Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα ’δώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, «Μέσα στις πέτρες»
Ποιήματα (1941-1974), Εκδόσεις Καστανιώτη 1981
Προσανατολιζόμουν, λόγω της Ημέρας της Γυναίκας, το σημερινό μου σημείωμα να αναφέρεται σε γυναίκα συγγραφέα. Και την είχα βρει. Αλλά στις 28 Φεβρουαρίου ήρθε η είδηση του θανάτου της Άλκης Ζέη και άλλαξα ρότα. Ήταν 97 χρόνων. Πλήρης ημερών, όπως συνήθως λέγεται. Αλλά η Ζέη ήταν και πλήρης βιωμάτων…
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο
να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα ’δώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.
ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, «Μέσα στις πέτρες»
Ποιήματα (1941-1974), Εκδόσεις Καστανιώτη 1981
Προσανατολιζόμουν, λόγω της Ημέρας της Γυναίκας, το σημερινό μου σημείωμα να αναφέρεται σε γυναίκα συγγραφέα. Και την είχα βρει. Αλλά στις 28 Φεβρουαρίου ήρθε η είδηση του θανάτου της Άλκης Ζέη και άλλαξα ρότα. Ήταν 97 χρόνων. Πλήρης ημερών, όπως συνήθως λέγεται. Αλλά η Ζέη ήταν και πλήρης βιωμάτων…
Δεν ανήκω στη γενιά που λένε (και δικαίως) ότι τα βιβλία της Ζέη τους διαμόρφωσαν. Όταν τα «παιδικά» βιβλία της Ζέη άρχισαν να κυκλοφορούν ελεύθερα, εγώ δεν ήμουν πια παιδί. Αλλά καθώς δούλευα (πού αλλού;) σε βιβλιοπωλείο, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου και Το καπλάνι της βιτρίνας ήταν τα δύο βιβλία που προτείναμε σταθερά σε όσους πελάτες μάς ρωτούσαν τι να χαρίσουν σε κάποιο παιδί. Όμως, έστω και εν αγνοία μου, είχα υπάρξει… θαυμάστρια ενός δικού της ήρωα, από τον (πολύ μακρινό) καιρό, πριν από τη χούντα, όταν ο θείος Αντώνης με πήγαινε στο «Σινεάκ», στις παραστάσεις του κουκλοθέατρου του Μπαρμπα-Μυτούση, να δω τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα! Ε, λοιπόν, όπως έμαθα πολύ αργότερα, δημιουργός του Κλούβιου ήταν η Άλκη Ζέη! Αλλά κι αυτό να μην είχε συμβεί, πάλι θα πρότεινα με όλη μου την καρδιά τον Μεγάλο περίπατο, αφού ήταν κοινό μυστικό ότι ο (εννιάχρονος) Πέτρος του βιβλίου ήταν ο Δημήτρης Δεσποτίδης, ο εμβληματικός εμπνευστής και ιδρυτής των Εκδόσεων Θεμέλιο.
Τα χρόνια κύλησαν και ήμασταν πια στο 1987, όταν στον κύκλο των φίλων της εποχής άρχισε να ακούγεται η ερώτηση: «Διάβασες την Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα;», με τον τρόπο ακριβώς που πριν από καιρό είχε ακουστεί η ίδια ερώτηση για το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και, αρκετά αργότερα, για το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… του Χρόνη Μίσσιου. Κι έτσι, από στόμα σε στόμα, η Αρραβωνιαστικιά εισήλθε πανηγυρικά στα ευπώλητα!
Κλέβω από τον Μίσσιο τη σκηνή του αποχαιρετισμού, την ώρα που ο «Φάνης» φεύγει από το σπίτι ενός δεξιού αλλά αντιχουντικού γιατρού που τον είχε κρύψει:
«Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, “Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον…” Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. […] Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας;»
Γιατί ναι, τελικά. Αυτοί οι κυνηγημένοι, οι ανέστιοι άνθρωποι, υπήρξαν οι δημιουργοί της Ιστορίας. Της πραγματικής Ιστορίας. Όχι αυτής που θα φτάσει να γραφτεί και να διδάσκεται, αλλά της άλλης, εκείνης που οι άνθρωποι που την έζησαν θα γνωρίζουν πως ήταν η μόνη αληθινή. Με άφηναν άναυδη κάθε φορά οι αφηγήσεις των μεγαλυτέρων, που είχαν ζήσει τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο, τις εξορίες και τις φυλακές, καθώς συνήθως δεν περιέγραφαν ηρωισμούς ούτε θυσίες, παρά εκδρομές, γλέντια και έρωτες (ομολογημένους κι ανομολόγητους), ή ακόμα και γκάφες επικές, παρανοήσεις και παρεξηγήσεις θανάσιμες, που ωστόσο, για καλή τους τύχη, δεν τους είχαν κοστίσει τη ζωή, αφού ήταν ακόμα εδώ να μας τα λένε…
Έτσι είναι χτισμένη και η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα: ανασύροντας τις μνήμες της πετράδι το πετράδι, για να συνθέσει το ψηφιδωτό μιας τριακονταετίας (1940-1970) της πρόσφατης Ιστορίας της Ελλάδας, μπλέκοντας την προσωπική με τη συλλογική περιπέτεια. Χωρίς πικρίες, χωρίς μεταμέλεια, όσο κι αν, τελικά, το βιβλίο αυτό «είναι ένας “αποχαιρετισμός στα όπλα”, στο όνειρο και στο όραμα ενός ολόκληρου κόσμου, ένα ρέκβιεμ για τη γενιά της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε», όπως σημείωνε στα Νέα ο Κώστας Σταματίου.
Αλλά η στροφή της Ζέη στους ενήλικους αναγνώστες δεν έμεινε χωρίς συνέχεια. Το 2000 εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη Η δωδέκατη γιαγιά, με δεκαέξι αυτοβιογραφικά διηγήματα, όπου το χιούμορ συνυπάρχει με την κριτική ματιά της συγγραφέως. Δέκα χρόνια αργότερα, ήρθαν τα Σπανιόλικα παπούτσια και άλλες ιστορίες, όπου αποτυπώνονται σχεδόν φωτογραφικά, αν όχι και κινηματογραφικά, εικόνες από την Ελλάδα της κατοχής και του εμφυλίου. Στις σελίδες παρελαύνουν μορφές που σημάδεψαν τα γράμματα και τις κάθε λογής τέχνες: από τον Πέλο Κατσέλη, την Ελένη Χατζηαργύρη και τον Κάρολο Κουν ως τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Καββαδία και τη Διδώ Σωτηρίου. Κι αυτό είναι φυσικό, αφού η καθημερινότητα της Ζέη περιλάμβανε και τον κύκλο του συντρόφου της (και συζύγου της από το 1945) Γιώργου Σεβαστίκογλου, πρωτοπόρου σκηνοθέτη και θεατρικού συγγραφέα.
ΥΓ: Όταν ανέλαβα την επιμέλεια του Hotel National, του πρώτου βιβλίου του γνωστού και μη εξαιρετέου Σταύρου Χριστοδούλου της επόμενης σελίδας, περίμενα κάτι ανάλογο των «Χαμηλών Πτήσεων» στο πιο μυθιστορηματικό. Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν προσγειώθηκα ανώμαλα στο Βουκουρέστι των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου! Κι όσο προχωρούσα, ένα ερώτημα γιγαντωνόταν μέσα μου: τάχα συναντήθηκαν ποτέ, ίσως σε κάποια κομματική μάζωξη, οι ήρωες του Σταύρου Χριστοδούλου με εκείνους της Άλκης Ζέη στην Αρραβωνιαστικιά; Θα είχαν τόσο πολλά να πουν μεταξύ τους…
* Φωτογραφία: «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» σε δραματοποίηση των Τάκη Τζαμαργιά και Σάββα Κυριακίδη και σκηνοθεσία του πρώτου, ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από τον ΘΟΚ τις χρονιές 2016-17 και 2017-18, με τον Γιάννη Καραούλη στον ρόλο του Πέτρου. Τον Οκτώβριο του 2018 η παράσταση μεταφέρθηκε στην Παιδική Σκηνή του ΚΘΒΕ, με τον Γιάννη Γκρέζιο στον ρόλο του Πέτρου.
ΥΓ: Όταν ανέλαβα την επιμέλεια του Hotel National, του πρώτου βιβλίου του γνωστού και μη εξαιρετέου Σταύρου Χριστοδούλου της επόμενης σελίδας, περίμενα κάτι ανάλογο των «Χαμηλών Πτήσεων» στο πιο μυθιστορηματικό. Φανταστείτε την έκπληξή μου, όταν προσγειώθηκα ανώμαλα στο Βουκουρέστι των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου! Κι όσο προχωρούσα, ένα ερώτημα γιγαντωνόταν μέσα μου: τάχα συναντήθηκαν ποτέ, ίσως σε κάποια κομματική μάζωξη, οι ήρωες του Σταύρου Χριστοδούλου με εκείνους της Άλκης Ζέη στην Αρραβωνιαστικιά; Θα είχαν τόσο πολλά να πουν μεταξύ τους…
* Φωτογραφία: «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» σε δραματοποίηση των Τάκη Τζαμαργιά και Σάββα Κυριακίδη και σκηνοθεσία του πρώτου, ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία από τον ΘΟΚ τις χρονιές 2016-17 και 2017-18, με τον Γιάννη Καραούλη στον ρόλο του Πέτρου. Τον Οκτώβριο του 2018 η παράσταση μεταφέρθηκε στην Παιδική Σκηνή του ΚΘΒΕ, με τον Γιάννη Γκρέζιο στον ρόλο του Πέτρου.