Τις τελευταίες μέρες πριν από το άνοιγμα των αεροδρομίων, στη χαλάρωση των αυστηρών μέτρων της περιόδου της πανδημίας, στο τριήμερο του Αγίου Πνεύματος που φέτος ήταν «νεκρικό» από τουρίστες στην πόλη, η παλιά -αποκλεισμένη από ιδιότυπα «οδοφράγματα», από το 1963 κι έπειτα, για δέκα χρόνια-, περιοχή, δείχνει να παραμένει μάλλον ένας άλυτος βραχνάς που κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι θα την κάνει, πώς θα την «περιφέρει», αλλά που κάπως (όλοι συμφωνούν σ’ αυτό) πρέπει να «σωθεί». Στην Ουμ Χαράμ, στη Μεχμέτ Αλί και στη Σελίμ μερικές γάτες προσαρμόζονται -και μπερδεύονται- ανάμεσα στη γειτονιά των δύο ταχυτήτων που θα μπορούσε να μετατραπεί -αν υπήρχε αυστηρό πλάνο- σε ένα ντόπιο μεγάλο εργαστήρι καλλιτεχνών, κάτι «εναλλακτικό», μία πολύ μικρή Μονμάρτη (όσο όλα παραμένουν παρθενικά ωραία, στους μέσα δρόμους), κάτι Εξαρχειώτικο ίσως χωρίς την παρακμή και την αθηναϊκή παρανομία, μία άλλη οπτική που μπορεί να υπερβεί τα μελλοντικά μοντέλα ανάπτυξης των δίπλα πόλεων –στο διαφορετικό θα γίνει πόλος έλξης η Λάρνακα, όχι στους νέους πύργους. Μία άλλη Λάρνακα δείχνει να αναδημιουργείται, μια μικρή πόλη στις παρυφές της νέας της «βιτρίνας». Αλλά πώς; Μου το ‘χε πει κάποτε η μεγαλύτερη αδελφή του Παλληκαρίδη που τη συνάντησα σ’ ένα φιδίσιο δρόμο, σ’ αυτά τα στενά, στην οδό Κουρτουλούς, που σε θέτουν «αναγκαστικά» σε κινηματογραφικά σκηνικά της δεκαετίας του ’70 και στην πραγματικότητα: «αυτά τα σπίτια ποτέ δεν θα γίνουν δικά μας. Τα φροντίζουμε, τα αγαπάμε, τα ανακαινίζουμε όπως μπορούμε, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα γιατί υπάρχει νομοθεσία. Τα δικά μας σπίτια είναι στην Αμμόχωστο. Αυτά θα είναι πάντα δανεικά».
Στο «Ψαρολίμανο» και στον «Ζέφυρο» η κίνηση είναι μεγάλη –στρείδια, κυδώνια, καλαμάρια, γυαλιστερές, λαβράκια πάνε κι έρχονται απ’ τους σερβιτόρους με τις μάσκες και τα αντισηπτικά. Δίπλα είναι η Καστέλλα (η κάποτε ανύπαρκτη για τους Λευκωσιάτες που κατέκλυζαν τις Κυριακές του Μακένζυ) με τις ορθωμένες πέντε παλιές πολυκατοικίες της, την παχιά άμμο και τους ιδιότυπους μακρινούς περιπάτους μέσα στη θάλασσα που προχωράς και συνεχίζεις να πατάς για αρκετά μέτρα μέχρι να σου χώσει το κεφάλι το νερό, κοιτώντας απ’ την ακτή κάτι κτήρια για την «κώμα του γιαλού» και τους «εκτοπισθέντες της Αμμοχώστου». Οι μεσοαστοί Σκαλιώτες που ακόμη έχουν το προνόμιο να αγαπιούνται μεταξύ τους χωρίς να ‘χει παρεισφρήσει για τα καλά το χρήμα εντός τους -κάτι τους κρατάει ακόμη όρθιους, ίσως η «κληρονομιά» των ευπατριδών, όπως της οικογένειας Πιερίδη-, κάνουν βόλτα τα απογεύματα στο παλιό τους λιμανάκι, στους ψαράδες, ανάμεσα σε κάτι ομάδες νέων που κουβαλούν με τα διπλοκάμπινα στολές κατάδυσης, στις βάρκες που πωλούνται μισοτιμής, μ’ ένα παγωτό χωνάκι στο χέρι –τα καλύτερα παγωτά τριαντάφυλλο τα έχει η Λάρνακα.
Στη χοάνη του τουρισμού η Σκάλα ίσως να μοιάζει στα μάτια του Λεμεσιανού και του Παραλιμνίτη μια κουρελού φτηνή, μια χαμένη υπόθεση –δεν είναι. Ευτυχώς υπάρχουν ορθωμένα ήδη τα κακά παραδείγματα προς αποφυγήν, η καχυποψία γι’ αυτό που κάποιοι θα ‘θελαν να είναι περίβλεπτο αλλά θα γίνει τελικά κακόγουστο και χωρίς αισθητική όγκος στους μελλοντικούς συνειδητοποιημένους απογόνους, αυτό που δεν πρέπει να κάνει τα κλήματα και τις τριανταφυλλιές στις «δανεικές» απ’ τους Τουρκοκύπριους αυλές στον πίσω μαχαλά του κάστρου να ξεραθούν, να μαραζώσουν ανάμεσα στα νέα μπετά και στους εργολάβους. Όλα είναι για να γίνουν τώρα –τώρα που η Λάρνακα μπουσουλάει.
xatzigeorgiou@yahoo.com