Η ποιητική συλλογή της Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου «Πανσέληνος» (εκδ. Αρμίδα, 2020).
Ευνοϊκή η διττή συγκυρία της συμμετοχής τής Μόνας Σαββίδου Θεοδούλου σε ποιητική βραδιά, στη Βάσα Κοιλανίου, με θέμα «Πανσέληνος 2019 από τον Πενταδάκτυλο» στις 14.9.2019, Μέρα Μνήμης και Τιμής στη Μικρά Ασία, όπως αναφέρει στις επεξηγηματικές τελευταίες σελίδες τού νεοεκδοθέντος βιβλίου της. Αν το έναυσμα της κατανυκτικής εκείνης «πασιφαούς» μέθεξης τής χαρίστηκε ως έμπνευση για τη μονολεκτική αποτύπωση του τίτλου στην ομώνυμη ποιητική της σύνθεση, η ημερομηνιακή σύμπτωση θα δόνησε τις πιο ευαίσθητες χορδές τής καλής μας ποιήτριας με τη μικρασιατική καταγωγή και προέδρου του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου.
Αλλά και η συνήχηση, επίσης, της ποιητικής φωνής με τη φιλολογική της σκευή αινίσσεται τον υπόρρητο συνειρμό της επίκλησης στην «Πανσέληνο» μέσα από τον Ορφικό και Ομηρικό Ύμνο της σελήνης. Της πανσελήνου, κατ’ ακρίβειαν, όπως εμφαίνουν αντιστοίχως οι επιθετικοί της προσδιορισμοί, ήτοι «φέγγει τρισσώ λαμπομένη»(που λάμπει με τριπλό φέγγος) και «εσπερίη, διχόμηνος»(βραδινή κι ολοφέγγαρη». Ευθεία προσέτι η αναγωγή του στίχου «το άγαλμα της φωνής» στην Ορφική μεταφορική προσωνυμία της σελήνης «νυκτός άγαλμα».
Η αξιόλογη αυτή ποιητική σύνθεση συνιστά πολλαπλή και σε επάλληλους κύκλους συνομιλία της ποιήτριας τόσο με άλλους δημιουργούς όσο και με τους αλληγορικούς συμβολισμούς της δημιουργικής της σύλληψης. Συγκεκριμένα, η ίδια επισημαίνει στις «Ευχαριστίες» της το ευτυχές συναπάντημα με τον ομότεχνό της Γάλλο ποιητή Yves Bergeret, από το βιβλίο του οποίου «Fer, feu, parole» («Σίδηρος, Πυρ, Λόγος») δανείζεται στον προϊδεασμό του δικού της πονήματος την τιμητική προμετωπίδα: «Το βουνό είναι ο τρίτος σου πνεύμονας».
Σε συλλειτουργία οιονεί ιεροτελεστίας οι εκκλησιαστικές και μοναστηριακές εικόνες από το αρχείο του συζύγου της, του αείμνηστου επιφανούς γλύπτη Θεόδουλου, που δεν αποτέλεσαν πρότυπα μόνο για τις δικές του αγιογραφίες, αλλά και για τα βυζαντινότροπα χαρακτικά του Γιώργου Κωνσταντίνου με εμβληματικές συνδηλώσεις κυπριακής παραδοσιακής εντοπιότητας. Ενδεικτικό το εικαστικό προανάκρουσμα, που παραπέμπει στο «παράθυρο της Ρήγαινας» στο Αββαείο του Πέλλαπαϊς, καθώς και οι χορευτές βρακοφόροι «πρόγονοι των προπατόρων των πατέρων μας» με φωτοστέφανα αγίων και αγγελόμορφες φτερούγες, που μεταρσιώνουν τις πλαστικές τους φιγούρες. Τα αριστοτεχνικά σχέδια δεν φιλοτεχνούν απλώς διανθίζοντας τους στίχους, αλλά συνυπάρχουν διαλεκτικά σε μιαν επιλεκτική εξεικόνισή τους.
Από τον πρώτο στίχο η ποιήτρια μάς καθιστά κοινωνούς της μυσταγωγικής ανάτασης και της ενδόμυχης ικεσίας της προς το φεγγάρι: συμβολικό υποκατάστατο πνευματικής επικοινωνίας και δεητικής προσευχής στην προστατευτική και δοτική θεία δύναμη του συμπαντικού της κόσμου, που ταυτίζεται με τον σκλαβωμένο της τόπο και τον χρόνο του ατελεύτητου σπαραγμού. Με αυτή τη «δύναμη/αρχέγονης προσευχής/όπως σε παράσταση μυστηρίων/και παθών» θα καταθέσει σε εξομολογητικούς στίχους αναστοχαστικής ενδοσκόπησης την ενσυνείδητη συντριβή, καθώς και σε μιαν τετράστιχη ολιγοσύλλαβη στροφή με χαμηλούς τόνους παρακλητικού συλλογικού δέους θα μεταπλάσει την απόγνωση σε ελπίδα προσμονής. Η μετάβαση από την αποστροφή του δεύτερου ενικού στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο της ενσυναίσθησης και της συνευθύνης εξυπακούεται από «τα λάθη», «το πάθος» αλλά και «το άδικο», «από το θράσος των πολεμίων/και του διχασμού.». Έτσι συνοψίζει επιγραμματικά: «Απεγνωσμένοι, ανάξιοι/ικετεύουμε/να κοπάσει/ο σάλος της καρδίας μας.» «Ικετεύουμε/η δρόσος τ’ ουρανού/ν’ αγγίξει τη γη/που διψά».
Εύγλωττη, επομένως, η αποκωδικοποίηση στη δική μας επώδυνη πρόσληψη της καταφυγής στο φεγγάρι, για την αποκρυπτογράφηση των «αλλότριων μηνυμάτων»: «Φεγγάρι, φύλαξε τα λόγια μου./[…]//Οξειδωμένο και πανώλεθρο το βουνό/με τα Εκατό Σπίτια της Ρήγαινας/σκοτεινά/σ’ ατενίζει,/ξενητεμένο χωρίς ξενητειά.//Σπαράγματα βλέπεις του χρόνου/να εκτοξεύονται/μηνύματα σημαίας αλλότρια./Αθέατες οι φωλιές των αετών./Έχεις μόνο τον Άγιο Ιλαρίωνα/να σου γνέφει/και τους μάρτυρες της Καντάρας/να κάνουν σινιάλο./Από το ύψος/της ταπεινοφροσύνης.//[…]Το βουνό/γιγάντιο προσωπείο/του πόνου.//».
Και στην αμέσως επόμενη στροφή με τις οδηγίες ή τις «Σκέψεις του Henry Moore περί Γλυπτικής», ανακαλώντας μέσα από το θησαυρισμένο εγχειρίδιό του έναν άλλο διάσημο συνομιλητή, υπαγορεύει την αναγκαιότητα της ταύτισης με το βουνό και την ιστορική του μνήμη. Καίτοι δεν κατονομάζει τον Πενταδάκτυλο παρά μόνο με ειρωνικό υπαινιγμό μετωνυμίας ως «το βουνό/παλάμη ανοικτή» είτε συνεκδοχικώς τις ακριτικές του κορυφογραμμές, μνημειώνει το σύμβολο της σφαδάζουσας ημικατεχόμενης πατρίδας.
Ωστόσο, συγκινησιακή η φόρτιση του βουνού, καθώς εξαγιάζεται κάτω από τον θεόπνευστο χρωστήρα περιώνυμων αγιογράφων και επευλογείται από τη σύναξη αγνώστων αγίων με αρχαιοελληνικά αγιώνυμα όχι σε μιαν ετερόκλητη σύμφυρση αλλά σε συνεκτική εναρμόνιση του ελληνοχριστιανικού μας βίου και κατά προέκταση της γης «των αδήλωτων νεκρών» και «των αγνοουμένων», που δεν ανέχεται άλλο την αλλοίωση της χριστιανικής ελληνικότητάς της. Εξ ου και οι αρχαιώνυμοι άγιοι «σε κατά μέτωπον στάση/περιμένουν τη σάλπιγγα,/βουβοί στα τοξοθόλιά τους.».
Στη σκηνική υποβλητική εικονοποιία τα δρώμενα και οι αφηγηματικές περιγραφές με τα ευφάνταστα συμβολικά τους σχήματα και ηχοχρώματα, από τα ανάγλυφα αποτυπώματα του παρελθόντος έως τα απεικάσματα του παρόντος και μέχρι τα προοιωνιζόμενα του μέλλοντος δεν ακολουθούν παρατακτική ή ανελικτική τροχιά προς την ωσεί κορύφωση του δράματος, αλλά συστρεφόμενα και ανακυκλούμενα συναρθρώνουν τη σπονδυλωτή αυτοτέλειά τους στην ενότητα της πολυσύνθετης ποιητικής ιδέας και της επικολυρικής-δραματικής της σύνθεσης. Επίμονο το κέλευσμα της ποιήτριας στο φεγγάρι, καθώς σκηνοθετεί φωτίζοντας με τα επιδέξια σύνεργα της τέχνης της τα ακροτελεύτια ποιητικά συμφραζόμενα: «φόρεσε προσωπίδα/να ιερουργήσεις./Να διευκολύνεις/την κατανόηση του δράματος.//[…]/Εξορκιστής γίνε/του Μινώταυρου./Να φέρεις,/προσωπιδοφόρε,/με τη νυχτερινή σου τελετή/τη λειτουργία της ειρήνευσης/το χαίρε των Μυροφόρων.//Προστάτευε το βουνό/και/φέγγε μου/να ξαναπερπατήσω,/φέγγε μου/να ξαναπερπατήσω/στο βουνό.».