«Νάντια Στυλιανού:  «Οδυσσέας Ελύτης –  René Char: Σημείο τομής αδαμάντινο» (εκδ. Μελάνι, 2020)

Από τον επεξηγηματικό υπότιτλο της εμβριθούς δοκιμιακής μελέτης της «Μια πολιτισμική σπουδή στην ποιητική της Μεσογείου» η Νάντια Στυλιανού ορίζει το πλαίσιο της μεθοδολογικής και θεματικής της προσέγγισης σε επαγωγική συνάρτηση με το ευρύτερο πεδίο της Συγκριτικής Φιλολογίας και τις χωροχρονικές συνυφάνσεις των σύγχρονων διαπολιτισμικών της συντεταγμένων. «Σημείο τομής αδαμάντινο», όπως εμφαίνει η προέκταση του τίτλου, κατά την αυτοαναφορική εδώ αποτύπωση του Char, ερμηνεύοντας τη μεθεκτική συνάντηση μέσα από τη συστηματική συνεξέταση των σημαντικότερων συγκλίσεων και αποκλίσεων  της ποίησης και της ποιητικής των δύο σχεδόν ομηλίκων ομοτέχνων, εμβαπτισμένων αμφοτέρων στο φως και στα νερά της Μεσογείου.

Ευσύνοπτη η προϊδεαστική κριτική του ακαδημαϊκού Jacques Bouchard στο προοίμιο του προλογικού του σημειώματος: «…οι δύο ποιητές εκφράζουν αντιθετικές, αλλά και συμπληρωματικές όψεις του μεσογειακού πολιτισμού, αποδεχόμενοι, ο καθένας με τον τρόπο του, την υψηλή επήρεια του αινιγματικού Ηράκλειτου. Ο Ελύτης εξυμνεί τη διαύγεια του ευήλιου Αιγαίου και ο Char την άγρια λιτότητα της βουνήσιας Προβηγκίας». 

Ενώ επιλογικά επισημαίνει τις «νέες προσεγγίσεις στην υφολογική ανάλυση των δύο ποιητών», που προτείνει τη συγγραφέας, η οποία «συνδυάζει την ακρίβεια και την αυστηρότητα που υπαγορεύει ο επιστημονικός λόγος με τη χαρισματική πένα ενός δόκιμου συγγραφέα».  Εξάλλου, η Στυλιανού δεν έχει μόνο εντρυφήσει στον Ελύτη και συνακολούθως στους Έλληνες και Γάλλους συνοδοιπόρους του  μέσα από τη διδακτορική της διατριβή, αλλά και η δοκιμιακή της πένα αποδείχτηκε ευέλικτη ως προς την ποιητική γραφίδα. Στο εισαγωγικό της σημείωμα αποκρυσταλλώνει επιγραμματικά το κομβικό σημείο διαλεκτικής των δύο ποιητών στη συνάρθρωση των έξι διαλεγομένων αλληλοσυμπληρούμενων δοκιμίων, που συγκροτούν το εξόχως αυτό ενδιαφέρον φιλολογικό πόνημα.

Η αποτίμηση τεκμαίρεται στις 179 επαρκώς υπομνηματισμένες και ευρετηριασμένες σελίδες του βιβλίου, που επιστεγάζονται με εικαστικές συνθέσεις του Ελύτη και του Georges de La Tour – συνυφασμένες οι τελευταίες με ποιητικές εμπνεύσεις του Char –, καθώς και με αξιόλογη πλειάδα πυκνής βιβλιογραφίας. Οι περιεκτικές αναλύσεις, οι εμπεριστατωμένες απόψεις και οι εύστοχες παρατηρήσεις, όπως και η συναγωγή εύληπτων συμπερασματικών αναφορών που ανιχνεύουν σε αντιβολή συγκρίσιμες πτυχές του έργου του Έλληνα και Γάλλου ποιητή, διανθίζονται τεκμηριωμένα με προσφυή ποιητικά αποσπάσματα, τόσο στο πρωτότυπο όσο σε δόκιμες μεταφράσεις προκειμένου για τον Char, και ενισχύονται επίσης με σχετικά παραθέματα έγκριτων μελετητών τους.

Στο πρώτο δοκίμιο μάς καθιστά κοινωνούς της μαθητείας των δύο ποιητών στο υπερρεαλιστικό κίνημα, στο οποίο είχαν στραφεί και άλλοι γνωστοί συγγραφείς στα χρόνια του μεσοπολέμου (σημείο καμπής για τα ελληνικά ποιητικά δρώμενα η «Υψικάμινος» του Εμπειρίκου) με άξονα της αισθητικής τους τον γεωφυσικό και πολιτισμικό μεσογειακό χώρο απέναντι στον δυτικό ορθολογισμό, μια εναλλακτική θέαση του κόσμου, που θα ενισχυθεί από τον γαλλικό υπαρξισμό και τα μέσα της δεκαετίας του 1980 θα καθιερώσει τον «νησιωτισμό» σε αντίθεση με το ισοπεδωτικό νεοφανές γίγνεσθαι της παγκοσμιοποίησης.

Τη συμπόρευση των δύο ποιητών με αφετηρία τις όμορες κοιτίδες τους διαφοροποιεί το εγγενές πολιτισμικό γονιδίωμα ή το προγονικό ήθος της πνευματικής παράδοσης στην προσληπτική δημιουργική αφομοίωση των κραδασμών του μεσογειακού τοπίου. Το «εύλογο ακατανόητο» του Ελύτη εξακτινώνει τη διαφάνεια στη μυστική διάθλαση και τη μυστηριακή ενατένιση μιας απόλυτης πληρότητας, ενώ για τον Char «το ιερό ως ακατονόμαστο» συνέχει  την ποίησή του όχι με την Ελυτική μυστικιστική βυζαντινή πνοή αλλά με μιαν αινιγματική καθαρότητα. Και στους δύο, όμως, ποιητές η υπερρεαλιστική λειτουργία των αισθήσεων θα συμβάλει στη σύλληψη της φωτεινής διάστασης ενός ανανεωτικού κόσμου για αναζήτηση προσωπικής ταυτότητας.

Στη δεύτερη δοκιμιακή ενότητα, που επιγράφεται «Στη διαλεκτική των αντιθέσεων» η μελετήτρια αναδιφεί τους κοινούς ή συναφείς ποιητικούς τόπους σε σχέση με τη διαλεκτική του Ηράκλειτου και την επίδραση του «σκοτεινού» φιλοσόφου στη ρηματική είτε στην υφολογική σκοτεινότητα στον Ελύτη και στον Char αντιστοίχως. Αλλά και σε εννοιολογικό επίπεδο είναι εμφανείς οι πλησίστιες αναλογίες ή παραλληλίες των Ηρακλείτειων μεταφυσικών τους ενοράσεων: «Το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση/του μαύρου…», γράφει ο Ελύτης στο magnum opus του «Το Άξιον Εστί», ενώ ο Char στη συλλογή των ποιητικών του αφορισμών «Σελίδες Ύπνου» συναφώς σημειώνει: «Το μαύρο χρώμα κλείνει μέσα του το ζωντανό ακατόρθωτο…».

Ο ποιητικός τίτλος «Η μάχη για το φως» του τρίτου δοκιμίου συναιρεί τους επί μέρους θεματικούς αρμούς της ενδελεχούς τους ανάλυσης στην επιγραμματική συναρμογή μιας καταληκτικής αξιολογικής πρότασης με Ηρακλείτειους, Πλατωνικούς και Νεοπλατωνικούς όρους: «Το σύμπαν του Ελύτη και του Char αρθρώνεται στη διαλεκτική επικοινωνία του ανθρώπου με το φως.». Φιλοσοφικής τάξης είναι και το επόμενο δοκίμιο, που πραγματεύεται την «ποιητική στιγμή» στη «Φυσική και Μεταφυσική» της διάσταση, σύμφωνα με τον ομώνυμο τίτλο στην αντίστροφή του διάταξη. Η αποκαλυπτική στιγμή αίρει τη νομοτελειακή χρονικότητα στην οπτική ποιητικότητα και των δύο ποιητών.

Η αναγνωστική κλίμακα καταγράφει στην κορύφωσή της τα δύο τελευταία δοκίμια, που εστιάζονται αφενός στη διαλεκτική αντίστιξη «ποίησης και ζωγραφικής» και αφετέρου στην ανθρωποκεντρική προσοικείωση της Μεσογείου ως «μεσογειακό ανθρωπισμό», όπως διακριβώνεται στον Ελύτη και στον Char, που συνομιλούν με ένα πλέγμα άλλων συγγραφικών φωνών. Στον επίλογό της η αξιέπαινη συγγραφέας επικαλείται αδρομερώς τα ενοποιά στοιχεία του ενιαίου χωροχρόνου στην ανανεωμένη οπτική των δύο ποιητών, όπως τα δίπολα φύση-πολιτισμός, πνεύμα-ύλη, τέχνη-ζωή.