«Περπατώντας στις Όχθες του Πεδιαίου Ποταμού» της Άννας Μαραγκού σε διασκευή/ σκηνοθεσία Βαλεντίνου Κόκκινου
«Τι χρειαζόμαστε τις ιστορίες που δεν είναι καν αληθινές;» Την ρητορικής δυναμικής αυτή ερώτηση απευθύνει ο Σαλμάν Ρούσντι, στο γνωστό παραμύθι «Ο Χαρούν και η θάλασσα των ιστοριών». Βέβαια, ο ίδιος βρίσκει τρόπο να δώσει την απάντηση για τον ήρωά του: τίποτα δεν έρχεται απ’ το τίποτα, καμία ιστορία δεν προέρχεται από το πουθενά. Καινούριες ιστορίες γεννιούνται από παλιές κι είναι οι νέοι συνδυασμοί που τις καθιστούν καινούριες.
Εντούτοις, για τους θεατές της παράστασης «Περπατώντας στις Όχθες του Πεδιαίου Ποταμού» και –βεβαίως- για τους αναγνώστες του ομώνυμου βιβλίου της Άννας Μαραγκού, αυτό το ερώτημα δεν τίθεται καν. Διότι οι 31 ιστορίες που διηγείται η συγγραφέας (16 «ποδά» και 15 «ποτζεί») είναι κάτι παραπάνω από αληθινές. Ξεπηδούν μέσα από τη ζωή και την ιστορία, μέσα από τον χώρο και τον χρόνο, διυλισμένες μέσα από ένα κρουστόφαντο πλέγμα οντολογικών φίλτρων και υπαρξιακών προβληματισμών.
Πέρα από την πόλη της, στη μνήμη του ποταμού που διασχίζει την πεδιάδα και αψηφώντας τη γραμμή, η Άννα Μαραγκού αναπολεί το μέλλον. Λαχταρά την ευλογημένη εκείνη μέρα που ο Πεδιαίος θα ξανακατέβει ορμητικός -όπως συνέβη το 1330- για να παρασύρει στο διάβα του βαρέλια, διαχωριστικές γραμμές, πολυβολεία, σάκους άμμου για «να καθαρίσει τη γη και να πάρει πίσω το ταμάχι του». Προς το παρόν, περπατά στην όχθη του κι ονειρεύεται το παρελθόν, παραθέτοντας ντοκουμέντα ποιητικά αναδημιουργημένα, προσεγγίζοντας την ιστορία και την ανθρωπογεωγραφία, τα τζιβαέρια και τις πληγές της πόλης, μέσα από μια ματιά οικουμενικά προσωπική. Είναι σαν μας ξεναγεί στον κήπο του σπιτιού της, ανακαλύπτοντάς τον ξανά. Πρόκειται όμως για μια ξενάγηση βιωματική και ιαματική, γεμάτη αγαλλίαση και σπαραγμό, βουτηγμένη σ’ ένα απόσταγμα εμπειριών: μια ιδιωτική όσο και αναστοχαστική κατάδυση στα σπλάχνα των δρόμων, των κτηρίων, των ανθρώπων, των γεγονότων.
Θα μπορούσα να φανταστώ μια παράσταση, ή ένα υβρίδιο δρώμενου- περιπατητικής ξενάγησης, που θα λάμβανε χώρα εν κινήσει κατά μήκος της όχθης του ποταμού ή/και της νεκρής ζώνης. Μια περφόρμανς κινούμενης αφήγησης που θα ακολουθεί οριζόντια και –κυρίως και ταυτόχρονα- θα τέμνει εγκάρσια κάθε είδους νοητές και ανόητες γραμμές. Πάνω απ’ όλα, θα ήταν μια πρόταση αλληλεπιδραστική, με τους πεζοπόρους θεατές συνδράστες της καλλιτεχνικής συνθήκης. Κάτι σαν τις περιηγήσεις του «Historic Cyprus», αλλά φιλτραρισμένες μέσα από μια αιρετική καλλιτεχνική ματιά.
Θα στοιχημάτιζα ότι από το μυαλό του Βαλεντίνου Κόκκινου πέρασε μια ανάλογη, φιλόδοξη ιδέα. Το ίδιο γρήγορα, φυσικά, θα έπρεπε να την εγκαταλείψει δεδομένων όλων των αντίξοων τεχνικών παραμέτρων, που φουντώνουν υπό τη σκιά και των περιοριστικών αστερίσκων της πανδημίας. Ο ενθουσιασμός και η βαθιά επιθυμία της ενασχόλησης μ’ ένα καλλιτεχνικό πρότζεκτ που θα προέκυπτε από τη δραματοποιημένη ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου οδήγησε τον ίδιο και τους συνεργάτες του στην αμέσως επόμενη καλύτερη επιλογή. Έτσι, επέλεξε ένα αντιπροσωπευτικό, φορτισμένο και –αναπόφευκτα- λειτουργικό σημείο με σκοπό να μετακινήσει το «βουνό» προς τον Μωάμεθ. Να χωρέσει δηλαδή αυτή την ξενάγηση στη φαντασία μας.
Με τον τρόπο αυτό, στη γωνία της Επτανήσου με την Λιδίνης, έξω από το καφενείο Χαράτσι, δημιουργείται ένας «καινός χώρος». Με όχημα την αφήγηση και τη μουσική, προκύπτει μια νέα συνθήκη περιδιάβασης εκεί που χτυπάει η λαβωμένη καρδιά της Παλιάς Λευκωσίας. Η Ειρήνη Ανδρονίκου, η Αντωνία Χαραλάμπους και ο μουσικός Ανδρέας Οικονομίδης, υπό τη σκηνοθετική- δραματουργική καθοδήγηση του Κόκκινου και τη μουσική του Γιώργου Καλογήρου ξετυλίγουν μια ιδιάζουσα διαδικασία αλληλοσυμπλήρωσης, μια απόπειρα παράσυρσης του κοινού σε μια κοινή αισθαντική και μυητική εμπειρία. Ο κόσμος που προκύπτει μοιάζει ακόμη πιο αληθινός από τον χειροπιαστό. «Ποδά» η Πύλη Αμμοχώστου, ο Άγιος Κασσιανός, ο Λέλλος και η «ερωμένη» του, η Παναγία η Αγαπητική και η Παναγία η Μισητική. «Ποτζεί» η Αγία Σοφία της Χώρας, το Γενί Τζαμί, το χαλβατζίδικο, ο Τεκκές των Μεβλεβήδων, η Νύχτα της Ένωσης και του Τζελαλεντίν Ρουμί, τα χάνια, η Ανατολή μέσα μας.
Το δρώμενο είναι μια τριβή θάρρους κι ένα όχημα διαφυγής, με την επισημότητα της τελετουργίας και την ελαφράδα του παιχνιδιού. Η πόλη δεν είναι η ίδια για όλους. Άλλη έχει ο καθένας μέσα του. Κι αυτή «σκάει» στο μυαλό μέσα από το σκέρτσο μιας πολυφωνικής αφήγησης που εξαίρει τη μετατρεπτική υποκειµενικότητα της συγγραφέως. Είναι όμως μια κειμενοκεντρική μεν, μετα-αφηγηματική δε, προσέγγιση. Η σπουδή στη δραματικότητα διαταράσσει τη χρονική τάξη, προκαλεί ένα ρήγμα μεταξύ αφηγηματικού και ιστορικού χρόνου κι από αυτό προκύπτει αφενός ένας διάλογος με το σήμερα της πόλης, αλλά αφετέρου βάλλεται η δυνατότητα, ακριβώς, της δημιουργίας των εικόνων και αισθημάτων της «ιδιωτικής» πόλης.
Φιλελεύθερα, 27/09/20