συγκλονιστικά συμβάντα, από το εγκληματικό πραξικόπημα μέχρι εκείνο το πρωί της αποφράδας 30ής Αυγούστου του 1974, εστιάζει στο φως του δημοσιογραφικού του προβολέα τις οιονεί επεισοδιακές σκηνές αστυνομικού θρίλερ, με κορύφωση τη στυγερή δολοφονία του Δώρου Λοΐζου και με θύμα τον Χρυσήλιο Μαυρομμάτη.
Ο τόπος του αποτρόπαιου εγκλήματος, κοντά στο περίπτερο ΟΧΙ, θα σηματοδοτούσε τη δημοκρατική αντίσταση κατά των φασιστικών φονικών οργάνων της ΕΟΚΑ Β και ενεργούμενων της ΣΙΑ, με πρώτιστο στόχο τον Πρόεδρο του Σ.Κ. ΕΔΕΚ Βάσο Λυσσαρίδη, ο οποίος, μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του, τόσο σε συνεντεύξεις και τις καταθέσεις του κατά τη θανατική ανάκριση στο δικαστήριο, όσο και κατά τις συνεδριάσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων, που με τις άλλες μαρτυρίες στοιχειοθετούν τα δύο Παραρτήματα του βιβλίου, είχε απερίφραστα τονίσει την άμεση εμπλοκή της αστυνομίας στο βδελυρό αυτό πολιτικό έγκλημα, ένα από τα μεγαλύτερα της νεότερης κυπριακής ιστορίας. Ένα «ανεξιχνίαστο!» έγκλημα με γνωστούς και «ελεύθερους» τους δολοφόνους κατά τον Κ. Βενιζέλο, και το κράτος να αδυνατεί στη διαλεύκανσή του…