Ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της τέχνης της Κύπρου ανοίγουν τα 219 έργα από την κατεχόμενη πόλη που παραδόθηκαν στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο Γιάννης Τουμαζής αποτιμά την καλλιτεχνική σημασία τους και η Αντρούλλα Βασιλείου μιλά για το χρονικό της παράδοσής τους.
Όλα ξεκίνησαν το 2018, όταν ο Τουρκοκύπριος Κανί Κανόλ ζήτησε να έχει μια συνάντηση με την Αντρούλλα Βασιλείου, συμπρόεδρό του στη Δικοινοτική Επιτροπή για τον Πολιτισμό, για να της πει κάτι εμπιστευτικό. Σ’ αυτή τη συνάντηση τής ανέφερε ότι βρήκαν σε μια αποθήκη, στο Πολιτιστικό Κέντρο στην κατεχόμενη Λευκωσία, 219 έργα Ελληνοκυπρίων καλλιτεχνών τα οποία, σε συνεννόηση με τον Μουσταφά Ακιντζί, αποφάσισαν να τα μεταφέρουν κάπου πιο ασφαλισμένα με σκοπό να τα παραδώσουν την κατάλληλη στιγμή. Αυτή η στιγμή, λέει η Αντρούλλα Βασιλείου, ήρθε στις 26 Φεβρουαρίου του 2019, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης και ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί συμφώνησαν να διευθετήσουν την παράδοση των έργων στους Ε/κυπρίους, στο πλαίσιο των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.
«Ο πρόεδρος ρώτησε τον Ακιντζί αν μπορούμε να τους προσφέρουμε και εμείς κάτι και αυτός ζήτησε να τους δώσουμε αρχειακό υλικό από το ΡΙΚ που αφορά τη ζωή των Τουρκοκυπρίων. Το υλικό αυτό είχε σταλεί στις Βρυξέλλες για ψηφιοποίηση, ώστε εμείς να τους δώσουμε αντίγραφα. Αυτός ήταν και ένας λόγος που είχαμε μια καθυστέρηση στην παράδοση των έργων», λέει.
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 2019, στο παλιό Αεροδρόμιο της Λευκωσίας, έγινε η παράδοση του υλικού. Τα Ηνωμένα Έθνη είχαν παραχωρήσει μια αίθουσα για να τοποθετηθούν και να συντηρηθούν τα έργα από ειδικό συνεργείο με επικεφαλής τον Γιάννη Τουμαζή, ο οποίος ανέλαβε την έρευνα, την ταυτοποίησή τους και την επιμέλεια της έκθεσης στο Λήδρα Πάλας. «Ήταν μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μας όταν ήρθε το βαν με τους 219 πίνακες. Όλα τα μέλη της επιτροπής κλαίγαμε από συγκίνηση καθώς παραλαμβάναμε τα έργα», λένε η κ. Βασιλείου και ο Γιάννης Τουμαζής. Το ίδιο κλίμα συγκίνησης κυριάρχησε στις 3 και 4 Φεβρουαρίου, όταν 67 από τα 219 έργα εκτέθηκαν στο Λήδρα Πάλας, στην έκθεση «In Culture we trust».
Ανάμεσα στους προσκεκλημένους η καλλιτέχνης Ρέα Μπέιλι, η οποία έπειτα από 46 χρόνια είδε ξανά μια αυτοπροσωπογραφία της, στην οποία κρατά στα χέρια το μωρό της. Είναι ένα έργο που δημιούργησε όταν σπούδαζε στη Γλασκώβη, το οποίο βρισκόταν στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αμμοχώστου. Ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Λεωνίδας Μαλένης, επίσης συγκινημένος, αντίκρισε δυο πορτρέτα του που φιλοτέχνησε ο Γεώργιος Πολ. Γεωργίου. Ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση ένιωσε και η κόρη του Στέλιου Βότση, Χλόη: «Ο πατέρας μου είχε μεγάλο καημό για τα έργα του που έμειναν στο λιμάνι της Αμμοχώστου κατά την εισβολή και προσπαθούσε να τα πάρει. Μακάρι να ζούσε και να έβλεπε την παράδοσή τους», είπε στον Γιάννη Τουμαζή.
Εμπλουτίζεται η ιστορία της κυπριακής τέχνης
Πώς αποτιμάται όμως καλλιτεχνικά η αξία των 219 έργων; Ποιες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε για την ιστορία της τέχνης των δεκαετιών από το ’20 μέχρι το ’70, αλλά και για την ιστορία της Αμμοχώστου απ’ όπου προέρχονται; Ο Γιάννης Τουμαζής, ο οποίος κατάγεται από την Αμμόχωστο και ως μαθητής Γυμνασίου είχε επισκεφθεί πριν από την εισβολή τη Δημοτική Πινακοθήκη και Βιβλιοθήκη της Αμμοχώστου, δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα και μιλά για τη συναρπαστική εμπειρία της ταυτοποίησης των έργων.
«Στο σύνολό τους τα έργα προέρχονται κατά πάσαν πιθανότητα από τρεις διαφορετικούς χώρους: Τη Δημοτική Πινακοθήκη, το σπίτι και το εργαστήρι του Γεώργιου Πολ. Γεωργίου και την αποθήκη στο λιμάνι της Αμμοχώστου όπου βρέθηκαν τα έργα του Βότση. Τα έργα αυτά εμπλουτίζουν ακόμη περισσότερο τις γνώσεις μας για την ιστορία της τέχνης του τόπου μας από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1974. Είναι αποκαλυπτική η σημασία τους για την Κύπρο της νεοσύστατης Δημοκρατίας της δεκαετίας του ’60. Επίσης, μέσα από τις συλλογές αυτές βλέπουμε την άνθηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής της Αμμοχώστου. Παρατηρούμε ακόμη ένα μοναδικό για την εποχή εκείνη πρόγραμμα αγοράς και έκθεσης έργων τέχνης. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε το 1955 και στη συνέχεια εγκαινιάστηκε το 1959 η Δημοτική Πινακοθήκη, η οποία στεγαζόταν πάνω από τη Βιβλιοθήκη. Για τον εμπλουτισμό τόσο της Βιβλιοθήκης όσο και της Πινακοθήκης δημιουργήθηκαν ειδικές συμβουλευτικές επιτροπές που αποτελούνταν από μια εκλεκτή ομάδα λογίων και εξεχόντων Αμμοχωστιανών, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πολύ για την τέχνη, όπως οι Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, Μήτσος Μαραγκός, Ευάγγελος Λούης Λουίζος, Νίκος Σ. Βραχίμης, Νίκος Ζανετίδης, Ξάνθος Χατζησωτηρίου, Κλαίρη Αγγελίδου, Αντώνης Ψαθάς και Νίκος Αγγελίδης. Επίσης, για τις αγορές των έργων ζητείτο η γνώμη καλλιτεχνικών συμβούλων όπως οι Αδαμάντιος Διαμαντής και Τηλέμαχος Κάνθος. Ο Γιώργος Φιλίπππου Πιερίδης, διευθυντής της Πινακοθήκης, ένας φωτισμένος άνθρωπος με όραμα που καθόρισε την πολιτική αγορών και την εκθεσιακή πολιτική της, είχε μια πολύ προοδευτική αντίληψη σε σχέση με την τέχνη. Βασική επιδίωξη ήταν να αποκτήσει η Πινακοθήκη χαρακτήρα κυπροκεντρικό, βασισμένο όμως στην ποιότητα των έργων, χωρίς να αποκλείονται αγορές αξιόλογων έργων από ξένους καλλιτέχνες».
Η συλλογή της Πινακοθήκης της Αμμοχώστου στο σύνολό της καλύπτει πολλές πτυχές της ιστορίας της τέχνης της Κύπρου με πολύ σημαντικά έργα. Η έρευνα του Γιάννη Τουμαζή σε κείμενα από το αρχείο του Πιερίδη φέρνει στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία. «Για παράδειγμα, αξίζει να πούμε ότι υπάρχουν στοιχεία για αγορά ενός έργου του Διαμαντή του 1932, που είναι από τα έργα που επιστράφηκαν και το οποίο εκτέθηκε στο Λήδρα Πάλας. Επίσης ο Πιερίδης αναφέρεται στην αγορά ενός έργου του Κισσονέργη σαν σημαντικό απόκτημα και στην ανάγκη να αναρτηθεί στην πινακοθήκη “παρά το γεγονός ότι κρινόμενο με τα σημερινά κριτήρια θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει μέτρια αξία”. Μην ξεχνάτε πως ήταν η περίοδος που προωθείτο η αφηρημένη τέχνη, λόγω και της άφιξης των νέων καλλιτεχνών από τις σπουδές τους στο εξωτερικό. Όμως ο Πιερίδης ήθελε επίσης να αγοραστούν σημαντικά και ιστορικά έργα για την Πινακοθήκη, όπως ένα έργο του Τηλέμαχου Κάνθου του 1940, αυτό του Αδαμάντιου Διαμαντή του 1932, του Σολωμού Φραγκουλίδη, του Βασίλη Βρυωνίδη, αλλά και των Χριστόφορου Σάββα και Στέλιου Βότση μεταξύ άλλων. Στη συλλογή περιλαμβάνεται ακόμη ένα αριστουργηματικό έργο του Κάσσιαλιου, «Τα εργαλεία του γεωργού».
Παράλληλα, σημειώνει ο Γιάννης Τουμαζής, αγοράστηκαν δημιουργίες σημαντικών ζωγράφων από την Ελλάδα. Αυτό έγινε κυρίως έπειτα από μια έκθεση το 1960 με τη συνεργασία της πρεσβείας της Ελλάδος, στην οποία εκτέθηκαν 61 έργα 10 καταξιωμένων Ελλήνων καλλιτεχνών: Γιάννη Σπυρόπουλου, Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Μόραλη, Φώτη Κόντογλου, Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Γιώργου Γουναρόπουλου, Γιώργου Μαυροΐδη κ.ά. Αγοράστηκαν αρκετά έργα από εκείνη την έκθεση από τη Δημοτική Πινακοθήκη της Αμμοχώστου και στα χρόνια που ακολούθησαν αγοράστηκαν κι άλλα όπως για παράδειγμα ένα του Σπύρου Βασιλείου το οποίο επίσης έχει επιστραφεί.
Αξίζει να σημειωθεί πως επιστρέφονται και έξι έργα του Νίκου Νικολαΐδη. Ως γνωστόν, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και Πινακοθήκη υπήρχε η γωνιά Νίκου Νικολαΐδη, αφού εκτός από το προσωπικό του αρχείο, που είχε δωρίσει ο Στρατής Τσίρκας, υπήρχαν επίσης το μπαστούνι του, οι χαλκογραφίες που έγιναν για το έργο του «Ο γιος του μοναχού», καθώς και ένας πίνακας της Δώρας Ποτήρη, τον οποίο χάρισε η λόγια Μαρία Ρουσιά και παρουσίαζε τον Νίκο Νικολαΐδη στο κρεβάτι λίγο πριν πεθάνει. Το έργο αυτό επιστράφηκε επίσης.
Μνημειακά έργα του Γεωργίου Πολ. Γεωργίου
Στο σπίτι του Γεώργιου Πολ. Γεωργίου, στην οδό Ερμού 136 όπου διατηρούσε και το εργαστήρι του, σύμφωνα με μια απογραφή που έκαναν τα ανίψια του, η Ρίμα Ούτραμ και ο Αριστόδημος Φοινιεύς το 1973, βρίσκονταν 297 έργα από τα οποία επιστράφηκαν τα 41. «Γνωρίζουμε καλά τον Γεωργίου και το έργο του, τους χωρικούς του, τις εκκλησίες του, τα αρχαϊκά του», λέει ο Τουμαζής. «Με αυτή την ανταλλαγή όμως μας παραδόθηκαν πολύ σημαντικά μνημειακά έργα του, όπως ο πίνακας “Κύπρια Έπη” (Cypria Saga 1956) που κάποιοι χαρακτηρίζουν ως την Γκουέρνικα της Κύπρου. Σώθηκε ακόμη το ιστορικό έργο “H Ξαναγέννηση της Κύπρου” (1960) αλλά και “Η συμβολική διαίρεση της Κύπρου” (1963). Ο Γεωργίου ήταν ήδη ένας καταξιωμένος δημιουργός στην εποχή του στο Βαρώσι, τα έργα του είχαν μεγάλη αξία και αρκετά από αυτά που επιστρέφονται ήταν από τα αγαπημένα του, που τα κρατούσε στο σπίτι του. Μέσα από τις δημιουργίες αυτές βλέπουμε τα καίρια πολιτικά σχόλια που έκανε ο Γεωργίου σε σχέση με τη νεότερη ιστορία της Κύπρου: Τα γεγονότα του ’63, τους βομβαρδισμούς, τα 13 σημεία του συντάγματος. Είχε οξυδερκή και κριτική ματιά και μια διορατικότητα που εξέφραζε ξεκάθαρα στη δουλειά του. Σημαντικοί επίσης είναι οι μεγάλοι πίνακες με το λιμάνι του Ρόττερταμ, το λιμάνι του Λονδίνου και διάφορες όψεις του λιμανιού της Αμμοχώστου αλλά και το καράβι του Κινύρα. Γνωρίζαμε για τα μνημειακά έργα του Γεωργίου, ωστόσο τώρα θα έχουμε την ευκαιρία να μελετήσουμε από κοντά όλο το φάσμα της θεματολογίας αλλά και της ιδιότυπης τεχνικής του».
Οι παρουσίες του Στέλιου Βότση
Σε μια από τις πιο σημαντικές περιόδους της δουλειάς του Στέλιου Βότση ανήκουν τα 24 έργα που βρέθηκαν σε αποθήκη στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Οι πίνακες είχαν σταλεί στο Λονδίνο το 1973 για μια ατομική έκθεση στο Κοινοπολιτειακό Ινστιτούτο και επιστράφηκαν στην Κύπρο λίγο πριν από την εισβολή. «Πρόκειται για έργα από τη σειρά “Παρουσίες”, στα οποία αποτύπωνε με το γνωστό του γεωμετρικά αφαιρετικό ιδίωμα τις μεταφυσικές και πνευματικές του ανησυχίες. Δείχνουν όλη την γκάμα του ταλέντου και του συνεχούς πειραματισμού του. Είναι συγκλονιστικό το γεγονός πως το 2020 έχουμε την ευκαιρία να δούμε σχεδόν αυτούσια την ατομική έκθεση του καλλιτέχνη που έγινε το 1973! Ο Βότσης είχε επίσης βραβευθεί εκείνη την περίοδο σε έναν ευρωπαϊκό διαγωνισμό ζωγραφικής στην Οστάνδη του Βελγίου. Μερικά από αυτά ίσως ήταν έργα που παρουσιάστηκαν και στο Βέλγιο, καθώς στην πίσω πλευρά των έργων βρέθηκαν ετικέτες στα φλαμανδικά».
63 πορτρέτα από τον Μιχαλάκη Χατζηδημητρίου Χατζή
Τροφή για συζητήσεις, έρευνα και μελέτη αναμένεται να δώσουν τα έργα του Μιχαλάκη Χατζηδημητρίου Χατζή, ο οποίος ζωγράφισε πάνω από 380 πορτρέτα Αμμοχωστιανών της περιόδου γύρω στο 1920, τα οποία δώρισε στην Πινακοθήκη της Αμμοχώστου προτού πεθάνει το 1963. Ήταν γνωστός ως μια ιδιοφυής προσωπικότητα της Αμμοχώστου. Σπούδασε στο Παρίσι εμπορικά, όπου διδάχθηκε επίσης ζωγραφική και μουσική. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, σπούδασε νομικά δι’ αλληλογραφίας, υπήρξε εξαιρετικός βιολιστής αλλά και συλλέκτης παλιών βιολιών. Ήταν ξάδελφος του Γλαύκου Αλιθέρση. Πρόκειται, όπως εκτιμά ο Γιάννης Τουμαζής, για έναν εξαιρετικό πορτρετίστα ο οποίος παρακολουθούσε με προσοχή τα τεκταινόμενα στον χώρο της τέχνης στην Ευρώπη των αρχών του αιώνα. «Βλέπουμε μια εκρηκτική εικαστική γραφή, ένα πειραματισμό με ιμπρεσιονιστικά αλλά και εξπρεσιονιστικά στοιχεία, που δεν γνωρίζαμε σε τόσο εύρος. Από τα 380 πορτρέτα επιστράφηκαν τα 63. Πρόκειται για φυσιογνωμίες της εποχής, έμπορους, επιχειρηματίες, επιστήμονες, πολιτικούς και λόγιους μεταξύ άλλων. Σε μερικά από αυτά αναγράφονται και κάποια ονόματα. Ελπίζω πως με την έκθεση που θα γίνει αργότερα στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης, θα εξακριβωθεί ποιοι είναι οι Βαρωσιώτες που εικονίζονται στα πορτρέτα. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της έκθεσης στο Λήδρα Πάλας, η Αμμοχωστιανή καλλιτέχνις Μαίρη Πλαντ αναγνώρισε σε ένα από αυτά τον παππού της Κυριάκο Ρωσσίδη, γνωστό δικηγόρο της πόλης και βουλευτή Καρπασίας».
Κάποια άλλα, επίσης, από τα έργα της Δημοτικής Πινακοθήκης που ξεχωρίζουν είναι του Θεόφιλου Μογάπγαπ. Ήταν τοπογράφος και έφορος αρχαίων μνημείων Αμμοχώστου. Μελετούσε την παλιά Αμμόχωστο και ζωγράφιζε ακουαρέλες και λάδια από την πόλη. Από τα 219 έργα που διασώθηκαν στην Αμμόχωστο μόνο 14 δεν έγινε κατορθωτό να αναγνωριστούν. Το ζήτημα της απόδοσης των έργων στους νόμιμους δικαιούχους διαχειρίζεται Ειδική Τριμελής Επιτροπή που συστάθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Αρχειακό υλικό που αφορά τους Τ/κ
«Τα 219 έργα ήταν πακεταρισμένα σε μια αποθήκη στο Πολιτιστικό Κέντρο στη Λευκωσία. Έχουμε μια μεγάλη βιβλιοθήκη και έναν εκθεσιακό χώρο. Κάποιοι άνθρωποι τα βρήκαν στην Αμμόχωστο και τα φύλαξαν για πολύ καιρό. Τα καταγράψαμε και τα πακετάραμε ξανά. Μιλήσαμε με τον Μουσταφά Ακκιντζί και με οδηγίες του καταφέραμε να τα παραδώσουμε. Δεν ανήκουν σε μας και είμαστε πολύ ικανοποιημένοι που επιστρέφουν στους ιδιοκτήτες τους. Επίσης είναι πολύ σημαντικό για μας που πήραμε τα αρχεία από το ΡΙΚ», μας είπε ο Τουρκοκύπριος Κανί Κανόλ, συμπρόεδρος της Δικοινοτικής Επιτροπής για τον Πολιτισμό.
Το ψηφιοποιημένο υλικό που παραδόθηκε στους Τουρκοκύπριους αποτελείται από οπτικό υλικό από το 1960 ως το 1963, μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας και αφορά κυρίως επίσημες τελετές, αθλητικές εκδηλώσεις, εγκαίνια και διάφορες δραστηριότητες των πολιτικών ηγετών όπως επισκέψεις, δεξιώσεις και συναντήσεις. Τα ηχογραφημένα αρχεία αποτελούνται κυρίως από μουσικά προγράμματα, (μεταξύ των οποίων τα πρώτα καταγεγραμμένα δοκιμαστικά των έργων του διάσημου Κύπριου συνθέτη Kamuran Aziz), καθώς και ηχογραφήσεις από την απαγγελία γνωστών θεατρικών έργων, παιδικών αναγνωσμάτων και την ανάγνωση του Κορανίου.
* Τα 219 έργα τέχνης που παραδόθηκαν στην ελληνοκυπριακή πλευρά και διαχειρίζονται οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες, θα εκτεθούν σύντομα στο σύνολό τους στην Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης (ΣΠΕΛ) στη Λευκωσία.