Εκατόν έντεκα χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου η Έλλη Παιονίδου μιλά στον δρα Λεωνίδα Γαλάζη για τη γνωριμία της με τον ποιητή της Ρωμιοσύνης. Θυμάται τις συναντήσεις τους στην Αθήνα και την Κύπρο και την μεγάλη αγάπη που είχε για το νησί. «Η Κύπρος ήταν διαρκώς στη σκέψη του. Πονούσε για το κακό που έγινε στο νησί μας. Είχε αφιερώσει ένα ολόκληρο δωμάτιο του σπιτιού του για την Κύπρο».
-Κυρία Παιονίδου, πότε και πού γνωριστήκατε με τον Γιάννη Ρίτσο;
Στο εκδοτικό «ΚΕΔΡΟΣ» στην Αθήνα, τη δεκαετία του 1960. Είχαμε πάει με τον σύζυγό μου (κριτικό και πεζογράφο Πανίκο Παιονίδη) να αγοράσουμε κάποια βιβλία. Ήταν εκεί ο Ρίτσος, μας τον σύστησε η τότε διευθύντρια του Κέδρου Νανά Καλιανέση. Μαζί εκεί ήταν και ο Στρατής Τσίρκας. Ο Ρίτσος μάς έδωσε αμέσως το τηλέφωνό του και μας κάλεσε στο σπίτι του. Ακολούθησαν πάρα πολλές συναντήσεις, τόσο στο διαμέρισμά του στην Αθήνα όσο και στην Κύπρο, όταν μας επισκέφθηκε δυο φορές.
-Κυρία Παιονίδου, πότε και πού γνωριστήκατε με τον Γιάννη Ρίτσο;
Στο εκδοτικό «ΚΕΔΡΟΣ» στην Αθήνα, τη δεκαετία του 1960. Είχαμε πάει με τον σύζυγό μου (κριτικό και πεζογράφο Πανίκο Παιονίδη) να αγοράσουμε κάποια βιβλία. Ήταν εκεί ο Ρίτσος, μας τον σύστησε η τότε διευθύντρια του Κέδρου Νανά Καλιανέση. Μαζί εκεί ήταν και ο Στρατής Τσίρκας. Ο Ρίτσος μάς έδωσε αμέσως το τηλέφωνό του και μας κάλεσε στο σπίτι του. Ακολούθησαν πάρα πολλές συναντήσεις, τόσο στο διαμέρισμά του στην Αθήνα όσο και στην Κύπρο, όταν μας επισκέφθηκε δυο φορές.
-Ποιες ήταν οι πρώτες εντυπώσεις που είχατε από την προσωπικότητα και την όλη συμπεριφορά του ποιητή;
Τις εντυπώσεις μου από την προσωπικότητα αλλά και από τον προσωπικό χώρο του ποιητή περιγράφω στο βιβλίο μου Πρόσωπο με πρόσωπο, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1984. Το βιβλίο αυτό θα κυκλοφορήσει σύντομα σε ψηφιοποιημένη μορφή μαζί με το υπόλοιπο αρχείο μας, που έχουμε δωρίσει στον Δήμο Λεμεσού.
Όπως είναι γνωστό, ο Ρίτσος ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, λεπτός, ευθυτενής, με ξεχωριστή ευγένεια. Μιλούσε με τέλεια άρθρωση, αργά, διαλέγοντας τις λέξεις του όπως τις διάλεγε για τα ποιήματά του.
Η κουβέντα του ήταν σαν ένα ποτάμι, αρκεί να του έδινες το ερέθισμα, μια ερώτηση, μια παρατήρηση για τέχνη, για λογοτεχνία, για τα τρέχοντα γεγονότα ή για οτιδήποτε αφορούσε τον κόσμο. Οι εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις ήταν εκπληκτικές, και είναι να απορεί κάνεις πώς τα πρόφταινε όλα, δεδομένου ότι ήταν πολυγραφότατος ως δημιουργός.
Η συνομιλία μαζί του ήταν σαν μια βουτιά στον πλούτο της ελληνικής διανόησης. Η φωνή του μελωδική και βαθιά και ολόγυρα τα βιβλία, οι πίνακες, δικά του έργα αλλά και μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων, θυμάμαι ένα ωραιότατο Άγιο Σεβαστιανό του Τσαρούχη, οι ζωγραφισμένες πέτρες… και κάπου από το βάθος απαλά η μουσική του Μπαχ…
Μας έδειχνε τις μεταφράσεις των βιβλίων του που έφταναν κάθε φορά από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και στοιβάζονταν στα τραπέζια και στα ράφια.
Ήταν από τους πιο γενναιόδωρους ανθρώπους που γνώρισα. Μας έκανε την τιμή να μας αποκαλεί φίλους του και να μας εμπιστεύεται την πικρή προσωπική του ιστορία. Είχε χάσει τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του, γονείς, αδέλφια, θείους… από την τρυφερή ακόμη ηλικία.
Σε κάθε επίσκεψη μάς γέμιζε τα χέρια με τα καινούργια βιβλία του με προσωπική αφιέρωση, με εκείνο τον αριστοτεχνικό γραφικό χαρακτήρα. Φυλάμε σαν θησαυρό τις ζωγραφισμένες από το χέρι του πέτρες που μας δώρισε. «Τις μαζεύω το καλοκαίρι στην Σάμο, μας έλεγε, τις διαλέγω να έχουν ένα ενδιαφέρον σχήμα, και τις δουλεύω με το πενάκι.»
Τις εντυπώσεις μου από την προσωπικότητα αλλά και από τον προσωπικό χώρο του ποιητή περιγράφω στο βιβλίο μου Πρόσωπο με πρόσωπο, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1984. Το βιβλίο αυτό θα κυκλοφορήσει σύντομα σε ψηφιοποιημένη μορφή μαζί με το υπόλοιπο αρχείο μας, που έχουμε δωρίσει στον Δήμο Λεμεσού.
Όπως είναι γνωστό, ο Ρίτσος ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, λεπτός, ευθυτενής, με ξεχωριστή ευγένεια. Μιλούσε με τέλεια άρθρωση, αργά, διαλέγοντας τις λέξεις του όπως τις διάλεγε για τα ποιήματά του.
Η κουβέντα του ήταν σαν ένα ποτάμι, αρκεί να του έδινες το ερέθισμα, μια ερώτηση, μια παρατήρηση για τέχνη, για λογοτεχνία, για τα τρέχοντα γεγονότα ή για οτιδήποτε αφορούσε τον κόσμο. Οι εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις ήταν εκπληκτικές, και είναι να απορεί κάνεις πώς τα πρόφταινε όλα, δεδομένου ότι ήταν πολυγραφότατος ως δημιουργός.
Η συνομιλία μαζί του ήταν σαν μια βουτιά στον πλούτο της ελληνικής διανόησης. Η φωνή του μελωδική και βαθιά και ολόγυρα τα βιβλία, οι πίνακες, δικά του έργα αλλά και μεγάλων Ελλήνων ζωγράφων, θυμάμαι ένα ωραιότατο Άγιο Σεβαστιανό του Τσαρούχη, οι ζωγραφισμένες πέτρες… και κάπου από το βάθος απαλά η μουσική του Μπαχ…
Μας έδειχνε τις μεταφράσεις των βιβλίων του που έφταναν κάθε φορά από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και στοιβάζονταν στα τραπέζια και στα ράφια.
Ήταν από τους πιο γενναιόδωρους ανθρώπους που γνώρισα. Μας έκανε την τιμή να μας αποκαλεί φίλους του και να μας εμπιστεύεται την πικρή προσωπική του ιστορία. Είχε χάσει τα περισσότερα μέλη της οικογένειάς του, γονείς, αδέλφια, θείους… από την τρυφερή ακόμη ηλικία.
Σε κάθε επίσκεψη μάς γέμιζε τα χέρια με τα καινούργια βιβλία του με προσωπική αφιέρωση, με εκείνο τον αριστοτεχνικό γραφικό χαρακτήρα. Φυλάμε σαν θησαυρό τις ζωγραφισμένες από το χέρι του πέτρες που μας δώρισε. «Τις μαζεύω το καλοκαίρι στην Σάμο, μας έλεγε, τις διαλέγω να έχουν ένα ενδιαφέρον σχήμα, και τις δουλεύω με το πενάκι.»
– Τι θυμάστε από τις επισκέψεις του ποιητή στην Κύπρο;
Τη συναισθηματική φόρτισή του, ιδιαίτερα στην πρώτη επίσκεψη, το 1979. Είχε γίνει, θυμάμαι μια συγκέντρωση στο Δημαρχείο της Λεμεσού όπου δεν έπεφτε βελόνι από τον κόσμο. Μου ζήτησε κάποιο ηρεμιστικό, γιατί έτρεμε ολόκληρος. Ο κόσμος ήθελε να τον φιλήσει, να τον αγγίξει. Ήταν μετά από εκείνο το συγκλονιστικό του ποίημα « Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο»… Μας το είχε δώσει χειρόγραφο μερικούς μήνες μετά την εισβολή… Το στείλαμε στο νησί και δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες…
Ας μην ξεχνούμε και το άλλο υπέροχο ποίημα του για τον Αυξεντίου, τον Αποχαιρετισμό, τη δεκαετία του ’50. Πάντοτε παρακολουθούσε την Κύπρο και τον αγώνα της. Ήθελε να έρθει στην Κύπρο και τότε, αλλά δεν του δόθηκε διαβατήριο από την τότε κυβέρνηση της Ελλάδας. Εξάλλου όπως ξέρετε ήταν τον περισσότερο καιρό εξόριστος…
Τη συναισθηματική φόρτισή του, ιδιαίτερα στην πρώτη επίσκεψη, το 1979. Είχε γίνει, θυμάμαι μια συγκέντρωση στο Δημαρχείο της Λεμεσού όπου δεν έπεφτε βελόνι από τον κόσμο. Μου ζήτησε κάποιο ηρεμιστικό, γιατί έτρεμε ολόκληρος. Ο κόσμος ήθελε να τον φιλήσει, να τον αγγίξει. Ήταν μετά από εκείνο το συγκλονιστικό του ποίημα « Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο»… Μας το είχε δώσει χειρόγραφο μερικούς μήνες μετά την εισβολή… Το στείλαμε στο νησί και δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες…
Ας μην ξεχνούμε και το άλλο υπέροχο ποίημα του για τον Αυξεντίου, τον Αποχαιρετισμό, τη δεκαετία του ’50. Πάντοτε παρακολουθούσε την Κύπρο και τον αγώνα της. Ήθελε να έρθει στην Κύπρο και τότε, αλλά δεν του δόθηκε διαβατήριο από την τότε κυβέρνηση της Ελλάδας. Εξάλλου όπως ξέρετε ήταν τον περισσότερο καιρό εξόριστος…
-Στις συναντήσεις σας, αναφερόταν στην Τραγωδία του 1974; Τι σας έλεγε σχετικά;
Η Κύπρος ήταν διαρκώς στη σκέψη του. Πονούσε για το κακό που έγινε στο νησί μας.
Είχε αφιερώσει ένα ολόκληρο δωμάτιο του σπιτιού του για την Κύπρο. Εκεί είχε βάλει τις φωτογραφίες, τα δημοσιεύματα, τα βραβεία που είχε δεχτεί. Σε τιμητική θέση και το μετάλλιο με το οποίο τον είχε τιμήσει ο πρόεδρος Βασιλείου στη δεύτερη επίσκεψή του, το 1989. Ύστερα από εκείνο το ταξίδι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση στην υγεία του και σύντομα ήρθε το τέλος…
Η Κύπρος ήταν διαρκώς στη σκέψη του. Πονούσε για το κακό που έγινε στο νησί μας.
Είχε αφιερώσει ένα ολόκληρο δωμάτιο του σπιτιού του για την Κύπρο. Εκεί είχε βάλει τις φωτογραφίες, τα δημοσιεύματα, τα βραβεία που είχε δεχτεί. Σε τιμητική θέση και το μετάλλιο με το οποίο τον είχε τιμήσει ο πρόεδρος Βασιλείου στη δεύτερη επίσκεψή του, το 1989. Ύστερα από εκείνο το ταξίδι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση στην υγεία του και σύντομα ήρθε το τέλος…
– Είχατε αλληλογραφία με τον Γ. Ρίτσο; Αν ναι, ποια γράμματά του ξεχωρίζετε;
Ξεχωρίζω ένα γράμμα που μου έστειλε σε κάποια περιπέτεια της υγείας μου. «Στην ποίηση, μου έγραφε, θα βρεις θεραπεία… Η ποίηση όλα τα θεραπεύει. Μιλάω εκ πείρας…»
Ξεχωρίζω ένα γράμμα που μου έστειλε σε κάποια περιπέτεια της υγείας μου. «Στην ποίηση, μου έγραφε, θα βρεις θεραπεία… Η ποίηση όλα τα θεραπεύει. Μιλάω εκ πείρας…»
-Τι σας έλεγε ή τι σας έγραφε για τη σχέση του με την ποίηση;
Κατ’ αρχήν εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ποιητής, με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Έχω την εντύπωση πως ό,τι και να έκανε στη ζωή του, θα ήταν ποιητής. Θα μπορούσε να ήταν ένας μεγάλος ζωγράφος, ένας μεγάλος ηθοποιός, ένας μεγάλος μουσικός… Ακόμη και ένας μεγάλος χορευτής. Είχε κλίση σε όλες αυτές τις τέχνες. Τις μελέτησε, τις εξάσκησε κιόλας σε κάποιο στάδιο της ζωής του. Ό,τι όμως και να έκανε θα ήταν Ποιητής, με το π κεφαλαίο. Ό,τι έκανε, ό,τι έλεγε φεγγοβολούσε ποίηση.
Έγραφε όμως ασταμάτητα. «Αν δεν γράψω μια μέρα, μας έλεγε, νιώθω πως δεν υπάρχω.
Έγραφε στίχους όπου τύχαινε, σε ένα κομμάτι χαρτί, στο κουτί από τα τσιγάρα του (γιατί ήταν μανιώδης καπνιστής), πίσω από τις αποδείξεις κάποιου έμπορα. Πάντοτε όμως αντέγραφε αυτά τα ποιήματα σε ωραία δεμένα τετράδια με την προσοχή του καλλιγράφου και με την ημερομηνία. Η ποίησή του συντρόφεψε τον ελληνικό λαό, αλλά και δεκάδες άλλους λαούς όπου μεταφράστηκαν τα βιβλία του. Και όταν ο Μίκης έντυσε αυτή την ποίηση με την αξεπέραστη μουσική του, την έστειλε στα ουράνια.
Κατ’ αρχήν εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ποιητής, με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. Έχω την εντύπωση πως ό,τι και να έκανε στη ζωή του, θα ήταν ποιητής. Θα μπορούσε να ήταν ένας μεγάλος ζωγράφος, ένας μεγάλος ηθοποιός, ένας μεγάλος μουσικός… Ακόμη και ένας μεγάλος χορευτής. Είχε κλίση σε όλες αυτές τις τέχνες. Τις μελέτησε, τις εξάσκησε κιόλας σε κάποιο στάδιο της ζωής του. Ό,τι όμως και να έκανε θα ήταν Ποιητής, με το π κεφαλαίο. Ό,τι έκανε, ό,τι έλεγε φεγγοβολούσε ποίηση.
Έγραφε όμως ασταμάτητα. «Αν δεν γράψω μια μέρα, μας έλεγε, νιώθω πως δεν υπάρχω.
Έγραφε στίχους όπου τύχαινε, σε ένα κομμάτι χαρτί, στο κουτί από τα τσιγάρα του (γιατί ήταν μανιώδης καπνιστής), πίσω από τις αποδείξεις κάποιου έμπορα. Πάντοτε όμως αντέγραφε αυτά τα ποιήματα σε ωραία δεμένα τετράδια με την προσοχή του καλλιγράφου και με την ημερομηνία. Η ποίησή του συντρόφεψε τον ελληνικό λαό, αλλά και δεκάδες άλλους λαούς όπου μεταφράστηκαν τα βιβλία του. Και όταν ο Μίκης έντυσε αυτή την ποίηση με την αξεπέραστη μουσική του, την έστειλε στα ουράνια.
-Τι σας συμβούλευε, ως νέα ποιήτρια τότε, για τη δύσκολη τέχνη της ποίησης;
Με παρακινούσε να διαβάζω όσο μπορώ. Ελληνική κυρίως, αλλά και ξένη ποίηση, τη δημοτική μας ποίηση, αλλά και όλη τη λογοτεχνία μας. Με παρακινούσε να αγαπώ την ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη γλώσσα της, τις παραδόσεις της, τους ανθρώπους της. Ο ίδιος έλεγε για την Αθήνα…: «Εγώ την Αθήνα μου την αγαπώ όπως είναι, με το νέφος της, με τον θόρυβό της, ακόμη και με τα σκουπίδια της. Είναι η Αθήνα μου».
Με παρακινούσε να διαβάζω όσο μπορώ. Ελληνική κυρίως, αλλά και ξένη ποίηση, τη δημοτική μας ποίηση, αλλά και όλη τη λογοτεχνία μας. Με παρακινούσε να αγαπώ την ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη γλώσσα της, τις παραδόσεις της, τους ανθρώπους της. Ο ίδιος έλεγε για την Αθήνα…: «Εγώ την Αθήνα μου την αγαπώ όπως είναι, με το νέφος της, με τον θόρυβό της, ακόμη και με τα σκουπίδια της. Είναι η Αθήνα μου».
-Η ίδια γράψατε ποιήματα με θέμα τον Γιάννη Ρίτσο ή/και αφιερωμένα στον ίδιο. Μιλήστε μας γι’ αυτά.
Έγραψα ένα ποίημα με τον τίτλο «Το θαύμα της οδού Μιχαήλ Κόρακα» εμπνευσμένο από τις επισκέψεις μας στο σπίτι του και ένα άλλο, όταν έφυγε, με τον τίτλο «Στο καλό, ποιητή, στο καλό». Αφήνω το πρώτο να «μιλήσει» από μόνο του:
Έγραψα ένα ποίημα με τον τίτλο «Το θαύμα της οδού Μιχαήλ Κόρακα» εμπνευσμένο από τις επισκέψεις μας στο σπίτι του και ένα άλλο, όταν έφυγε, με τον τίτλο «Στο καλό, ποιητή, στο καλό». Αφήνω το πρώτο να «μιλήσει» από μόνο του:
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΡΑΚΑ
Το σπίτι προσγειώθηκε ομαλά.
Χιλιάδες μικροί έρωτες το υποβαστάζανε
κι άλλοι πολλοί ακολουθούσαν φορτωμένοι
στίχους, εικόνες θαλασσόπετρες
και μνήμες από πρόσφατα και από αρχαία άλγη.
Το εναπόθεσαν σε γειτονιά λαϊκή.
Ένα σχολείο απέναντι, κάτω το ανθοπωλείο,
το υποδηματοπωλείο, το περίπτερο
και τέλος ο σταθμός του Αγίου Νικολάου.
Πηγαινοέρχονταν οι άνθρωποι, ανύποπτοι
για ό,τι συνέβαινε στον τέταρτο όροφο.
Ανύποπτοι πως ήδη αποτελούνε το περίγραμμα
της αθανασίας.
-Ποια είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη για σας, από τη γνωριμία σας με τον Γιάννη Ρίτσο;
Αισθάνομαι ευνοημένη από την τύχη που μου δόθηκε η ευκαιρία να βρεθώ τόσο κοντά σε λαμπερές προσωπικότητες, όπως τον Γιάννη Ρίτσο. Έχω την εντύπωση πως δεν γεννιούνται συχνά τέτοιοι άνθρωποι, όχι στην εποχή μας πια. Ο Ρίτσος, όπως και οι άλλοι ποιητές της γενιάς του συγγενεύουν περισσότερο με τα ιδανικά που έχουμε μέσα μας για τον κλασικό έλληνα διανοούμενο. θα τολμούσα να πω πως αγγίζουν τις μεγαλοφυίες των αρχαίων Ελλήνων .
Η δική μας εποχή, όπως όλες οι εποχές, σίγουρα θα αφήσει πίσω της ξεχωριστούς ανθρώπους, διαφορετικούς όμως, πιο πολύ στον χώρο της επιστήμης, της τεχνολογίας.. Μπορεί βέβαια και να κάνω λάθος. Θα δούμε.
Λυπάμαι πάντως που σε όλες εκείνες τις συνομιλίες μας δεν τόλμησα να χρησιμοποιήσω μαγνητόφωνο, δεν του ταίριαζε του ποιητή.
Χιλιάδες μικροί έρωτες το υποβαστάζανε
κι άλλοι πολλοί ακολουθούσαν φορτωμένοι
στίχους, εικόνες θαλασσόπετρες
και μνήμες από πρόσφατα και από αρχαία άλγη.
Το εναπόθεσαν σε γειτονιά λαϊκή.
Ένα σχολείο απέναντι, κάτω το ανθοπωλείο,
το υποδηματοπωλείο, το περίπτερο
και τέλος ο σταθμός του Αγίου Νικολάου.
Πηγαινοέρχονταν οι άνθρωποι, ανύποπτοι
για ό,τι συνέβαινε στον τέταρτο όροφο.
Ανύποπτοι πως ήδη αποτελούνε το περίγραμμα
της αθανασίας.
-Ποια είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη για σας, από τη γνωριμία σας με τον Γιάννη Ρίτσο;
Αισθάνομαι ευνοημένη από την τύχη που μου δόθηκε η ευκαιρία να βρεθώ τόσο κοντά σε λαμπερές προσωπικότητες, όπως τον Γιάννη Ρίτσο. Έχω την εντύπωση πως δεν γεννιούνται συχνά τέτοιοι άνθρωποι, όχι στην εποχή μας πια. Ο Ρίτσος, όπως και οι άλλοι ποιητές της γενιάς του συγγενεύουν περισσότερο με τα ιδανικά που έχουμε μέσα μας για τον κλασικό έλληνα διανοούμενο. θα τολμούσα να πω πως αγγίζουν τις μεγαλοφυίες των αρχαίων Ελλήνων .
Η δική μας εποχή, όπως όλες οι εποχές, σίγουρα θα αφήσει πίσω της ξεχωριστούς ανθρώπους, διαφορετικούς όμως, πιο πολύ στον χώρο της επιστήμης, της τεχνολογίας.. Μπορεί βέβαια και να κάνω λάθος. Θα δούμε.
Λυπάμαι πάντως που σε όλες εκείνες τις συνομιλίες μας δεν τόλμησα να χρησιμοποιήσω μαγνητόφωνο, δεν του ταίριαζε του ποιητή.
-Ποιο περιστατικό από τις συναντήσεις σας ξεχωρίζετε ιδιαίτερα και γιατί;
Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι του, καθώς τρώγαμε το γλυκό της κυρίας Φαλίτσας που μας είχε κεράσει, κτύπησε η πόρτα και μπήκε ο γιατρός που τον κούραρε σε πρόσφατη βρογχοπνευμονία.
«Θα πρέπει να έρχομαι εγώ να τον επισκεφθώ», παραπονέθηκε, «να του μετρήσω την πίεση, να δω πως νιώθει. Αυτός ποτέ του δεν νοιάζεται. Δεν έχω δει ποτέ μου τέτοια περίπτωση ασθενούς. Πάσχει από χίλιες δυο αρρώστιες και δίνει την εντύπωση απόλυτης υγείας. Δεν θα ξεχάσω τη βραδιά που τον πήγαμε στο νοσοκομείο. Είχε σαράντα πυρετό, με δυσκολία είχε σηκώσει το τηλέφωνο. Ήρθα με το φορείο, αδύνατο να δεχτεί να ξαπλώσει. Περπάτησε ολόρθος κι εγώ από πίσω έλεγα τώρα θα πέσει. Στο νοσοκομείο ξεσηκώθηκαν όλοι, του εξασφαλίσαμε δωμάτιο μονόκλινο, δεν δέχτηκε, ήθελε να πάει στο θάλαμο με τους πολλούς».
Ο Γιάννης έσκυψε το κεφάλι κρυφογελώντας. «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, ούτε τις αρρώστιες. Στο σανατόριο περνούσα κάθε πρωί από το νεκροτομείο για να θυμάμαι ότι όλα παίζονται»
Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι του, καθώς τρώγαμε το γλυκό της κυρίας Φαλίτσας που μας είχε κεράσει, κτύπησε η πόρτα και μπήκε ο γιατρός που τον κούραρε σε πρόσφατη βρογχοπνευμονία.
«Θα πρέπει να έρχομαι εγώ να τον επισκεφθώ», παραπονέθηκε, «να του μετρήσω την πίεση, να δω πως νιώθει. Αυτός ποτέ του δεν νοιάζεται. Δεν έχω δει ποτέ μου τέτοια περίπτωση ασθενούς. Πάσχει από χίλιες δυο αρρώστιες και δίνει την εντύπωση απόλυτης υγείας. Δεν θα ξεχάσω τη βραδιά που τον πήγαμε στο νοσοκομείο. Είχε σαράντα πυρετό, με δυσκολία είχε σηκώσει το τηλέφωνο. Ήρθα με το φορείο, αδύνατο να δεχτεί να ξαπλώσει. Περπάτησε ολόρθος κι εγώ από πίσω έλεγα τώρα θα πέσει. Στο νοσοκομείο ξεσηκώθηκαν όλοι, του εξασφαλίσαμε δωμάτιο μονόκλινο, δεν δέχτηκε, ήθελε να πάει στο θάλαμο με τους πολλούς».
Ο Γιάννης έσκυψε το κεφάλι κρυφογελώντας. «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, ούτε τις αρρώστιες. Στο σανατόριο περνούσα κάθε πρωί από το νεκροτομείο για να θυμάμαι ότι όλα παίζονται»
-Με ποια λόγια θα θέλατε να κλείσετε αυτή τη συνέντευξη;
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε να θυμηθώ, υστέρα από τόσα χρόνια τον αγαπημένο ποιητή και μάλιστα πρωτομαγιά, τη μέρα που γεννήθηκε. Μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας αλλά και των δυσκολιών της ζωής ξεχνάμε τα ουσιαστικά. Να ξανανοίξω τα βιβλία του, να ξανακούσω τη φωνή του. Είμαστε τυχεροί ως άνθρωποι που μιλούμε και γράφουμε ελληνικά, που μας τρέφουν ποιητές όπως τον Γιάννη Ρίτσο. Φυσικά και τόσοι άλλοι… Αν αρχίσω να απαριθμώ ονόματα δεν θα τελειώσουμε…
Μέσα στις δυσκολίες του εγκλεισμού που περνάμε αυτές τις μέρες, τα βιβλία τους είναι βάλσαμο, και η θύμησή τους μας ανακουφίζει πως υπάρχουν και οι αθάνατες αξίες…
Η Έλλη Παιονίδου είναι διακεκριμένη ποιήτρια και συγγραφέας έργων παιδικής λογοτεχνίας.
Ο Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής και φιλόλογος, πρόεδρος του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής.
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνετε να θυμηθώ, υστέρα από τόσα χρόνια τον αγαπημένο ποιητή και μάλιστα πρωτομαγιά, τη μέρα που γεννήθηκε. Μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας αλλά και των δυσκολιών της ζωής ξεχνάμε τα ουσιαστικά. Να ξανανοίξω τα βιβλία του, να ξανακούσω τη φωνή του. Είμαστε τυχεροί ως άνθρωποι που μιλούμε και γράφουμε ελληνικά, που μας τρέφουν ποιητές όπως τον Γιάννη Ρίτσο. Φυσικά και τόσοι άλλοι… Αν αρχίσω να απαριθμώ ονόματα δεν θα τελειώσουμε…
Μέσα στις δυσκολίες του εγκλεισμού που περνάμε αυτές τις μέρες, τα βιβλία τους είναι βάλσαμο, και η θύμησή τους μας ανακουφίζει πως υπάρχουν και οι αθάνατες αξίες…
Η Έλλη Παιονίδου είναι διακεκριμένη ποιήτρια και συγγραφέας έργων παιδικής λογοτεχνίας.
Ο Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής και φιλόλογος, πρόεδρος του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής.