Ο θάνατος της σπουδαίας ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, στις 21 Ιανουαρίου, δεν με αιφνιδίασε, μιας και γνώριζα από καιρό τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Όμως ενεργοποίησε μέσα μου έναν μηχανισμό ανάκλησης παλαιών ημερών και, κυρίως, απόντων πλέον ανθρώπων, που οι δρόμοι μας κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν στους χώρους όπου στεγάστηκαν κατά καιρούς οι Εκδόσεις Καστανιώτη.
 
Ήμουν βέβαιη ότι θα συνέβαινε κάποια στιγμή αυτό. Άλλωστε το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες είναι αφιερωμένο από τη μεταφράστριά του, τη Μάγκυ Κοέν, στον Ανταίο Χρυσοστομίδη. Κι όποτε επισκέπτομαι τον καλό μου φίλο και παθιασμένο ομηριστή Τίτο Χριστοδούλου, εδώ στη Λευκωσία, στο τραπέζι δίπλα του, το φορτωμένο βιβλία, άλλοτε χαϊδεύω με το βλέμμα την Ομηρική μάχη του Κωστή Παπαγιώργη κι άλλοτε το Σωκράτης, Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί. Και ένα βράδυ την περασμένη βδομάδα, όταν καλεσμένος του Τάσου Τρύφωνος στο «Τετ-α-τετ» ήταν ο ηθοποιός Τάσος Χαλκιάς, με τη συνέντευξη να γίνεται στη σκηνή του Θεάτρου Δανδουλάκη, θυμήθηκα σ’ εκείνο το θέατρο τον έξοχο άνθρωπο και διανοούμενο Μάριο Πλωρίτη.
 
Ασκώντας επί αρκετές δεκαετίες το επάγγελμα της επιμελήτριας εκδόσεων και με μια συνεχή δωδεκαετή θητεία στις Εκδόσεις Καστανιώτη, χώρια κάποιες άλλες, ευκαιριακές συνεργασίες μέσα στα επόμενα χρόνια, συνήθιζα να λέω ότι τους δημιουργούς, συγγραφείς και ποιητές, καλύτερα είναι να τους διαβάζεις παρά να τους γνωρίζεις. Αλλά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις… Κι είναι αυτές ακριβώς οι εξαιρέσεις, ευτυχώς όχι σπάνιες, που σε κρατούν ερωτευμένο διά βίου με το συγκεκριμένο επάγγελμα.
 
Σήμερα, λοιπόν, θέμα μας δεν είναι κάποιο βιβλίο, αλλά κάποιοι άνθρωποι του βιβλίου. Μοιραία, πρώτος είναι ο ίδιος ο Θανάσης Καστανιώτης. Όσο κι αν κατά καιρούς έχουμε κάνει ομηρικούς καβγάδες, δεν μπορώ να μην του αναγνωρίσω ένα αλάνθαστο αισθητήριο, σχεδόν ενστικτώδες, στην επιλογή συγγραφέων. Αυτό ακριβώς το αισθητήριο ήταν που του επέτρεψε να προσθέσει (και δικαίως) στον τίτλο των εκδόσεων εκείνο το «Η σύγχρονη εκδοτική παρουσία στα ελληνικά γράμματα». Κοντά σε αυτό το αισθητήριο, τώρα πια που έχουν περάσει τα χρόνια και η ειρωνεία έχει γίνει εν πολλοίς ένας συχνά σοφός αυτοσαρκασμός, ήρθε να θρονιαστεί και μια άγνωστη στο παρελθόν γλυκύτητα… Πανδαμάτωρ, γαρ, ο χρόνος… Η θρυλική (κάποτε) γοητεία του μπορεί ποτέ να μη με άγγιξε, αλλά σήμερα, σαν παλιοί γνώριμοι, τολμώ να πω ότι αγαπιόμαστε. Όχι ακριβώς γι’ αυτό που είμαστε ή γι’ αυτό που γίναμε, αλλά για τις κοινές, ακριβές αναμνήσεις… Κι αν θέλω να είμαι ακριβοδίκαιη, του χρωστώ επίσης ότι το μακρινό 1987 με έχρισε επιμελήτρια του Γιάννη Ξανθούλη, του συγγραφέα με τον οποίο έχτισα έκτοτε όχι μόνο μια επαγγελματική σχέση που κρατάει παραπάνω από μια τριακονταετία (έστω κι αν εδώ και κάμποσα χρόνια δεν ανήκει πια στο δυναμικό των συγκεκριμένων εκδόσεων), αλλά και μια αληθινή φιλία.
 
Το πρώτο βιβλίο του Μάριου Πλωρίτη που ανέλαβα είχε τον τίτλο Της Σκηνής και της Τέχνης και ήταν ενταγμένο στη σειρά «Χρόνος, Τέχνη, Δημιουργοί», την οποία διηύθυνε ο ποιητής Θανάσης Νιάρχος. Είχε μπει ο Δεκέμβρης και ο Καστανιώτης μού το ανέθεσε λέγοντας: «Ξέρω ότι δεν γίνεται, αλλά θέλω να το έχω δέκα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, για την παρουσίαση των φετινών βιβλίων στη δεξίωση της “Μεγάλης Βρετανίας”». Με απανωτά ξενύχτια μέχρι πρωίας, το είχε! Έτσι ανέλαβα το επόμενο… και το μεθεπόμενο… κι όλα τα κατοπινά βιβλία του Μάριου Πλωρίτη, μέχρι το τελευταίο, Το θέατρο στο Βυζάντιο, ευτυχής που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά αυτόν τον εξόχως ευγενή άνδρα, με τη θαυμαστή παιδεία και την ακόμα πιο θαυμαστή συγκρότηση. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον άνθρωπο πιο άξιο για τον τίτλο του ευπατρίδη από εκείνον… Αργότερα, γνωρίζοντας και τη σύζυγό του πια, την Κάτια Δανδουλάκη, είδα μια πιο ανθρώπινη πλευρά και των δύο, με άκρα στοργή, συντροφικότητα και σπάνιο αλληλοσεβασμό!
 
Ο Κωστής (Παπαγιώργης) ήταν εντελώς διαφορετική περίπτωση. Πολύ πιο κοντινός μου ηλικιακά, με κοινούς φίλους τον Νικόλα και τη Γιόλα Μπαλή, που είχαν το εργαστήρι «Ανάγραμμα» στην οδό Καλλιδρομίου, όπου στοιχειοθετούνταν τότε τα περισσότερα από τα βιβλία των Εκδόσεων Καστανιώτη (άλλη μια οφειλή μου στον Καστανιώτη, η φιλία μου μέχρι σήμερα με τη Γιόλα). Δεν θυμάμαι καν ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Παπαγιώργη που ανέλαβα: γραφή καθημερινή, απλή, λεξιλόγιο πολλές φορές «της πιάτσας», αλλά με τόσο καλοχωνεμένη φιλοσοφία και λοιπή κλασική παιδεία, ώστε έχτιζε ένα κείμενο που κυλούσε σαν γάργαρο νερό. Δοκίμια, ναι! Αλλά τόσο σαγηνευτικά γραμμένα, που έκαναν την καθαρόαιμη λογοτεχνία να κιτρινίζει από ζήλια.
 
Με την ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ δεν συνεργάστηκα ποτέ. Τα ποιητικά βιβλία ήταν συνήθως εσωτερική υπόθεση των Εκδόσεων Καστανιώτη και δεν έφταναν σε εξωτερικούς συνεργάτες, όπως η αφεντιά μου. Όμως την έβλεπα τακτικά στα γραφεία και ανταλλάσσαμε δυο λέξεις. Πάντα απλή, ευγενής και προσηνής, ποτέ γκρινιάρα, ποτέ απαιτητική… Καλόγνωμη, όπως θα λέγαμε στην Κύπρο. Η σεμνότητα, η αξιοπρέπεια και η καλοσύνη προσωποποιημένη, σε ένα πρόσωπο που δεν το έλεγες όμορφο την πρώτη στιγμή, μα αμέσως μετά το ξεχνούσες και σου έμενε η γλυκύτητά της κι ο καλός της λόγος. Δεν μπορώ να σκεφτώ γι’ αυτή τη μεγάλη Κυρία καλύτερο αποχαιρετισμό από αυτόν του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη: «Αντίο, αγαπημένη μου θεία Κατερίνα. Στον ουρανό του τίποτα με τα ελάχιστα».
 
ΥΓ: Στις εκατό λέξεις που μου απομένουν δεν μπορώ να πω πολλά για τον Ανταίο. Λίγοι γνωρίζουν πως ήταν Κύπριος εξ Αιγύπτου, γιος του δημοσιογράφου Σοφιανού Χρυσοστομίδη. Άλλωστε αυτόν τον γνώριζα πολύ προτού αναλάβει τη διεύθυνση της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας στις Εκδόσεις Καστανιώτη, αφήνοντας ευδιάκριτο το στίγμα του, παρά τον πρόωρο χαμό του. Αν και με σπουδές Αρχιτεκτονικής στη Ρώμη, ποτέ δεν είδε τον εαυτό του σαν αρχιτέκτονα, αλλά διέπρεψε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Στον Καστανιώτη δεν συνυπήρξαμε: ήρθε στον εκδοτικό οίκο την εποχή ακριβώς που εγώ αποχωρούσα. Αλλά είχαμε ήδη δουλέψει μαζί ένα βιβλίο, το Ερώτων και ασπασμών λαμπρόν απάνθισμα (52+1 ελληνικά διηγήματα γραμμένα και εικονογραφημένα για το περιοδικό Playboy, την εποχή που το διηύθυνε εκείνος).
 
* Φωτογραφία: Ο Θανάσης Καστανιώτης με τη Ζυράννα Ζατέλη, τον Μένη Κουμανταρέα και τον Άγγελο Δεληβοριά.