Πρώτη και διαρκής εντύπωση και αίσθηση: η ανάγνωση προσλαμβάνει μια διηγηματική τέχνη της άκρας λιτότητας, της γλωσσικής και των σχημάτων απλότητας, με σήμα ένα εξαίφνης ανθρωπιάς ή μια διαρκή σηματωρία φιλότητας και ουμανισμού∙ η φιλότης ως αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τον βίο του.
Με την απλότητα της γλωσσικής τους έκφρασης, την καθαρότητα της νοηματικής πλοκής, σε αντίθεση με τη θολούρα της νεωτερικής υπερρεαλιστικότητας και της νοσηρής ψυχογραφικής αφηγηματικότητας, όπου η αλογία και η παραδοξότητα κυριαρχούν, τα διηγήματα του Νίκου Νικολάου-Χατζημιχαήλ αναθερμαίνουν τον διάλογο για το τι είναι Τέχνη διηγήματος και ποια η τελεογραφία της γραφής του, ποια τα διαχρονικά συστατικά της στοιχεία.
Εδώ, η απλότητα της γραφής αποτυπώνει τον συναισθηματικόν επικοινωνιακό λόγο της ψυχής στον διάλογο Ζωής, γι΄ αυτό και τα εξαίφνης ανθρωπιάς που εκρέουν από τον μύθο του διηγήματος νοηματοδοτούν τη γραφή και τη μηνυματοδοτούν. Αυτά τα «εξαίφνης» συνήθως ακροτελευτούν το διήγημα και λειτουργούν ως καθαρτήριοι λουτήρες του αναγνώστη και ως κινητήρες της χαρμονής του. Γιατί τα διηγήματα του Χατζημιχαήλ εκφέρουν, μεταξύ άλλων, και μια πειθώ λογοτεχνικότητας, χωρίς να κυλάνε στον συρμό της νεωτερικότητας και της άλογης σπαραγματικής μυθοπλασίας.
Με έναν λόγο, η ανάγνωση των διηγημάτων της συλλογής προκαλεί έντονα ένδον ωστικά ρεύματα, που ανακινούν διαλεκτικό με τον εαυτό μας προβληματισμό για την ανασύσταση της ποιότητας της ανθρωπιάς μας, του πατριδικού έρωτα και καημού, της κοινοτικής μας πρεπιάς, αναζωπυρώνοντας συνάμα, τον αναγνωστικό έρωτα της λογοτεχνίας. Γιατί η ανάγνωση, ως γνωστόν, κινεί τον μυστικό διάλογο της ψυχής, την ηθική συγκίνηση της συνείδησης και την καθαρτήριο συν(μ)-πάθεια και φανταστική συνέργεια με τη βιοτική δραστικότητα του μύθου.
Ο Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ είναι ο ποιητής που πόνεσε βαθιά, βίωσε τραγωδικά τη συμφορά της Κύπρου του 1974, στοχάστηκε διεισδυτικά και με αυτούς τους δομικούς τρόπους πλάθει την τέχνη των διηγημάτων του.
Γνωρίζουμε πια πως κάθε εποχή –σχολή– λογοτεχνικής έκφρασης κομίζει τον δικό της τρόπο διαχείρισης του Λόγου της Ζωής, της τραγωδίας του Ανθρώπου, των βιοτικών του διλημμάτων και των μεταφυσικών του απορημάτων. Ο νέος αυτός τρόπος γίνεται συρμός, αλλά και μέτρο αξιολόγησης των δημιουργημάτων της Τέχνης, κανόνας κριτικής αποτίμησης της ομοφωνίας και ομολογίας τους με τον φερόμενο συρμό. Τα διηγήματα του Ν.Ν-Χ είναι δημιουργήματα της πρωτογενούς ανάγκης της καρδιάς να διαδεχθεί με τον νουν, πλαστουργώντας αυτόν τον διάλογο σε λογοτεχνία. Μορφή και μύθος αυτής της λογοτεχνίας ενδύονται με εκφραστικήν ειλικρίνεια και απλότητα, επειδή κάθε δημιούργημα που έρχεται στο φως ώς γέννημα της φύσης ή του πνεύματος, χωρίς αλλότρια δεκανίκια και διαμεσολαβήσεις, χωρίς επιθέματα, κοσμήματα και παραλογικεύσεις, έρχεται γυμνόν από επίθετον ιματισμόν και στόλον και για ένδυμα αρκείται στη φυσική του ομορφιά και στην αλήθεια της οντολογίας του. Αυτή είναι η ειδή των διηγημάτων του Χατζημιχαήλ και η αψιμύθευτος ουσία του μύθου τους.
Τα διηγήματα αυτά υπακούουν στην κλασσική λεγόμενη φόρμα του διηγήματος, όπως την καθιέρωσε η βάσανος του χρόνου –η διαχρονική της αποδοχή– αλλά και οι καλλιτεχνικοί κανόνες γραφής και μυθοπλασίας της. Θα τα προσομοίαζα με ένδακρυ εξομολόγηση της καρδιάς, ονειρισμό του θυμικού και φαντασιώσεις της λογικής σε διαλεκτική συλλειτουργία και συνδημιουργία, καθώς πλάθεται με την παραστατικότητα της αφηγηματικής γλώσσας ο μύθος του διηγήματος. Και επειδή είναι πηγαία φωνήματα της υπαρξιακής αγωνίας του δημιουργού, διατηρούν την αμνιακή τους απλότητα και αλήθεια, τη διαλεκτική τους αμεσότητα με τον αναγνώστη∙ μια αναγνωστική πρόσληψη, που στοχαστικά παραπέμπει σε καθαρμούς υπαρξιακούς και ηθική παιδαγωγία.
Γιατί ο δραματικός πόνος της πατριδικής τραγωδίας και η συνοδός παρουσία της θλιβής για την προσφυγιά και την απόδημη ξενητεία από τον γενέθλιο τόπο, που συνιστούν το κυρίαρχο μυθοπλαστικό σώμα και λογοτεχνικό φώνημα των διηγημάτων, εν τέλει, λειτουργούν ως ουμανιστική δοκιμασία και ηθικός αναστοχασμός, που κρίνει και λογομαχεί με την πρεπιά και την ανθρωπιά μας∙ τις αξίες δηλαδή του ελληνικού πατριδολατρικού ήθους της λευτεριάς και της θυσίας, τη μνήμη της ταυτότητας και την ευθύνη της, το ιστορικό χρέος της διαιώνισης και της πολιτισμικής της ανέλιξης. Γιατί η διηγηματική τέχνη του Χατζημιχαήλ ενοικίζει με αμεσότητα και συμπάσχουσα συναισθηματικότητα τα βιοτικά παθήματα των προσώπων του μύθου και τη λυρικότητα του κάλλους του τόπου και του περιβάλλοντος του μύθου εκεί που η αιμορραγούσα μνήμη τα ανασταίνει: στο φυσικό σώμα της κατεχόμενης από τους Τούρκους Καρπασίας ειδικότερα και ευρύτερα της Κύπρου.
Η Αφροδίτη Κύπρος, το έαρ του τόπου και του ανθρώπου, με την ιερότητα της γαίας και την ιερότητα του φυσικού της επενδύτη, αλλά και με την γλυκύτητα και την ημερότητα των καλλιεργητών της ιεροκηπίας της διαλάμπουν στις λυρικές αναπομπές της μνήμης του συγγραφέα, καθώς εξελίσσεται ο μύθος του διηγήματος και στις νοσταλγικές αναφορές-ενυλώσεις που συνοδεύουν και καθορίζουν την ατμόσφαιρα των δρωμένων του διηγήματος.
Πόνος πολύς και μελάγχολη θλιβή αναδύεται από τους μικρούς μύθους των διηγημάτων. Προσωπικά βιώματα της θαυμαστής παιδικής βιοτής του Καρπασεώτη συγγραφέα με την απλότητα και την ειλικρίνεια της κατάθεσής τους οικιώνουν τον μύθο στον αναγνώστη τους και, με την συναισθηματική ταυτοπάθεια, αληθεύουν τον λόγον τους, ως λειτουργούσα ένδον ιδική του περιπέτεια.
Ο πόνος του πολιτισμού που λεηλατήθηκε και ερημώθηκε ή κλάπηκε και αλλοιώθηκε παραμορφωτικά μπορεί να διαχυθεί στη φώνηση μιας και μόνης, μονόλεκτης, σχεδόν, εικόνας. Χάριν παραδείγματος αναφέρω τον τίτλο ενός διηγήματος: «το βένετο ξωπόρτι». Η εικόνα παραπέμπει στην ξακουστή λαϊκή αρχιτεκτονική της Καρπασίας και την αισθητική της. Σύνηθες χρώμα των θυρών και των παραθύρων το βένετο –το χρώμα της θάλασσας– η εικόνα ανακαλεί στη μνήμη τα αρχοντικά της Καρπασίας, αλλά και τους ταπεινούς οικίσκους της, χειροποίητα έργα της πέτρας και του πλίνθου Καρπασεωτών πρωτομαστόρων.
Τα διηγήματα του Χατζημιχαήλ ανανοηματίζουν την τέχνη του διηγήματος μορφικά, αλλά και στη σύνθεση και την τελεολογία του μύθου∙ λιτότητα, απλότητα, αμεσότητα, μυθευμένη με ονειρισμό, ρεαλιστικότητα, συναισθηματική υγεία, λυρικό ευφρόσυνο αλλά και ελεγειακή θλιβή, δραματικός πόνος και προπαντός μνήμη ερωτική πατρίδας και συναισθηματικό κάψιμο από τον ακρωτηριασμό της είναι τα ιδιοπρόσωπα υλικά της λογοτεχνικής τους σύνθεσης.
Κυρίαρχη συναισθηματική τους αύρα είναι η ελεγεία, η οποία ως προστατευτική σινδόνη διατηρεί τη ζέση της μνήμης, της μήτρας που κυοφορεί τον μύθο του διηγήματος με τα συστατικά του δρώμενα και παθήματα. Η μνήμη, που αναβιώνει ως σώμα μύθος μέσα στον χρόνο του διηγήματος, αιματώνει με θυμικές και συναισθηματικές ροές τα δρώμενά του, με τις ψυχικές, δηλαδή, ωδύνες, όσες συνόδευσαν τον τόκο της. Η ελεγεία συγκερνάται και με λυρικά στάγματα, τα οποία, ενίοτε, αγγίζουν τη γλυκύτητα του ρομαντισμού, συναισθηματικές καταστάσεις που συνδιαμορφώνουν την ποιότητα του δραματικού λόγου των διηγημάτων.
Η μνημική ανασύνταξη του δραματικού μύθου ενός διηγήματος του Χατζημιχαήλ διατηρεί την ειλικρίνεια και την αλήθεια τής ουσίας των συμβεβηκότων του πραγματικού ανθρώπινου βίου, που τώρα μυθιστορούνται λογοτεχνικά. Αυτές οι ηθικές ιδιότητες προσλαμβάνει η ανάγνωση ως οικεία γλώσσα της ψυχής, οικείαν ένδον συγκίνηση. Κάπου εδώ βρίσκεται το μεγαλείο της διηγηματικής γραφής του Χατζημιχαήλ, μεγαλείο που φωνείται με τη χαμηλή φωνή της λιτότητας και της απλότητας, όπως, συνήθως, εκφράζεται το ύψος της ποιότητας της Τέχνης.
Η ανάγνωση προσλαμβάνει τη φωνή αυτή ως συναισθηματική ριγηλότητα και ως ταυτοπαθή συγκίνηση, καταστάσεις που ανακλώνται στη ψυχή μας ως φιλότης.