«Football. Το παιχνίδι της ανθρωπότητας» του Θανάση Τριαρίδη σε σκηνοθεσία Τριαντάφυλλου Δελή.
Αν παρομοιάζαμε μια θεατρική παράσταση μ’ ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, θα λέγαμε ότι ο ηθοποιός είναι ο παίκτης, ο σκηνοθέτης ο προπονητής κι ο θεατής ο φίλαθλος- οπαδός. Η σκηνή είναι φυσικά ο αγωνιστικός χώρος και κερκίδα η πλατεία. Και ο συγγραφέας; Αυτός πρέπει να είναι το πνεύμα του παιχνιδιού. Είναι ένα παιχνίδι απροσδόκητο και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα. Αυτό αποτελεί μια βασική ομοιότητα του θεάτρου με το ποδόσφαιρο, αφού η ποιότητα και η αξία των παικτών, της ομάδας, του προπονητή ποτέ δεν αρκούν για να βάλει κάποιος το χέρι στη φωτιά, ότι το αποτέλεσμα θα είναι το προσδοκώμενο. Γι’ αυτό παίζουν ρόλο πολλές ακόμη μικρές και μεγάλες παράμετροι και λεπτομέρειες.
Αν παρομοιάζαμε μια θεατρική παράσταση μ’ ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, θα λέγαμε ότι ο ηθοποιός είναι ο παίκτης, ο σκηνοθέτης ο προπονητής κι ο θεατής ο φίλαθλος- οπαδός. Η σκηνή είναι φυσικά ο αγωνιστικός χώρος και κερκίδα η πλατεία. Και ο συγγραφέας; Αυτός πρέπει να είναι το πνεύμα του παιχνιδιού. Είναι ένα παιχνίδι απροσδόκητο και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα. Αυτό αποτελεί μια βασική ομοιότητα του θεάτρου με το ποδόσφαιρο, αφού η ποιότητα και η αξία των παικτών, της ομάδας, του προπονητή ποτέ δεν αρκούν για να βάλει κάποιος το χέρι στη φωτιά, ότι το αποτέλεσμα θα είναι το προσδοκώμενο. Γι’ αυτό παίζουν ρόλο πολλές ακόμη μικρές και μεγάλες παράμετροι και λεπτομέρειες.
Στην περίπτωση του έργου «Football. Το παιχνίδι της ανθρωπότητας» ο (συγγραφέας) Θανάσης Τριαρίδης, μέσω του (ηθοποιού) Σήφη Πολυζωίδη, πετάει την μπάλα στην εξέδρα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Εδώ ο θεατής δεν παρακολουθεί μόνο, σκοράρει κιόλας. Εμπλέκεται στο παιχνίδι. Από τα πρώτα λεπτά που η μπάλα κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι στην πλατεία μέχρι το τέλος που μ’ ένα σφίξιμο περιμένει ο καθένας τη μοιραία μπαλιά, «σαν πεπρωμένο, ή σαν ιστορική νομοτέλεια». Κι αυτός είναι ο στόχος της όλης πρότασης. Από τη βολική του θέση, ο καθένας μας από απλός παρατηρητής μετατρέπεται σε αχθοφόρο της συλλογικής ενοχής. Όχι του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά όσων αμέτρητων αποκρουστικών τερατωδιών έχει υπογράψει το είδος μας για να φτάσει εδώ που έφτασε. Το κείμενο παίζει επικίνδυνα με τις έννοιες της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης, όχι όμως για να επιφορτώσει τη συνενοχικότητα, αλλά για να ενθαρρύνει την κριτική σκέψη και την υπευθυνότητα.
Μαζί με το «HIV» και το «Leopold», το «Football» συγκροτεί μια άτυπη πολιτική τριλογία που αγγίζει τα εγκλήματα της Δύσης απέναντι στους αυτόχθονες πληθυσμούς της Αφρικής και της Κεντρικής Αμερικής. Κοινό στοιχείο των έργων αυτών είναι το γεγονός ότι μιλάμε για ένα είδος μονολόγου- αγόρευσης, υποβόσκει συνεχώς μια διάδραση, ένας διεγερτικός διάλογος με τον θεατή αλλά κι ένας συνεχής σαρκασμός και αυτοσαρκασμός. Κανείς δεν βγάζει την ουρά του απ’ έξω. Ούτε ο συγγραφέας, ούτε ο ηθοποιός, ούτε ο σκηνοθέτης, ούτε ο χειριστής του ηλεκτρολογείου.
Το ματς ξεκινά με… γκολ από τα αποδυτήρια, αφού ο ηθοποιός συστήνεται στο κοινό με το πραγματικό του όνομα. Μετά τις πρώτες αναγνωριστικές πάσες αρχίζει και μάς παίζει στο μισό γήπεδο αφού αυτός έχει τη μπάλα και την ευχέρεια να εξαπολύει τις λεκτικές του επιθέσεις. Η αποδομητική αυτή φόρμα κλείνει το μάτι στο «Βρίζοντας το κοινό» και τα άλλα έργα αγόρευσης του Πέτερ Χάντκε, που χωρίς καμία πρόθεση διδακτισμού και ηθικολογίας κυριολεκτεί κάνοντας περιεχόμενο τη γλώσσα και θέμα την ίδια την ιδιότητα του θεατή, καταγγέλοντας τη σκηνική πράξη μέσα στην έδρα της. «Είστε ένα γεγονός. Είστε το γεγονός» τσιγκλούσε ο νομπελίστας Αυστριακός συγγραφέας τους θαμώνες του θεάτρου, καθιστώντας τους σαφές ότι αποτελούν ένα «δραματουργικό ατύχημα» κι ότι με τον τρόπο αυτό δεν μεταφέρονται σε μια άλλη πραγματικότητα, αλλά αποκτούν συνείδηση του εαυτού τους.
Η ανοιχτή πλευρά της σκηνής δεν είναι ο τέταρτος τοίχος ενός σπιτιού ή ενός γηπέδου. Ο τέταρτος τοίχος βρίσκεται πίσω από τους θεατές. Συμβάσεις και βεβαιότητες κλονίζονται, οι ανέσεις αμφισβητούνται. Στο «HIV» ιδρώσαμε από τη διακοπή του ρεύματος, στο «Football» δεν ξέραμε αν κι από πού θα μας έρθει κατάμουτρα καμιά λασπωμένη μπάλα. Είναι μια μετεξέλιξη, μια αντιστροφή του επικού θεάτρου του Μπρεχτ. Η αποστασιοποίηση στην πιο ακραία της μορφή: την εμπλοκή. Δεν δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, δεν την αποφεύγουμε, ταυτιζόμαστε με το δρώμενο αλλά και με τον σκοτεινότερο εαυτό μας. Η ψευδαισθησιακή λειτουργία διαρρηγνύεται, η αφηγηματική διασκέδαση ακυρώνεται.
Υπάρχουν στιγμές στο έργο που υπό τις οδηγίες του σκηνοθέτη Τριαντάφυλλου Δελή ο Σήφης Πολυζωίδης βάζει… πολύ φάλτσο στη μπάλα κι επιδιώκει φαντεζί ντρίπλες και τσαλιμάκια σε μια ορθολογική προσπάθεια να στρογγυλέψει λίγο τις εξαιρετικά τραχιές αξιώσεις του κειμένου, που ενίοτε γίνεται αφόρητα επιθετικό προς τον θεατή. Η πρότασή τους μπορεί να μη «σκίζει τα δίχτυα», αλλά αυτό που μετράει είναι το γκολ. Το ματσάκι έχει κερδηθεί.
Η αγόρευση διατείνεται ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός κυλίστηκε σ’ έναν ωκεανό από λάσπη και αίμα για να φτάσει εδώ που έφτασε. Ότι χωρίς τη βία θα ήμασταν ακόμη πίθηκοι και θα τρώγαμε μπανάνες. Φυσικός προορισμός του homo sapiens -ή καλύτερα του homo necans- είναι να γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής ακόμη κι αν χρειαστεί να ξεκληρίσει άλλους πολιτισμούς ή να χρησιμοποιήσει ξεκοιλιασμένα έμβρυα ως μπάλα.
Ο Τριαρίδης «διαβάζει τη φάση» και σαμποτάρει τη σύμβαση του ατάραχου θεατή, αυτού που παρακολουθεί μια παράσταση και κατά προέκταση αυτού που παρακολουθεί μια αδικία χωρίς να αντιδρά. Μπορεί να είναι κάπως ενοχλητικό, αλλά είναι υγιές να έρχεσαι αντιμέτωπος με σοβαρούς προβληματισμούς μ’ έναν τόσο έντονο τρόπο. Διότι το ζητούμενο είναι να μάθουμε να κλείνουμε τη μύτη μας στη δυσωδία. Να μην τη συνηθίσουμε. Να μην εξοικειωθούμε με τη φρίκη και κυρίως να μην εθιστούμε σ’ αυτή. Μήπως και παραμείνουμε άνθρωποι.