Χρίστος Χατζήπαπας: «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» εκδόσεις Γκοβόστη, 2019. 

Η χρονική απόσταση από τη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου, κατά τεκμήριο, συμβάλλει ουσιαστικά στην όσο το δυνατό πιο αντικειμενική αξιολόγηση και κατάταξή του. Ως εκ τούτου, είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι το μυθιστόρημα «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» του Χρίστου Χατζήπαπα – που πρωτοκυκλοφόρησε το 1989 και επανεκδόθηκε το 2019 – θα λάβει την πλέον αρμόζουσα, την πλέον περίοπτη θέση που του αξίζει στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία. Και δεν υπαινίσσομαι ότι όταν πρωτοκυκλοφόρησε πέρασε απαρατήρητο. Κάθε άλλο. Αλλά, όπως συμβαίνει και με το παλιό καλό κρασί, στο βάθος του χρόνου φαίνεται το πραγματικό μέγεθος της αξίας του, σε όλη την έκτασή του.

Επειδή πρόκειται για ένα έργο εμβληματικό, ένα έργο εποποιία μιας εποχής, πιστεύω πως ο παράγων χρόνος συνεχώς θα το ευεργετεί, θα το ευνοεί και θα το αναδεικνύει περαιτέρω. Βέβαια, το βιβλίο δεν επανεκδόθηκε απλώς. Στην ουσία ξαναγράφτηκε από τον ίδιο τον συγγραφέα του. Και ασφαλώς ο Χατζήπαπας του 1989 δεν είναι ο ίδιος με τον Χατζήπαπα του 2019. Και δεν έχει απλώς άλλα τριάντα χρόνια στην καμπούρα του. Έχει και στο λογοτεχνικό του πορτφόλιο, άλλα δύο μυθιστορήματα έκτοτε, άλλες τρεις συλλογές διηγημάτων και άλλη μία ποιητική συλλογή. Φυσιολογικά, της παρόρμησης υπερισχύει πλέον η ωρίμανση.

 

 

Έχοντας διαβάσει τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη, αναθεωρημένη και σαφώς βελτιωμένη, έκδοση του μυθιστορήματος, θεωρώ πως η βασική ειδοποιός διαφορά έγκειται στο εξής: Η πρώτη γραφή κατατάσσει το έργο ως μυθιστόρημα κοινωνικοπολιτικής καταγγελίας. Η δεύτερη γραφή το μετατάσσει σε μυθιστόρημα εθνο-ψυχικής οδύνης. Το κείμενο είναι πλέον πιο συμπαγές αλλά και πιο πλούσιο σε τεχνικές μεθόδους μα και σε υποδομικό υλικό.

Το έργο έχει στο επίκεντρο του την κυπριακή τραγωδία του 1974, αλλά όχι στατικά και μονοσήμαντα, όχι μονοδιάστατα και εθνοκεντρικά. «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» ανιχνεύει με επάρκεια όλα όσα προλείαναν το έδαφος για να οδηγηθούμε στο 1974, όλα όσα συνέθεσαν το σκηνικό αυτής της τραγωδίας. Οι ήρωες του είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι που ωριμάζουν μέσα από τα βιώματα τους, που μεταπλάθονται συνειδησιακά ελέω αυτών των βιωμάτων, που αλλάζουν γιατί αλλάζει και η ζωή τους.

Ένα έργο είναι σημαντικό αν εκφράζει την εποχή που το γέννησε και τους ανθρώπους της. Και γίνεται ακόμα πιο σημαντικό αν καταφέρει να μιλήσει και στις επόμενες γενιές, να τις συγκινήσει, να τις εμπνεύσει και να τις προβληματίσει. Αυτό το στοίχημα «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» το κέρδισε. Συμπερασματικά, με βεβαιότητα λέω πως θα κερδίσει και το παιγνίδι του χρόνου, της διαχρονικότητας.

Τα μυθιστορήματα – σταθμός στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της κυπριακής λογοτεχνίας δεν είναι πολλά. Αντιθέτως, μετριούνται στα δάκτυλα. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι η «Ανατολική Μεσόγειος» της Ήβης Μελεάγρου, που αποτέλεσε την απαρχή της νεωτερικής γραφής στην κυπριακή πεζογραφία. Αναντίλεκτα, «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» συγκαταλέγεται σε αυτά τα λίγα μυθιστορήματα – σταθμούς, που γράφτηκαν στον τόπο μας. Έχω την πεποίθηση πως αυτό το έργο του Χατζήπαπα, συνδιαλέγεται, συμβαδίζει, επικοινωνεί με το επίσης μυθιστόρημα σταθμός «Στυλιανού ανάβασις» του Γιάννη Κατσούρη. Αμφότερα αποδομούν επίσημα αφηγήματα της σύγχρονης ιστορίας μας. Αμφότερα συνιστούν εγχειρήματα ίασης βαθιών πληγών στη σύγχρονη ιστορία μας. Ο μεν Κατσούρης ψέγει, καυτηριάζει, σαρκάζει τη σήψη, τη διάβρωση, τη φθορά των κοινωνικού ιστού στα πρώτα μετανεξαρτησιακά χρόνια και λίγο πριν από αυτά. Ο δε Χατζήπαπας κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα για την περίοδο λίγο πριν έως και λίγο μετά τα γεγονότα του 1974. Τα μυθιστορήματα – και τα δύο – πέρα από την αδιαμφισβήτητη αισθητική ρώμη και επάρκεια τους, συνιστούν και πολιτική παρέμβαση στα δρώμενα της πατρίδας μας. Επιπρόσθετα, η «ένοχη αθωότητα» για την οποία μιλά ο Χατζήπαπας, ιχνηλατείται και στα δύο βιβλία.

Ο λόγος του Χατζήπαπα είναι κατά βάση ρεαλιστικός, ευθύς, ανεπιτήδευτος, ακομπλεξάριστος και αφοπλιστικός. Ωστόσο, συχνά – πυκνά, αυτός ο στέρεος ρεαλισμός διαβρώνεται τεχνηέντως μ’ ένα λόγο μεταφορικό, αλληγορικό και κάποτε μαγικό, διαποτισμένο με πλούσια φαντασιακά στοιχεία. Αυτό συμβαίνει όταν ο συγγραφέας επιστρατεύει τον κόσμο των ονείρων ή την τρέχουσα ειδησεογραφική επικαιρότητα της εποχής στην οποία αναφέρεται. Για παράδειγμα, η εκστρατεία κατά του εχινόκοκκου είναι πραγματική, αλλά την ίδια ώρα είναι και μεταφορική – αλληγορική. Αφού ο Χατζήπαπας αναφέρεται στα σκυλιά με τέτοιο μαεστρικό τρόπο, που ο αναγνώστης του οδηγείται στο να σκεφτεί και τα σκυλιά της ΕΟΚΑ Β΄, που τόσα δεινά επισώρευσαν στην πατρίδα μας.

Κεντρικό θέατρο των δρωμένων του μυθιστορηματικού παρόντος στο βιβλίο είναι ένας θάλαμος του γενικού νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο ίδιος χώρος αποτελεί και την αφηγηματική αφετηρία για όλες τις επιστροφές στο παρελθόν, της νεότητας, της εφηβείας ή και της παιδικής ηλικίας του κεντρικού ήρωα, που είναι ο Πέτρος. Τα δυο αφηγηματικά επίπεδα, του παρόντος 1974 αλλά και του παρελθόντος που είναι τα προγενέστερα χρόνια, εναλλάσσονται αρμονικά, με ροή, ρυθμό και δυναμική που κρατούν το αναγνωστικό ενδιαφέρον σε συνεχή εγρήγορση.

 «Το χρώμα του γαλάζιου υάκινθου» είναι ένα μυθιστόρημα αφυπνιστικό, διδακτικό, ένα μυθιστόρημα σάλπισμα, όχι μόνο για εκείνους που βίωσαν τα γεγονότα αλλά και για τις νεότερες, τις επερχόμενες γενιές. Γιατί λαός που δεν ξέρει, δεν μαθαίνει, δεν διδάσκεται την ιστορία του, δεν διδάσκεται από αυτήν, είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει.

Προσωπικά, διαβάζοντας αυτό το μυθιστόρημα, ένιωθα συχνά το στόμα μου να στεγνώνει και αναζήτησα νερό ουκ ολίγες φορές. Αυτό το στέγνωμα, αυτή η δίψα, αυτή η κάψα στο στόμα που μου προκάλεσαν τα λόγια του Χατζήπαπα, είναι για μένα η πλέον αψευδής μαρτυρία ότι αυτό το βιβλίο ήρθε για να μείνει.

g.frangos@cytanet.com.cy