Η δεκαετία που πέρασε μέσα από εμβληματικές εικόνες που αποτυπώθηκαν στο συλλογικό υποσυνείδητο. Τα πρόσωπα, τα γεγονότα και τα ρεύματα της ιστορίας που άλλαξαν τον κόσμο.

Από την Ξένια Τούρκη

Κάναμε τα πρώτα μας βήματα στη δεύτερη δεκαετία της χιλιετίας που διανύουμε τρεκλίζοντας. Ήταν σαν να μην πιστεύαμε πως το πάρτι τέλειωσε τόσο απότομα. Μισοζαλισμένοι, ακόμη από το hangover, σταθήκαμε αμήχανοι μπροστά σε αυτά που νομίζαμε πως θα διαρκούσαν για πάντα, αλλά τα βλέπαμε να καταρρέουν μπροστά στα μάτια μας. Ήταν δέκα χρόνια βίαιων και βαθιών ανατροπών σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό αλλά και τεχνολογικό επίπεδο. Οι παλιές προκλήσεις δεν λένε να μας εγκαταλείψουν και καθώς αναδύονται νέες όπως η κλιματική αλλαγή, η τεχνητή νοημοσύνη, η διαχείριση της ταυτότητας η ανθρωπότητα καλείται να βρει λύσεις και να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Η δεκαετία που αποχαιρετήσαμε ξεκίνησε με την οικονομική κρίση να γιγαντώνεται. Η Ευρώπη ακολουθώντας τα βήματα των ΗΠΑ βυθιζόταν στην αβεβαιότητα. Πολλοί τότε πίστεψαν πως η κατάσταση ήταν διαχειρίσιμη. Οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν ψεύτικες. Η παγκόσμια οικονομία ήρθε αντιμέτωπη με τη χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Ευρώπη και ΗΠΑ διέθεσαν συνολικά 5.900 δισεκατομμύρια ευρώ, όσον το ακαθάριστο εθνικό προϊόν Γερμανίας και Γαλλίας μαζί, για να διασφαλίσουν τη σταθερότητα των πιστωτικών τους ιδρυμάτων. Όλος αυτός ο πακτωλός χρημάτων διέσωσαν τις τράπεζες, αλλά όχι την κατάσταση.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης αποδείχτηκαν καταλυτικές. Πολλές εταιρείες έβαλαν λουκέτο, με αποτέλεσμα να διογκωθεί η ανεργία. Ακολούθησαν περικοπές στους μισθούς, με το βιοτικό επίπεδο πολλών ανθρώπων να σημειώνει κατακόρυφη πτώση. Αρκετές κυβερνήσεις επέβαλαν προγράμματα λιτότητας με μεγάλες περικοπές στα κοινωνικά προγράμματα, την υγεία και την εκπαίδευση. Αυτοί που κατέβαλαν και το μεγαλύτερο τίμημα ήταν και οι πιο ευάλωτες ομάδες.

Η οικονομική ύφεση, όμως υπήρξε το καλούπι μέσα από το οποίο γεννήθηκε μια τεράστια κοινωνική κρίση. Η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης προκάλεσε κατακλυσμιαίες συνέπειες. Η τελευταία γενιά μεγάλωσε μέσα στον φόβο και την απόγνωση, ξέροντας πως θα ζήσει χειρότερα από ό,τι οι προηγούμενες. Η απώλεια της εργασίας, η οικονομική δυσπραγία και η ανέχεια αντανακλάται πλέον στον τρόπο σκέψης πολλών ανθρώπων, που έμαθαν να ζουν στο περιθώριο και που ξέρουν πως έχουν ελάχιστες ελπίδες για να ξεφύγουν. 

Έτσι, άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τον λαϊκισμό, που από τη μια άκρη του κόσμου μέχρι την άλλη βρήκε πρόσφορο έδαφος για να ανθήσει. Ηγέτες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπόρις Τζόνσον ή ο Ζαΐχ Μπολσονάρο θα ήταν αδιανόητο να βρίσκονται στην εξουσία, πριν από μερικά χρόνια. Και όμως κατάφεραν να εκλεγούν εκμεταλλευόμενοι στο έπακρον τους φόβους και την απελπισία των συμπολιτών τους. Μπόρεσαν να σπείρουν αμφιβολίες για το δημοκρατικό σύστημα, να διχάσουν και δίνοντας υποσχέσεις που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ να αναδειχθούν. 

Το δίπολο δεξιά εναντίον αριστεράς κατέρρευσε και νέοι διαχωρισμοί βγήκαν στην επιφάνεια. Η ιστορία δεν έχει τελειώσει όπως διακήρυξε την προηγούμενη δεκαετία, ο Φράνσις Φουκαγιάμα, αλλά αντίθετα ζούμε στην εποχή που τα πάντα μηδενίζονται και προχωρούμε χωρίς πυξίδα και χωρίς να ξέρουμε πού θέλουμε να φτάσουμε. Οι νέες διαχωριστικές γραμμές δεν είναι ιδεολογικές αλλά βάφονται με διαφορετικό χρώμα ξεχωριστά σε κάθε περίπτωση. Στην Ελλάδα για παράδειγμα καθοριστικός παράγοντας υπήρξε το δημοψήφισμα του 2015, στη Βρετανία το Brexit, στις ΗΠΑ το θέμα των ταυτοτήτων. 

Κοινή συνισταμένη το ότι πλέον οι περισσότεροι έχουν χάσει την πίστη τους στην παγκοσμιοποίηση. Κάποτε τα ανοιχτά σύνορα, η ελεύθερη διακίνηση και το εμπόριο χωρίς όρια, ήταν το όνειρο κάθε φιλελεύθερης δημοκρατίας. Αντίθετα, σήμερα ο ανοικτός κόσμος ακούγεται περισσότερο σαν εφιάλτης και γι’ αυτό όλο και περισσότεροι θέλουν να ορθώνουν τείχη και να κλείσουν απέξω τους υπόλοιπους.

Είναι γι’ αυτό το λόγο που το μεταναστευτικό έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα της ταραγμένης δεκαετίας που σε λίγο φεύγει. Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να διασχίσουν τα σύνορα αναζητώντας εργασία, ασφάλεια και ένα καλύτερο μέλλον οι προκλήσεις για τα κράτη υποδοχής είναι τεράστιες. Το διογκούμενο κύμα προσφύγων και μεταναστών προκαλεί ανάμικτες αντιδράσεις και πυροδοτεί φορτισμένες συζητήσεις για τον τρόπο διαχείρισης αυτών των ανθρώπων.

Και κάποτε αρκεί μια μικρή αφορμή για να αναποδογυριστεί ο κόσμος μας. Η πυρπόληση ενός μικροπωλητή στην Τυνησία που διαμαρτυρόταν για τις αυξήσεις βασικών αγαθών στάθηκε αφορμή για να ξεκινήσουν ογκώδεις διαδηλώσεις σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αραβικής Αφρικής.

Οι τεράστιες προσδοκίες για ένα καλύτερο και δημοκρατικότερο αύριο, που δημιούργησε η Αραβική Άνοιξη, όχι μόνο διαψεύστηκαν αλλά έδωσαν τη θέση τους σε ένα σκοτεινό χειμώνα που κρατά ακόμα. Η Αίγυπτος άφησε πίσω της ένα δικτάτορα για να βρει έναν άλλο, η Λιβύη, η Υεμένη και η Συρία βυθίστηκαν σε ένα καταστροφικό, ατέλειωτο, εμφύλιο πόλεμο και η αστάθεια κινδυνεύει να πνίξει τον Λίβανο και το Ιράκ. 

 Κλιματικές αλλαγές και Ευρώπη
 
Ο Χαράλαμπος Θεοπέμπτου, βουλευτής του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών γράφει για την “Κλιματική Κρίση” , σχολιάζει τα μέτρα που λαμβάνει η Ευρώπη και επισημαίνει τις συνέπειες που θα έχει η Κύπρος από την ελλειπή λήψη μέτρων και δράσεων.
 
Το 2018 μια μικρή μαθήτρια στη Σουηδία αποφάσισε από μόνη της να διαδηλώσει για τις κλιματικές αλλαγές. Η Greta Thunberg ξεκίνησε με το να κάθεται στο δρόμο με ένα πανό και τόση ήταν η επίδραση που είχε με τη δράση της, τις συνεντεύξεις και τα δημοσιεύματα που ένα χρόνο μετά το περιοδικό Time την κήρυξε πρόσωπο της χρονιάς.

Ξεσήκωσε μαθητές σε όλο τον κόσμο ακόμη και στην Κύπρο και έφερε από μόνη της στο προσκήνιο σε πόσο κρίσιμο σημείο είμαστε που όλοι μιλούν πλέον για “Κλιματική Κρίση” και όχι απλά Κλιματική Αλλαγή. Το Νοέμβριο του 2019 το Ευρωκοινοβούλιο πέρασε ψήφισμα με το οποίο κήρυξε “κατάσταση κλιματικής έκτακτης ανάγκης” και μείωση των εκπομπών κατά 55% μέχρι το 2030, όλα τα μέτρα να στοχεύουν να συγκρατηθεί η μέση αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη στον 1.5οC και έκκληση για παγκόσμια μείωση εκπομπών στις θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές.

Πέραν από το ευρωκοινοβούλιο και μέσα στα πλαίσια της  25η (COP25) ετήσιας συνάντησης που γίνεται κάτω από την αιγίδα του ΟΗΕ, όπου οι χώρες προσπαθούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τα μέτρα που θα παρθούν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξήγγειλε την “Ευρωπαϊκή πράσινη συμφωνία” με χρονοδιαγράμματα και στόχους που αφορούν την ΕΕ και οι οποίοι μας αφορούν άμεσα. Ο στόχος που τέθηκε είναι να καταστεί κλιματική ουδέτερη η ΕΕ, δηλαδή να μην εκπέμπει περισσότερους ρύπους από όσους αφαιρούν. Τα κύρια μέτρα που αποφασίστηκαν είναι: Να μην εκπέμπονται αέρια του θερμοκηπίου για την παραγωγή ενέργειας. Να γίνει ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων ούτως ώστε να μειωθεί η ανάγκη σε ενέργεια. Υποστήριξη στη βιομηχανία για να αναδειχθεί η πράσινη οικονομία. Να αναπτυχθούν οι δημόσιες μεταφορές και πιο καθαρά οχήματα. Το πλάνο εργασίας της ΕΕ δείχνει ότι τον Μάρτιο του 2020 θα ξεκινήσουν να ανακοινώνονται μέτρα σε όλους τους τομείς.

Πριν λίγα χρόνια όλοι πανηγύριζαν για την συμφωνία που επιτεύχθηκε στη συνάντηση του Παρισιού, τώρα όμως τα αποτελέσματα ήταν τόσο απογοητευτικά που ακόμη και ο γραμματέας του ΟΗΕ Αντώνιο Γκουτέρες, δήλωσε: “Είμαι απογοητευμένος με τα αποτελέσματα. Χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία για αυξημένες προσδοκίες όσον αφορά την μείωση εκπομπών, την προσαρμογή και την χρηματοδότηση για να αντιμετωπίσουμε τις κλιματικές αλλαγές”.

Οποιοσδήποτε κοιτάξει τα επιστημονικά δεδομένα σε συνδυασμό με τις υποσχέσεις, τα λόγια χωρίς πράξεις και το πόσο αργά προχωρεί η διεθνής κοινότητα να πάρει μέτρα, καταλαβαίνει πολύ γρήγορα, ότι πράγματι είμαστε μπροστά από μια κρίση. Οι επιστήμονες προειδοποιούν για πλημμύρες, ξηρασίες, έντονες βροχοπτώσεις και καύσωνες, δασικές πυρκαγιές, προβλήματα έλλειψης νερού, τήξη των παγετώνων και άνοδο της στάθμης της θάλασσας, αλλαγές στην κατανομή ή ακόμη και εξαφάνιση διαφόρων ειδών πανίδας και χλωρίδας, ασθένειες φυτών και προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς, έλλειψη τροφίμων και πόσιμου νερού και μετανάστευση πληθυσμών για την αποφυγή αυτών των κινδύνων. Παράλληλα μας προειδοποιούν ότι οι κίνδυνοι μη αναστρέψιμων και καταστροφικών αλλαγών θα αυξηθούν σημαντικά εάν η θερμοκρασία του πλανήτη σημειώσει αύξηση μεγαλύτερη των 2 °C σε σχέση με τα επίπεδα της προβιομηχανικής εποχής.

Τι γίνεται όμως με την Κύπρο; Εμείς σαν κράτος μέλος της ΕΕ είχαμε δυο πράγματα που έπρεπε να κάνουμε: Να εφαρμόσουμε πολιτικές ούτως ώστε να πετύχουμε τους στόχους που μας έθεσε η ΕΕ για μείωση των εκπομπών, μείωση της ζήτησης ενέργειας και παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Και, λήψη μέτρων και δράσεων ούτως ώστε να προετοιμάσουμε τη χώρα μας για να αντιμετωπίσει τις νέες κλιματικές συνθήκες και τις επιπτώσεις που θα έχουν, ειδικά μάλιστα που στην ανατολική μεσόγειο οι επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών θα είναι ιδιαίτερα έντονες.

Δυστυχώς όμως για πολλά χρόνια δεν κάναμε απολύτως τίποτα από όλα αυτά και μείναμε πολύ πίσω από τους στόχους μας, γι αυτό και η ΕΕ μας άσκησε έντονη κριτική. Τώρα τρέχουν για να εγκαταστήσουν συστήματα παραγωγής ηλεκτρισμού από Ανανεώσιμες πηγές, πληρώνουμε εδώ και πολλά χρόνια μεταξύ €15εκ και €19εκ κάθε χρόνο για ρύπους που εκπέμπει η ΑΗΚ με το ποσό αυτό να αναμένεται να αυξηθεί δραματικά με τη λήξη της διορίας του 2020.

Δεν προωθήσαμε τις δημόσιες συγκοινωνίες που ευθύνονται για τους μισούς ρύπους που εκπέμπουμε αλλά και για την κακή ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε. Δεν βοηθήσαμε πολίτες και εταιρείες όσο έπρεπε για να αναβαθμίσουν ενεργειακά τα κτήρια τους και σε νέα κτήρια εκδίδουμε το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης πριν κατασκευαστούν και ούτε τουλάχιστον ελέγχουμε αν αυτά έγιναν όπως υποσχέθηκαν. Ο δημόσιος τομέας δεν αναβάθμισε τον αριθμό κτηρίων που έπρεπε κάθε χρόνο,  παρά το ότι είχε ειλημμένη υποχρέωση για ενεργειακή αναβάθμιση του 3% των δημοσίων κτηρίων (με βάση το εμβαδόν) κάθε χρόνο. Πέραν από όλα αυτά αναμένεται να πληρώνουμε σαν κράτος μερικές επιπλέον δεκάδες εκατομμύρια κάθε χρόνο για την αδράνεια μας και σε άλλα θέματα. Πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξουμε μυαλά γιατί οι πρώτοι που θα υποφέρουν από τις επιπτώσεις της αδράνειας μας είναι οι οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων και μετά όλοι οι υπόλοιποι.
 
Μετανάστευση και ευρωπαϊκή συνοχή
 
O Δρ. Στέφανος Σπανέας Αναπλ. καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, γράφει για τις προκλήσεις και τις προοπτικές στο ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο, μετά την άνευ προηγουμένου άφιξη μεταναστών.

 

Η μετανάστευση ανθρώπων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) την τελευταία δεκαετία παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις. Τα πρώτα χρόνια, υπήρξε μια σχετικά ελεγχόμενη ροή μεταναστών, αν και αυξημένη σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, προς διάφορες κεντρο-ευρωπαϊκές κυρίως χώρες, πιθανόν και εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που ήταν εμφανής σε αρκετές χώρες.

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία και η φυγή ενός πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού του προς άλλες κατευθύνσεις, αλλά και οι συνθήκες που επικρατούν σε αρκετές αφρικανικές και ασιατικές χώρες, είχε ως αποτέλεσμα η Ευρώπη να βιώσει μια άνευ προηγουμένου άφιξη ατόμων (αιτούντων άσυλο και παράτυπων μεταναστών), με αποκορύφωμα το 2015, όπου καταγράφηκαν περισσότερες από 1,25 εκατομμύρια νέες αφίξεις ατόμων. Η μεγάλη εισροή των μεταναστών οδήγησε στην ανάπτυξη νέων πολιτικών διαχείρισης του ασύλου και της μετανάστευσης, παράλληλα με την ενίσχυση των μηχανισμών καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης και της ασφάλειας των συνόρων. Ενεργοποίησε επίσης την έναρξη συζητήσεων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, για μια δικαιότερη κατανομή των αιτούντων άσυλο μεταξύ των χωρών της ΕΕ.

Η μεταναστευτική πολιτική σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφορά τόσο τη νόμιμη όσο και την παράνομη μετανάστευση. Η μεν πρώτη αναφέρεται σε προσπάθειες ομογενοποίησης των όρων νόμιμης εισόδου και διαμονής, ξεκινώντας από τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπου ανάμεσα σε άλλους κανονισμούς θα διέπεται από ίδιους κανόνες για τις συνθήκες υποδοχής, για την αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των χωρών, και για τη χορήγηση του προσφυγικού καθεστώτος για όλα τα κράτη μέλη. Η αποτελεσματική διαχείριση της ευαλωτότητας των ατόμων αποτελεί βασικό μέρος της προτεινόμενης κοινής πολιτικής. Για παράδειγμα,  μεταξύ των ατόμων που αιτήθηκαν για άσυλο περίοδο 2015-16, το 30% ήταν ανήλικα άτομα. Οπότε και πρέπει να τους δοθεί ιδιαίτερη προσοχή και προστασία, καθώς ο κίνδυνος να υποστούν βία, να τύχουν εμπορίας προσώπων ή όποιας άλλης εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αρχικά, αλλά και στη χώρα υποδοχής παραμένει υψηλός.

Η διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης αποτελεί την άλλη οπτική γωνία στο συγκεκριμένο θέμα. Ξεκινά από τη χρηματοδότηση έκτακτων μέτρων για τη διαχείριση καταστάσεων κρίσης και συνεχίζει με τη διαμόρφωση πολιτικών αποτροπής τους αλλά και επαναπατρισμού μέρους των μεταναστών που διαμένουν στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Καθώς, οι τακτικές των απελάσεων δεν είναι τόσο αποδοτικές, επενδύει σε λύσεις όπως είναι οι εθελούσιες επιστροφές αλλά και τη σύναψη διακρατικών και ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων επανεισδοχής. Έχει ξεκινήσει η επένδυση σε προγράμματα επανένταξης και επαγγελματικής εκπαίδευσης των μεταναστών που θα αποφασίσουν να επιστρέψουν στις χώρες τους, ώστε να προβούν στην εκεί έναρξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Η μετανάστευση, αρκετά συχνά, θεωρείται ως απειλή και όχι ως ευκαιρία. Οι υψηλοί αριθμοί παρουσίας μεταναστών σε αρκετές χώρες θέτουν σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή συνοχή. Η έλλειψη ενός συνολικού πλαισίου ένταξης στις τοπικές κοινωνίες επιτρέπει το λαϊκισμό, τη δημαγωγία, την ανάπτυξη και διατήρηση στερεοτύπων αλλά και ακραίων αντι-μεταναστευτικών ρητορικών.

Η απαγόρευση της εργασίας και/ή η εισαγωγή περιορισμών και κριτηρίων περιορίζει τις προοπτικές ομαλής ένταξης στις τοπικές κοινωνίες  και δημιουργεί συνθήκες αποκλεισμού και διακρίσεων ανάμεσα στους γηγενείς και μετανάστες κατοίκους μιας περιοχής.

Η παροχή επιδομάτων διαβίωσης αλλά και υποστηρικτικών υπηρεσιών δημιουργούν συναισθήματα δυσπιστίας από τους γηγενείς κατοίκους και αντιλήψεων για το πόσο κοστίζουν και των κοινωνικών οφελών που λαμβάνουν. Και ανεξάρτητα από τους πραγματικούς αριθμούς μεταναστών, το ήμισυ του κοινού σκέφτεται ότι «είναι πάρα πολλά».

Αγνοείται και/ή δεν προβάλλονται ικανοποιητικά εκθέσεις, όπως αυτή του ΟΟΣΑ, που αναφέρεται ότι οι μετανάστες συνεισφέρουν περισσότερο από ό, τι λαμβάνουν. Είναι παραγωγικά μέλη της κοινωνίας όταν εργάζονται, όταν τους επιτρέπεται να δημιουργούν επιχειρήσεις και έχουν καινοτόμες ιδέες. Συμπληρώνουν θέσεις εργασίας τόσο σε αναπτυσσόμενους όσο και σε φθηνούς τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης της φροντίδας των ηλικιωμένων και της υγειονομικής περίθαλψης γενικότερα.

Η νέα Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κα Ursula von der Leyen, ζήτησε από τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μια πιο βιώσιμη προσέγγιση για τη διαχείριση της κατανομής βαρών. Συγχρόνως, υποστήριξε την ανάπτυξη πολιτικών για μια ισχυρότερη ανθρωπιστική συνεργασία με τρίτες χώρες και επιβεβαίωσε το «ηθικό καθήκον» της Ευρώπης να βοηθά τα άτομα που εγκαταλείπουν τις χώρες τους εξαιτίας διώξεων και εμπόλεμων συγκρούσεων.

Αποτυπώνοντας  τις παραπάνω διαστάσεις φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: που θα πρέπει να στοχεύσουμε για τη νέα δεκαετία; Για μια αρμονική συνύπαρξη, προτείνεται η μετακίνηση του διαλόγου από τη διαχείριση απειλών και δαπανών, στη δημιουργία ευκαιριών ένταξης. Υπάρχει ανάγκη για μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική που θα χαρακτηρίζεται από μακροπρόθεσμο χαρακτήρα ανάπτυξης, απελευθερωμένη από βραχυπρόθεσμα, στενά καθορισμένα εθνικά συμφέροντα. Κρίνεται επιτακτική η συνεργασία των κρατών αλλά και της κοινωνίας πολιτών στο πλαίσιο παροχής ευρύτερης υποστήριξης. Η μετακίνηση πληθυσμών δεν θα σταματήσει εξαιτίας των ανισοτήτων και των δυσχερειών που υπάρχουν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Χρειάζεται η ουσιαστική δέσμευση των ευρωπαϊκών κρατών για μια ισότιμη συμμετοχή στην παρουσιαζόμενη κρίση, όπως επίσης και ενίσχυση, σε πολλαπλά επίπεδα, των χωρών καταγωγής, μέσω μιας διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας που θα πρέπει να συνδεθεί και με την πρόληψη της μετανάστευσης.

Από τους δρόμους στην εξουσία
 
O δρ Άγγελος Χρυσόγελος associate professor διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University και συνεργαζόμενος εταίρος του Chatham House, αναλύει πως περάσαμε από τη φάση του γνήσιου λαϊκισμού στον «λαϊκισμό από τα πάνω».
 
Δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος στο ότι το πολιτικό φαινόμενο της δεκαετίας που τελειώνει ήταν ο λαϊκισμός. Αρχικά περιθωριακός στις περισσότερες χώρες το 2010, ο λαϊκισμός βρίσκεται στο κατώφλι του 2020 να επηρεάζει τις αποφάσεις κυβερνήσεων παγκοσμίων δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ και η Ινδία, να απειλεί τη συνοχή περιφερειακών (ΕΕ) και διεθνών οργανισμών (ΠΟΕ), και να αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία της φιλελεύθερης δημοκρατίας παγκοσμίως.

Η ιστορία του λαϊκισμού στη δεκαετία του 2010 ξεκινάει το 2008 με την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η κρίση δεν δημιούργησε αλλά όξυνε τάσεις που η παγκοσμιοποίηση είχε ήδη δημιουργήσει σε πολλές χώρες: οικονομική ανασφάλεια, πολιτιστικό άγχος έναντι της μετανάστευσης, ραγδαίες αλλαγές στην αγορά εργασίας, αίσθηση έλλειψης αντιπροσωπευτικότητας των κομμάτων και πολιτικών συστημάτων.

Η κρίση δεν συντάραξε μόνο οικονομικά τις κοινωνίες. Κατέδειξε και την αδυναμία των ελίτ να συμμορφωθούν με τους κανόνες που οι ίδιες είχαν καταρτίσει. Τα bailout των τραπεζών στις ΗΠΑ και των νότιων χωρών της Ευρωζώνης (και αυτές δανείστριες των μεγάλων τραπεζών του βορρά) μπορεί να ήταν αναπόφευκτα ως διαχείριση κρίσης, αλλά δημιούργησαν και την εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα μετέφερε τα κόστη της προσαρμογής στους πολλούς.

Οι πρώτες εκρήξεις του λαϊκισμού στη δεκαετία του 2010 ξεκινούν από τα κάτω, προβάλλοντας ριζοσπαστικά αιτήματα πολιτικής αλλαγής. Το κίνημα Occupy στην Αμερική, οι Αγανακτισμένοι στην Ευρώπη και οι διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης τη χρονική περίοδο 2010-11, εξέφρασαν μια γενικευμένη οργή για τις δομές εξουσίας με καταλύτη τις συνέπειες της κρίσης (ανεργία, λιτότητα).

Αυτή η πρώτη φάση είναι η φάση του καθαρού και γνήσιου λαϊκισμού, όταν τα αιτήματα αλλαγής είναι ακόμα ακαθόριστα και διατυπώνονται στους δρόμους και τις πλατείες.

Γρήγορα όμως αυτή η πρώτη στιγμή λαϊκής κινητοποίησης περνάει, αφήνοντας πίσω της ανάμεικτα αποτελέσματα. Στις Αραβικές χώρες κάποια αυταρχικά καθεστώτα επιβιώνουν, άλλα καταρρέουν δημιουργώντας ευκαιρίες για εκδημοκρατισμό, και αλλού ξεσπούν εμφύλιοι. Στην Ευρώπη η αμφισβήτηση της λιτότητας βαθαίνει το ρήγμα Βορρά-Νότου, χωρίς να αλλάζουν στην ουσία τους οι πολιτικές της Ευρωζώνης. Και στις ΗΠΑ το Occupy εξασθενεί καθώς ο Μπαράκ Ομπάμα συσπειρώνει προοδευτικές δυνάμεις επιζητώντας την επανεκλογή του το 2012.

Η επόμενη φάση του λαϊκισμού είναι η μεταφορά του από τους δρόμους στο πεδίο της κομματικής πολιτικής, καθώς παλιές και νέες δυνάμεις προσπαθούν να εκμεταλλευθούν το κύμα αμφισβήτησης. Η ακροδεξιά στην Ευρώπη, που μέχρι τότε μιλούσε αποκλειστικά για τη μετανάστευση, ξεκινά να μιλά για την οικονομία – στη Γαλλία και την Ιταλία ενάντια στη λιτότητα, στη Γερμανία και τη Φινλανδία ενάντια στις διασώσεις του Νότου. Στην Ελλάδα και την Ισπανία νέες λαϊκιστικές δυνάμεις της αριστεράς καταφέρνουν μεγάλες νίκες το 2015. Νωρίτερα, το 2013, το ίδιο κάνει το ιδιάζον κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία.

Καθώς η διακυβέρνηση Ομπάμα φτάνει στο τέλος της, τα αιτήματα που η μετριοπαθής πολιτική του είχε αφήσει ανικανοποίητα δημιουργούν για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις για την άνοδο της λαϊκιστικής Αριστεράς στους κόλπους του Δημοκρατικού Κόμματος υπό τον Μπέρνι Σάντερς. Στη Μεγάλη Βρετανία το ίδιο διάστημα (2015-16) το Εργατικό Κόμμα συνταράσσεται από την εκλογή Τζέρεμι Κόρμπιν στην αρχηγία, ριζοσπάστη με λαϊκιστικές τάσεις.

Η τρίτη φάση του λαϊκισμού έρχεται εντυπωσιακά το 2016, με τις νίκες του Brexit στη Μεγάλη Βρετανία και του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Είναι η στιγμή που ο λαϊκισμός παύει να είναι ένα κίνημα αντιπολιτευτικό και περιφερειακό, αλλά εισέρχεται δυναμικά στους διαδρόμους της εξουσίας καταλαμβάνοντας από μέσα το «σύστημα» που (λέει ότι) θέλει να αλλάξει. Είναι ακόμα η στιγμή που η αντισυστημικότητα του λαϊκισμού διατυπώνεται πια όχι τόσο με οικονομικούς και υλιστικούς όρους, αλλά με πολιτιστικούς και ταυτοτικούς: η αντίθεση στη μετανάστευση και η έμφαση στην εθνική κυριαρχία συναρθρώνονται ως αιτήματα του «λαού» και υποκατάστατα πολιτικών οικονομικής δικαιοσύνης και αναδιανομής.

Αυτός ο «λαϊκισμός από τα πάνω», όμως, περισσότερο μετριάζει παρά μεταφράζει την ορμή του «λαϊκισμού από τα κάτω» σε πραγματικές πολιτικές. Ο συμβιβασμός του Τσίπρα με την ΕΕ, η ανανέωση της NAFTA με ελάχιστες αλλαγές από την κυβέρνηση Τραμπ, και η νίκη του Μπόρις Τζόνσον με μια μεγάλη πλειοψηφία, που του επιτρέπει να συνάψει μια εμπορική σχέση με την ΕΕ χωρίς τον φόβο της ευρωσκεπτικιστικής πτέρυγας του κόμματός του, δείχνουν ότι ο λαϊκισμός στην εξουσία είναι πιο πολύ δύναμη στυλιστικής αναστάτωσης παρά διάλυσης του συστήματος.

Η δεκαετία κλείνει όπως ξεκίνησε με τον λαό ξανά στους δρόμους, από τη Χιλή και τη Βολιβία στον Λίβανο και το Χονγκ Κονγκ. Και αυτά τα κινήματα πάσχουν όμως από την «τραγωδία του λαϊκισμού»: όσο παραμένουν στον δρόμο, συνιστούν μια αυθεντική δύναμη λαϊκής αμφισβήτησης, δεν έχουν όμως πολιτική κατεύθυνση και προγραμματική συνοχή. Όταν αποκτούν ποτέ τέτοια, κινδυνεύουν πάντα να μετατραπούν από δύναμη ανατροπής σε πηγή ανανέωσης των δομών εξουσίας της οποίες σήμερα αντιπαλεύονται.

 Κυνηγώντας τον τουρκικό ηγεμονισμό
 
Ο δρ Ζήνωνας Τζιάρρας διεθνολόγος – ερευνητής, PRIO Cyprus Centre σχολιάζει τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την επιδίωξη της Τουρκίας να καταστεί μια υπερ-περιφερειακή δύναμη.
 
Η συμφωνία της Τουρκίας με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) της Λιβύης στην Τρίπολη για τον καθορισμό των μεταξύ τους θαλασσίων ζωνών ήρθε να επιβεβαιώσει κάποιες εκτιμήσεις-αντιλήψεις και να αποδομήσει κάποιες άλλες. Όσο και να υπερτονίζεται από την Ελλάδα και άλλους διεθνείς δρώντες το ότι η συμφωνία είναι παράνομη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, η γεωπολιτική πραγματικότητα και οι σχέσεις ισχύος έχουν τις δικές τους δυναμικές και μπορούν να δημιουργήσουν δεδομένα και τετελεσμένα διαφόρων ειδών.

Το βέβαιο είναι ότι η συμφωνία Τουρκίας – ΚΕΕ προέκυψε ως συνέχεια μιας τουρκικής στρατηγικής περιφερειακού ηγεμονισμού που ακολουθείται συστηματικά από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Κατά τη δεκαετία του 2010 το ηγεμονικό όραμα της Άγκυρας επιδιώχθηκε με σχετικά πιο ήπια μέσα (διπλωματία, οικονομία, πολιτιστικές σχέσεις, κ.λπ.), κάτι που δημιούργησε και την ψευδαίσθηση ότι επρόκειτο για ένα ειρηνικό περιφερειακό πρότζεκτ με αυτοσκοπό την προώθηση του εκδημοκρατισμού, την οικονομική ανάπτυξη και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Ωστόσο, για λόγους που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή και την εσωτερική εδραίωση του ΑΚΡ και του Ερντογάν στην Τουρκία, η επόμενη δεκαετία βρήκε την Τουρκία να επιδιώκει το ηγεμονικό της όραμα με έναν πιο «εφαρμοσμένο» τρόπο, χρησιμοποιώντας δηλαδή πολιτικά, στρατιωτικά, δημογραφικά, οικονομικά, νομικά και άλλα μέσα για να καταστεί μια υπερ-περιφερειακή δύναμη.

Από τις επεμβάσεις στη Συρία και στο Ιράκ, και τις βάσεις στο Κατάρ, τη Σομαλία και το Σουδάν, μέχρι τα πλοία-γεωτρύπανα που έστειλε στην Κύπρο και τη συμφωνία με την ΚΕΕ, η Τουρκία αναθεωρεί, βήμα-βήμα, το γεωπολιτικό status quo της Συνθήκης της Λωζάνης. Αν και η «Γαλάζια Πατρίδα» παρουσιάστηκε σαν έννοια το 2006 από τον Τούρκο ναύαρχο (ε.α.) Τζεμ Γκουρντενίζ, ενσωματώθηκε στο ηγεμονικό όραμα του ΑΚΡ ως η θαλάσσια διάσταση της τουρκικής περιφερειακής (και όχι μόνο) στρατηγικής.

Και αυτό διότι οι τουρκικές ελίτ αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι ο έλεγχος της θάλασσας (στρατιωτικά, εμπορικά, οικονομικά) είναι ζωτικής σημασίας για ένα κράτος που θέλει να ξεφύγει από το καθεστώς της μεσαίας δύναμης και να επιδιώξει το καθεστώς μιας μεγάλης δύναμης. Έτσι, η συμφωνία με την ΚΕΕ επιτρέπει στην Τουρκία να κάνει ένα ακόμη βήμα προς την επιδίωξη των στόχων της, με πιο απτούς πλέον όρους.  

Ο χρονισμός της συμφωνίας (γιατί τώρα;) έχει να κάνει με την εξάρτηση που έχει αναπτύξει η ΚΕΕ από την τουρκική υποστήριξη, που επιτρέπει στην Τουρκία έναν μεγάλο βαθμό επιρροής πάνω στην Τρίπολη, αλλά και με τις επί του εδάφους εξελίξεις στη Λιβύη. Μέσα στο επόμενο έτος είναι πολύ πιθανό να δούμε την Τρίπολη να καταλαμβάνεται από τις δυνάμεις του στρατηγού Χάφταρ και την ΚΕΕ να ανατρέπεται. Αυτό δημιούργησε στην Άγκυρα την αίσθηση του επείγοντος, ότι δηλαδή έπρεπε να εξαργυρώσει τη βοήθεια που παρείχε στην Τρίπολη όσο υπήρχε ακόμα χρόνος – κάτι το οποίο και πέτυχε. Βεβαίως, στη Λιβύη του αύριο όπου μπορεί να υπάρχει μια κυβέρνηση συνασπισμού, δεν είναι δεδομένο το αν η συμφωνία με την Τουρκία θα ακυρωθεί ή όχι. Δεδομένο είναι το γεγονός, όπως όλα δείχνουν, πως η Τουρκία είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο ανατροπής της ΚΕΕ.

Πάντως η συμφωνία προσφέρει πολλά στην Άγκυρα, έστω και αν είναι παράνομη: δίνει ερείσματα (τουλάχιστον) πολιτικής νομιμοποίησης στις πάγιες διεκδικήσεις της επί των θαλασσίων ζωνών της περιοχής· περιπλέκει το σενάριο οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπου· αυξάνει ποικιλοτρόπως την επιρροή της πάνω στην Τρίπολη (εφόσον οδήγησε και τις σχέσεις Ελλάδας-ΚΕΕ σε ρήξη)· δημιουργεί προκλήσεις στις μελλοντικές έρευνες της Ελλάδας για υδρογονάνθρακες νοτίως της Κρήτης και στο σενάριο πόντισης του αγωγού EastMed· και δημιουργεί μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί για να υποστηρίξει την υπόθεσή της στην περίπτωση μιας συνολικής διευθέτησης των θαλασσίων ζωνών της περιοχής από κάποιο δικαιοδοτικό όργανο.

Η Ελλάδα πληρώνει το ότι τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια έχει αποποιηθεί τον ρόλο της στη Μέση Ανατολή, αναλωνόμενη σε εσωτερικά προβλήματα, παρότι ο Αραβικός Κόσμος υπήρξε και ιστορικά το «φυσικό της περιβάλλον», και το ότι η Λιβύη βρίσκεται σε πλήρη αποσταθεροποίηση εδώ και χρόνια. Επιπλέον, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι η Τουρκία βρίσκει τρόπους όχι μόνο να ρυθμίζει την «απομόνωσή» της, αλλά και να θέτει τη γεωπολιτική ατζέντα της περιοχής κατευθύνοντας και αποσυντονίζοντας τις εξωτερικές πολιτικές γειτονικών κρατών. Τέλος, έχουν φανεί για ακόμα μια φορά τα όρια των τριμερών συνεργασιών οι οποίες, παρά τις πολυετείς διακηρύξεις περί του αντιθέτου, δεν λειτούργησαν ούτε αποτρεπτικά, ούτε ανασταλτικά.
 
 Me Too: H επανάσταση φορούσε Prada
 
Η δημοσιογράφος Τώνια Σταυρινού  γράφει για το παγκόσμιο κίνημα του 21ου αιώνα ενάντια στην σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση, που σημάδεψε την τελευταία δεκαετία.
 
Το σενάριο πάει κάπως έτσι: νεαρή ηθοποιός μπαίνει στο γραφείο του μεγαλύτερου εν ζωή παραγωγού του Χόλιγουντ και εκεί που βλέπει μπροστά της οντισιόν, γυρίσματα σε ταινίες με μεγάλους σκηνοθέτες, κόκκινα χαλιά και πρόβες μπροστά στον καθρέφτη για να πιάσει το σωστό συναίσθημα, η πλοκή αλλάζει απότομα και μέσα σε μερικά λεπτά εκείνη βγαίνει βιαστικά από το δωμάτιο του ξενοδοχείου του, με τα χέρια να τρέμουν, σφίγγοντας τα χείλη αναγκασμένη να πνίξει μια από τις πιο τρομακτικές εμπειρίες της ζωής της. «Αν μιλήσεις θα σε συντρίψω» ήταν μια από τις αγαπημένες φράσεις του Harvey Weinstein, ο οποίος με τούτα και με κείνα, παρενόχλησε σεξουαλικά περισσότερες από 70 γυναίκες και φέρεται να βίασε (τουλάχιστον) δύο. Χρειάστηκε μόνο μία από αυτές, με όπλο ένα hashtag για να αρχίσει να συμβαίνει αυτό που περιέγραψε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Brad Pitt:

«Ξανακερδίζονται από την αρχή οι εργασιακές σχέσεις – κι αυτό είναι για καλό. Και ήταν επιτέλους η ώρα του να γίνει – και πολύ μάς πήρε». Όπως όλες οι επαναστάσεις έτσι και αυτή του #MeToo περίμενε το κατάλληλο timing για να δει το φυτίλι της να ανάβει και να ανάβει. Όταν η ακτιβίστρια Tarana Burke μοιράστηκε το συγκεκριμένο hashtag το 2007 προσπαθώντας να δημιουργήσει κάποιο σπινθήρα αντίδρασης στην σεξουαλική κακοποίηση των γυναικών, η προσπάθεια έσβησε στον ψυχρό αέρα της αδιαφορίας. Μια δεκαετία αργότερα η Alyssa Milano με ανοικτό κάλεσμα στα social media πέτυχε το αδιανόητο.

Εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο ανταποκρίθηκαν, μοιράστηκαν τις ιστορίες τους, ζητώντας αλλαγές στις νοοτροπίες που κρατάνε με τη χοντρή χούφτα τους κλειστό το στόμα του θύματος ακόμη και μετά το τέλος του βιασμού του. Αν πέτυχε κάτι όλη αυτή η κινητοποίηση, η μεγαλύτερη διαδικτυακή επανάσταση στην ιστορία και μια από τις πιο προβεβλημένες φεμινιστικές δράσεις της εποχής μας, ήταν αν μη τι άλλο να ανοίξει ο δημόσιος διάλογος για ένα θέμα που είναι τόσο συχνό όσο και αόρατο γύρω μας. Η σεξουαλική κακοποίηση είναι τόσο συνηθισμένη που έχει διεισδύσει στη σφαίρα της κανονικότητας με αποτέλεσμα να θεωρείται σχεδόν νομοτελειακό. Το φρικτό συναίσθημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, αυτό που ξεκινάει με γρήγορους χτύπους της καρδιάς, μια υποψία από ναυτία και ένα αίσθημα απέχθειας που στρέφεται μια έξω σου μια μέσα σου («τι σκατά ήθελα στο γραφείο του/να περπατήσω τέτοια ώρα μόνη/να δεκτώ να με πάει με το αυτοκίνητο/να φορέσω αυτή τη φούστα/να το παίξω φιλική/να γελάσω με τα ηλίθια αστεία του/να φερθώ ευγενικά») είναι τόσο οικείο σε όλες μας όσο οι κράμπες της περιόδου.

Όσο σημαντική και αν είναι η δημόσια συζήτηση που ξεκίνησε τα τελευταία δυο χρόνια, θα πρέπει να συγκρατήσουμε λίγο ακόμη τον ενθουσιασμό μας. Η αλλαγή που συντελέστηκε δεν έχει φτάσει ακόμη στην ταμία του σούπερ μάρκετ μιας και η δική της καταγγελία εξακολουθεί, όπως γινόταν εδώ και αιώνες, να αποσιωπάται, να μειώνεται και να υποτάσσεται στους άγραφους νόμους της πατριαρχίας. Η κουλτούρα αποδοχής του βιασμού είναι τόσο ριζωμένη και οι δομικές αιτίες όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών τόσο εμπεδωμένες που το #MeToo είναι σαν να μην πέρασε ποτέ από την (κανονική) ζωή.

Σε πραγματικές συνθήκες και σε πραγματικούς αριθμούς η βία εξακολουθεί να κάνει τη γη να γυρίζει, από τη Χιλή όπου οι δυνάμεις καταστολής χρησιμοποίησαν τους βιασμούς ως μαζικό όπλο για να σταματήσουν τις διαδηλώσεις κατά του Πινιέρα, μέχρι την κυρία Μαρία της διπλανής πόρτας. Αυτό που σίγουρα άλλαξε και οι μελλοντικές γυναίκες οφείλουν να ευγνωμονούν γι’ αυτό το κίνημα του #MeToo είναι ότι πέτυχε μια θεαματική έναρξη, μια φαντασμαγορική «πρεμιέρα» για όλες τις μελλοντικές διεκδικήσεις, γιατί από δω και μπρος όταν συζητάμε για νομοθεσίες, πολιτικές πρόληψης, αυστηρές ποινές, μηδενική αποδοχή και σχέσεις ανισότητας, θα έχουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, ένα παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Με αυτή την έννοια, το #MeToo ήταν η σφυρίχτρα που ήχησε δυνατά στον κόσμο, τον έβαλε να σταματήσει για ένα δευτερόλεπτο ό,τι κάνει και να ακούσει. Το τι θα γίνει από δω και μπρος, βέβαια είναι αυτό που θα κρίνει και την έκβαση του αγώνα.

 * Στις 6 Ιανουαρίου ξεκινάει η δίκη του Weinstein για βιασμό και σεξουαλική επίθεση, το 2006 και το 2013 αντίστοιχα. Ο ίδιος έχει δηλώσει αθώος. Αν καταδικασθεί αντιμετωπίζει έως και ισόβια. Άλλες 30 παραπονούμενες για σεξουαλική παρενόχληση (κατηγορίες που ο ίδιος δεν παραδέχθηκε) κατέληξαν σε οικονομικό διακανονισμό μαζί του τον περασμένο μήνα.

Ανέτοιμοι μπροστά στις προκλήσεις της τεχνολογίας
 
Η δημοσιογράφος Ξένια Τούρκη γράφει για τις ραγδαίες αλλαγές που φέρνει η τεχνολογική επανάσταση και πως αυτές επηρεάζουν την προσωπική συμπεριφορά μας και ηθική.
 
Όταν μας ρωτούν πώς φανταζόμαστε τεχνολογικά το μέλλον, συνήθως αφήνουμε τη φαντασία μας να οργιάσει. Την ανακατεύουμε με ό,τι σχετικό έχουμε διαβάσει ή τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έχουμε δει, και παρουσιάζουμε μια εικόνα εντελώς φουτουριστική με αυτοκίνητα να πετούν, ανθρώπους που διακτινίζονται από τη μια άκρη του πλανήτη στην άλλη και ρομπότ που να είναι λίγο-πολύ υπηρέτες μας.

Η τεχνολογική επανάσταση που ζούμε, όμως, δεν έχει να κάνει πολύ με την επιστημονική φαντασία. Τα τελευταία χρόνια είδαμε να καταγράφονται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Ο κόσμος μας ψηφιοποιείται και σιγά-σιγά αφήνει πίσω του το αναλογικό του παρελθόν. Το γεγονός αυτό, όμως, έχει πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από ό,τι αντιλαμβανόμαστε προσηλωμένοι στην οθόνη του κινητού μας, που πλέον έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι μας.

Η τεχνολογία διαβρώνει και εισχωρεί σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Έχει αλλάξει ο τρόπος που επικοινωνούμε, που εργαζόμαστε, που εκπαιδευόμαστε. Με λίγα λόγια, τα πάντα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις υπήρξαν πάντοτε ένας καθοριστικός παράγοντας που σηματοδοτούσε σημαντικές αλλαγές στην πορεία της ανθρωπότητας, με πολλαπλές επιδράσεις σε μια σειρά τομέων της καθημερινότητάς μας. Κανένας πλέον δεν ανοίγει εγκυκλοπαίδεια όταν ψάχνει μια πληροφορία, απλά την γκουγκλάρει, ούτε στέκεται στην ουρά μπροστά από το τραπεζικό γκισέ για να καταθέσει χρήματα, το κάνει από μια εφαρμογή στο κινητό του, εκτός αν είναι κάποιος αδαής συνταξιούχος.

Πλέον, οι οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες, ακόμη και η αγορά υπηρεσιών πέρασαν στο διαδίκτυο. Όπως η πιστωτική κάρτα κάποτε έθεσε σε αχρησία τις επιταγές, έτσι και οι συναλλαγές μέσω των έξυπνων συσκευών στέλνουν στο μουσείο τις πιστωτικές κάρτες. Παράλληλα, ο έλεγχος που μπορεί να ασκηθεί μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών είναι πιο αναλυτικός και πιο ακριβής από ό,τι μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί, θέτοντας την ίδια στιγμή μεγάλα ερωτηματικά για τη διαχείριση αυτών των δεδομένων. Και τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο σε ό,τι αφορά την αστυνόμευση και τη δικαιοσύνη γενικότερα, καθώς γινόμαστε ολοένα και πιο δεκτικοί στο να θυσιάσουμε ιδιωτικότητα, δικαιώματα και ελευθερίες για χάρη της ασφάλειας. Τα διλήμματα που θα κληθούμε στο μέλλον να αντιμετωπίσουμε θα είναι καίρια.

Σήμερα το ψηφιακό μέλλον διαγράφεται πιο σημαντικό από ποτέ. Κι αυτό γιατί δεν ξέρουμε πώς θα είναι η αγορά εργασίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν έχουμε ιδέα πώς θα διαμορφωθεί η πολιτική και η διακυβέρνηση. Αγνοούμε πώς η τεχνητή νοημοσύνη θα καθορίσει τις ζωές μας. Και σίγουρα αδιαφορούμε για τη διαχείριση του τεράστιου όγκου προσωπικών δεδομένων που βρίσκονται στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών αλλά και κυβερνήσεων. Το ότι τα αυτοκίνητα, για παράδειγμα, θα γίνουν αυτόνομα ή ότι η αγορά εργασίας, από την παραγωγή εργαλείων μέχρι τη διδασκαλία ξένων γλωσσών, θα διαμορφωθεί με βάση τη ρομποτική, είναι το λιγότερο.

Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων θα συνεχίσει να επεκτείνεται και προβλέπεται ότι τα πάντα, από τα αυτοκίνητα μέχρι τα ποτήρια που πίνουμε τον καφέ μας, θα είναι συνδεδεμένα με το ίντερνετ το 2025. Αν σήμερα μας κάνει εντύπωση μια είδηση, για παράδειγμα, για μια έφηβη που επικοινωνούσε με τους φίλους της μέσω του έξυπνου ψυγείου που αγόρασε η οικογένειά της, μπορούμε να φανταστούμε τι δυνατότητες αλλά και συνάμα τι εφιαλτικό μέλλον δημιουργείται.

Είναι βέβαιο πως θα ασκηθούν πρωτοφανείς πιέσεις στην προσωπική μας συμπεριφορά και ηθική. Καθώς η καθημερινή μας ρουτίνα θα βρίσκεται όλο και πιο συνυφασμένη με την τεχνολογία, όλο και πιο συχνά θα καλούμαστε να απαντούμε σε ερωτήματα και να δίνουμε απαντήσεις με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο από ό,τι κάνουμε σήμερα. Πριν από 50 χρόνια, όποιος ήθελε να ακούσει μουσική ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει σε ένα κατάστημα και να αγοράζει, δίσκους, κασέτες ή CD. Πριν από 20 χρόνια μπορούσε απλά να την κατεβάσει και να την αποθηκεύσει στον υπολογιστή του. Σήμερα το μόνο που χρειάζεται είναι μια συνδρομή σε μια υπηρεσία. Σε 10 ή 20 χρόνια ίσως και να μπορεί απλά να την παράγει μόνος του.

Τα πάντα γύρω μας αλλάζουν συνεχώς. Σήμερα βρισκόμαστε μποστά σε μια τεχνολογική επανάσταση που θα αλλάξει ριζικά τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε, επιχειρούμε και σχετιζόμαστε ο ένας με τον άλλον. Πρέπει όλοι να προετοιμαστούμε για αυτές τις αλλαγές που έρχονται και που ενδεχομένως να είναι ραγδαίες. Όσοι δεν τα καταφέρουν, κινδυνεύουν να παραμείνουν στο περιθώριο, όπως έγινε και στο παρελθόν με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και διαδικτύου. Στον 20ό αιώνα οι ανισότητες περιστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό γύρω από τις οικονομικές και κοινωνικές τάξεις, τις φυλές και τα φύλα. Τώρα η τεχνολογία απειλεί να δημιουργήσει έναν νέο διαχωρισμό.

Φιλgood, Τεύχος 253

Φωτογραφίες: REUTERS, E.P.A (European Press Agency)