«Ήχος από κόκαλα που σπάνε» της Σουζάν Λεμπό στις Αποθήκες ΘΟΚ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καραούλη.
Φρονώ ότι το ερώτημα αν πρέπει να φερθούμε ως θύτες ή ως θύματα σε παιδιά που κάποια διεστραμμένα μυαλά απήγαγαν, κακοποίησαν, προσηλύτισαν και έβαλαν να πυροβολούν ανθρώπους, είναι κατά βάση ρητορικό. Σαφώς κι είναι θύματα και σαφώς είναι προτιμότερο να τα στείλουμε στο σχολείο αντί στη φυλακή. Το ζητούμενο είναι να μη φτάσουμε ποτέ μπροστά στο ερώτημα αυτό.
Τα παιδιά είναι πιο βολικοί στρατιώτες από τους ενήλικες. Δεν προβάλλουν αντιρρήσεις, δεν αντιδρούν, τρώνε λιγότερο, τρομοκρατούνται και χειραγωγούνται εύκολα, έχουν διαστρεβλωμένη αντίληψη για την αξία και την ευθραυστότητα του αγαθού της ζωής. Κι επίσης, μπορείς να τα αρπάξεις ή να τα παρασύρεις εύκολα. Καθώς εσείς κάθεστε και διαβάζετε αυτές τις γραμμές –και καθώς εγώ καθόμουν και τις έγραφα- αμέτρητα παιδιά ανά τον κόσμο απάγονται και στρατολογούνται διά της βίας και λαμβάνουν μέρος σε ένοπλες συγκρούσεις. Γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, μαθαίνουν να σκοτώνουν, να επιβιώνουν σε εξαιρετικά… αντιπαιδαγωγικές συνθήκες, αναλαμβάνοντας παράλληλα χρέη μαγείρων, ανιχνευτών, ναρκαλιευτών, καθαριστών, σεξουαλικών αντικειμένων μέχρι και «ανθρώπινων ασπίδων» ή βομβιστών αυτοκτονίας.
Στην κεντρική Αφρική, στην Υεμένη, στο Αφγανιστάν, την Κολομβία, τις Φιλιππίνες, τη Συρία κ.α. ανήλικα παιδιά στρατολογούνται σε παραστρατιωτικές μονάδες και τσαλαπατάνε την αθωότητά τους, μαθαίνοντας να βλέπουν το όπλο ως προέκταση του χεριού τους. Ή και ακόμη πιο σημαντικό από το χέρι τους. Για τον σκοπό αυτό, η UNICEF έχει καθιερώσει από το 2002 την «Ημέρα της Ερυθράς Χειρός» με σκοπό την ευαισθητοποίηση αναφορικά με τη χείριστη μορφή παιδικής κακοποίησης.
(Να μου επιτρέψετε μια παρένθεση που αναμένεται να ξενίσει πολλούς –δεν πειράζει, ξυδάκι. Εκτός από παραστρατιωτικούς και τρομοκράτες που αναίσχυντα παραβιάζουν τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα των παιδιών, υπάρχουν και οι επίσημες θεσμικές στρατολογήσεις. Η UNICEF ως «παιδί- στρατιώτη» ορίζει κάθε παιδί με ηλικία κάτω των 18 ετών «το οποίο αποτελεί τμήμα κάθε τακτικής ή άτακτης στρατιωτικής δύναμης ή ένοπλης ομάδας, και κάτω από οποιαδήποτε ιδιότητα». Στην περίπτωση της Εθνικής Φρουράς η στρατολόγηση γίνεται οριακά πάνω σ’ αυτό το όριο και με δεδομένη την εξέλιξη της κοινωνίας μας και τη διεύρυνση του προσδόκιμου ζωής, ίσως θα έπρεπε να λάβουμε υπόψη σοβαρά σε ποιο βαθμό ένα αγόρι, ακόμη κι αν έχει –μόλις- κλείσει τα 18 του χρόνια, έχει την πνευματική ωριμότητα να ανταποκριθεί χωρίς να επηρεαστεί η ηθική και ψυχολογική του πυξίδα.)
Η περίπτωση δύο παιδιών- στρατιωτών φωτίζεται από την παραγωγή που φιλοξενείται στο «γαλατικό χωριό» των Αποθηκών του ΘΟΚ από την καλλιτεχνική ομάδα των Δράσεων «Νέος σε έρημο νησί» και στην παράσταση «Ήχος από κόκαλα που σπάνε», με βάση το έργο της Καναδής Σουζάν Λεμπό. Δεν χρειαζόταν βέβαια να ρίξει κάποιος το βλέμμα σε μια φέτα ζωής αυτών των παιδιών για να συνειδητοποιήσει ότι μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες κτηνωδίες που έχει σκαρφιστεί ο –ούτως ή άλλως δημιουργικός σ’ αυτό τον τομέα- άνθρωπος, απέναντι στην ίδια τη φύση του.
Με τη γνώριμη φρεσκάδα και ερευνητική δημιουργικότητα που είδαμε στο «Παράδειγμα του Δόκτορα Κόρτσακ», με ευαισθησία και ευθύνη απέναντι στο θέμα και απέναντι στον θεατή, η ομάδα εικονοποιεί σκηνικά με εφευρετική αθωότητα και σχολαστική απλότητα όλη την τραχύτητα και τρυφερότητα μιας συνθήκης, από τη ζοφερή ειρωνεία της οποίας προκύπτει ένα περιεκτικό μάθημα αισιοδοξίας. Το δυσάρεστο θέμα κάθε άλλο παρά βαρύνει το αποτέλεσμα, που όχι απλώς είναι κατάλληλο για μαθητές αλλά ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να το δουν παιδιά από 10 ετών και άνω.
Η δομή έχει κάτι από το ομοδιηγητικό και εξομολογητικό ύφος του ημερολογίου της Άννας Φρανκ, καθώς η οπτική της 13χρονης κεντρικής ηρωίδας, Ελίκια, μεταφέρεται μέσω της ανάγνωσης των σημειώσεών της. Με τη διαφορά ότι κινείται παράλληλα με την αιχμηρή αγόρευση της νοσοκόμας η οποία τα διαβάζει ενώπιον μιας απρόσωπης και μάλλον αδιάφορης επιτροπής που χρειάζεται να πειστεί για την υψηλή επιτακτικότητα του προβλήματος. Τον ρόλο της επιτροπής αυτής «αναλαμβάνει» το κοινό –αν αυτό λέει κάτι.
Τα αισθήματα που της γεννά ο 8χρονος Τζόζεφ, η συνειδητοποίηση ότι παραμένει άνθρωπος, αποτελούν το σημείο καμπής που την οπλίζει με το θάρρος να αποδράσει. Είναι μια καταδίωξη και σε μια ζούγκλα εσωτερική, μια αναμέτρηση με τον φόβο, την ελπίδα, τη συμπόνια. Προκύπτει μια ωμή λυρικότητα από τον αγώνα της 13χρονης να επανανακαλύψει τον εαυτό της και την αξιοπρέπειά της.
Μια τελετουργική ένταση κυριαρχεί. Η βία υπάρχει αλλά δεν φαίνεται πουθενά. Είναι σαν οι τρεις ηθοποιοί να κολυμπάνε μέσα σ’ αυτή. Η κρισιμότητα του θέματος ξεπερνά την επιτέλεση, καθώς αναπόφευκτα τραβάει αποφασιστικά το μαγνάδι που κρύβει μια ζοφώδη πραγματικότητα. Όσο αφόρητη κι αν μοιάζει, η γνώση της είναι απαραίτητη. Είναι καρποφόρα η αγανάκτηση απέναντι στη βαρβαρότητα.
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Καραούλης και η υπόλοιπη καλλιτεχνική ομάδα φρόντισαν να φτάνουν οι ριπές των ηλεκτρισμένων συναισθημάτων μέχρι τις τελευταίες πίσω θέσεις, όπου έμεινα αποσβολωμένος να αναρωτιέμαι πόσο γόνιμα μπορεί να διαχειριστεί ο 13χρονος γιος μου, εκεί παραδίπλα, αυτή την αφυπνιστική προοπτική της χαμένης αθωότητας.
Φιλελεύθερα, 11/10/2020