Η προσωπική φιλία του Ουαλού καλλιτέχνη Γκλυν Χιουζ με τον Χριστόφορο Σάββα, και η δημιουργική τους σχέση που οδήγησε στην ίδρυση της γκαλερί Απόφασις, ξετυλίγεται σε ένα μεγάλο κεφάλαιο της έκδοσης «Γκλυν Χιουζ 1931-2014», που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες.
 
«Την πρώτη φορά που συνάντησα τον Σάββα  ήταν σε ένα μικρό σουβλατζίδικο με μπλε τοίχους κοντά στον σταθμό λεωφορείων, και κάθε κομμάτι του εαυτού μου είπε «αυτός είναι ο Σάββα». Δεν ήμουν πολύ καιρό εδώ και ήταν ωραίο να γνωρίσω, έτσι, τόσο απλά, κάποιον που δεν ήταν Άγγλος, Έλληνας, Τούρκος ή Αρμένιος, αλλά ήταν μόνο ο Σάββα ο ζωγράφος…», γράφει σ’ ένα σημείωμά του ο Γκλυν Χιουζ για τη γνωριμία του με τον Χριστόφορο Σάββα. «Μετά που συναντηθήκαμε, πριν από την γκαλερί Απόφασις, ο Σάββα έγινε ο φίλος μου, αλλά ήταν επίσης και η μεγάλη μου έμπνευση. Οι δρόμοι μας ήταν παράλληλοι προς την ίδια κατεύθυνση. Είχα βοηθηθεί πολύ από τις σπουδές μου και τις εμπειρίες μου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 στο εξωτερικό, είχα την Κύπρο και είχα και τον Σάββα σε αυτές τις κρίσιμες περιόδους των γεωπολιτικών, πολιτιστικών και οικονομικών αναταράξεων… και αυτά ήταν τα μόνα που χρειαζόμουν για να προχωρήσω», προσθέτει ο καλλιτέχνης.
Άγνωστα στοιχεία και ντοκουμέντα γύρω από την καλλιτεχνική πορεία του Γκλυν Χιουζ, αλλά και τη συνεργασία του καλλιτέχνη με τον Χριστόφορο Σάββα φέρνει στο φως το βιβλίο «Γκλυν Χιουζ 1931–2014». Το έργο αυτό είναι ο καρπός της πρώτης συνεργασίας του NiMAC και του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών μετά την υπογραφή μνημονίου συνεργασίας ανάμεσα στο Ίδρυμα Πιερίδη και το ΓΤΠ για εκδόσεις, συνέδρια και άλλες εκδηλώσεις. Αφορμή γι’ αυτή την έκδοση ήταν η μεγάλη αναδρομική έκθεση για τον Γκλυν Χιουζ το 2016, ένας σημαντικός σταθμός στο εκθεσιακό πρόγραμμα του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών. 
 
Την έρευνα και την επιμέλεια του βιβλίου υπογράφει ο Γιάννης Τουμαζής, διευθυντής του Ιδρύματος Πιερίδη και του Δημοτικού Κέντρου Τεχνών. Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή του Ιδρύματος Γκλυν Χιουζ, καθώς και των εικαστικών Χαράλαμπου και Βάσως Σεργίου, η οποίοι παρουσιάζουν στο βιβλίο κείμενα από συνεντεύξεις που πήραν οι ίδιοι από τον Χιουζ την περίοδο μεταξύ Μαΐου 1997 – Μαΐου 1998, τα οποία συνοδεύονται από ντοκουμέντα και χειρόγραφες σημειώσεις και επιστολές: «Παρουσιάζουμε με μεγάλο θαυμασμό τη δουλειά των Γκλυν Χιουζ και Χριστόφορου Σάββα, τη φιλία τους, καθώς και τη συνεργασία τους, κατά τη μεταβατική περίοδο που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι ριζικά καινούργιο στην Κύπρο, με την ευχή ότι η σχέση τους θα επανατοποθετήσει την ιστορία τους και θα βοηθήσει άλλους να ψάξουν τη δική τους αλήθεια, χρησιμοποιώντας ξεχασμένα εργαλεία από την αποθήκη τους, φως από τον δικό τους ουρανό και χρώματα από τον δικό τους κήπο», σχολιάζουν ο Χαράλαμπος και η Βάσω Σεργίου. Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε ότι στην έκδοση αυτή παρουσιάζονται για πρώτη φορά έργα των δύο καλλιτεχνών από ιδιωτικές συλλογές.
Η Σοφία Α. Μιχαηλίδου, διευθύντρια του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα εξής για την έκδοση και τη συνεργασία με το Ίδρυμα Πιερίδη: «Για εμάς η αξία της παρούσας έκδοσης είναι τεράστια. Στο ΓΤΠ αποστολή μας, αλλά και ευθύνη μας, είναι η διαφύλαξη της ιστορίας και του πολιτισμού, η διασφάλιση της συνέχισης της υφιστάμενης και της παλιάς γνώσης και πολιτιστικής κληρονομιάς μέσω της καταγραφής, της αρχειοθέτησης, της ψηφιοποίησης και της έκδοσής της. Αισθάνομαι υπερήφανη αλλά και ευτυχής που μας δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από τη συνεργασία με το Ίδρυμα Πιερίδη, να προχωρήσουμε στην έκδοση του βιβλίου αυτού, που αποτελεί μια κατάθεση της πρόσφατης ιστορίας του νησιού μας μέσα από τα μάτια του καλλιτέχνη».
 
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ
Οι Γκλυν Χιουζ και Χριστόφορος Σάββα ήρθαν στην Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και γνωρίστηκαν το 1959. «Το σημείωμα του Γκλυν για την πρώτη τους συνάντηση φανερώνει τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της Λευκωσίας τότε, στο τέλος της αποικιακής εποχής. Φανερώνει επίσης πόσο γνωστός ήταν ο Σάββα, ο οποίος, από την παραμονή του στο εξωτερικό –στην Αγγλία και τη Γαλλία– είχε ένα πολύ ανοιχτό πνεύμα για την εποχή, παρά την εσωστρέφειά του. Η συνάντησή τους ήταν μια ευτυχής συγκυρία τόσο από πλευράς προσωπικής φιλίας όσο και δημιουργικής σχέσης», σχολιάζει ο επιμελητής της έκθεσης και της έκδοσης για τον Γκλυν Χιουζ, Γιάννης Τουμαζής. 
Εκείνη την εποχή στη Λευκωσία δεν υπήρχε κάποια επαγγελματική γκαλερί, έτσι οι δυο καλλιτέχνες εξέθεσαν έργα τους στο Λήδρα Πάλας το 1959. Ο Γκλυν παρουσίασε τη δουλειά του μεταξύ 11 και 16 Δεκεμβρίου και ο Σάββα από τις 26 μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου. Οι δυο καλλιτέχνες συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης για την τέχνη στην Κύπρο, εκτιμά ο διευθυντής του NiMAC: «Η ίδρυση της γκαλερί Απόφασις ήταν ένα ιδιαίτερο γεγονός, όχι μόνο γιατί υπήρξε ο πρώτος διευθυνόμενος από καλλιτέχνες χώρος (artist-run space) στην Κύπρο, αλλά και γιατί είχε μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, γεγονός εξαιρετικά ριζοσπαστικό και πρωτοπόρο, ακόμη και για τα τότε διεθνή δεδομένα. Αναγνωρίζοντας την παντελή έλλειψη εξειδικευμένων χώρων για την τέχνη στην Κύπρο, αλλά και θέλοντας να αντλήσουν από τις δικές τους, έντονα δημιουργικές εμπειρίες στο εξωτερικό, οι Σάββα και Χιουζ αποφάσισαν να δημιουργήσουν τον πρώτο οργανωμένο χώρο τέχνης στο νησί και, ταυτόχρονα, «να υψώσουν το αισθητικό επίπεδο του κοινού και να τονώσουν το ενδιαφέρον του για την τέχνη». Η στενή σχέση μεταξύ των δύο καλλιτεχνών, οι κοινές πεποιθήσεις και τα οράματά τους θα τους ωθήσουν να συγκατοικήσουν στην οδό Σοφοκλέους 6 στη Λευκωσία, στον χώρο όπου θα ιδρύσουν αργότερα την γκαλερί Απόφασις 1. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα επόμενα δύο χρόνια συνέργειας, και ειδικότερα το 1962, θα αποτελέσουν μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους στην πορεία και των δύο καλλιτεχνών». 
 
Η δημιουργία της γκαλερί Απόφασις, εκτιμά ο Γιάννης Τουμαζής, ήταν όντως μια απόφαση καθοριστική για το μέλλον της τέχνης στον τόπο μας. Σε μια ανακοίνωση- μανιφέστο, που δημοσιεύθηκε στο πρώτο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Κυπριακά Χρονικά τον Νοέμβριο του 1960, οι Χριστόφορος Σάββα και Γκλυν Χιουζ ανακοινώνουν στο κοινό της Κύπρου τη λειτουργία της, «μυθικής» πλέον, γκαλερί Απόφασις, η οποία παρά το σύντομο της λειτουργίας της (1960–1965) έμελλε να διαδραματίσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της εικαστικής σκηνής στην Κύπρο. Όπως διακηρύσσουν στο ενθουσιώδες κείμενό τους, ο κυριότερος σκοπός τους ήταν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα ενθουσιασμού για την τέχνη στην Κύπρο και να κάνουν την γκαλερί τους μια «Γωνιά Τέχνης» στην καρδιά της πρωτεύουσας. Με την απόφασή τους αυτή πίστευαν ότι έριχναν και αυτοί «ένα βότσαλο στη λίμνη της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής του νησιού».  
Η Απόφασις άνοιξε τις πύλες της στις 7 Μαΐου 1960, με κοινή έκθεση των Σάββα και Χιουζ. Στεγαζόταν στο σπίτι της οδού Σοφοκλέους 6 στη Λευκωσία, όπου οι δύο καλλιτέχνες συγκατοικούσαν από τον Φεβρουάριο – Μάρτιο του 1960. Γνώριζαν εκ των προτέρων ότι ο χώρος αυτός ήταν προσωρινός, καθώς το κτήριο που τους στέγαζε είχε πουληθεί και θα κατεδαφιζόταν για να ανεγερθεί καινούργια οικοδομή «στον βωμό της ανακαίνισης της πρωτεύουσας», όπως οι ίδιοι αναφέρουν. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο που επέλεξαν να δώσουν στην γκαλερί το όνομα Απόφασις 1, εκφράζοντας έτσι τη βεβαιότητά τους για τη συνέχεια του εγχειρήματός τους. 
Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Τουμαζής, ενώ η δημιουργία ενός τέτοιου χώρου από δύο ανθρώπους εντελώς διαφορετικής καταγωγής και ιδιοσυγκρασίας είναι από μόνη της μια πολύ ασυνήθιστη πράξη, αυτό που πραγματικά ήταν τολμηρό και πρωτοπόρο στη συνεργασία τους είναι το γεγονός ότι αυτοί οι δύο άνδρες (ένας εκ των οποίων ήταν ομοφυλόφιλος) μοιράζονταν από κοινού τον ίδιο χώρο διαβίωσης και δημιουργίας: «Στη συντηρητική Κύπρο του 1960, αυτό πρέπει να είχε θεωρηθεί εξαιρετικά ριζοσπαστικό. Ακόμη, μέσα από τις ρηξικέλευθες παρουσιάσεις της, η Απόφασις έθεσε τις βάσεις για μια δημιουργική συνέργεια μεταξύ διαφόρων μορφών τέχνης, όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος, η ποίηση, το θέατρο σκιών, η παραδοσιακή μουσική κ.ά.), επίσης πρωτόγνωρο γεγονός για εκείνη την εποχή στο νησί». 
 
 
 
 
 
 
ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ
Από τις προσωπικές αφηγήσεις του Γκλυν που παρουσιάζονται στην έκδοση, φαίνεται πόσο στενή και σημαντική ήταν η εικαστική συνομιλία και συνδιαλλαγή που είχαν μεταξύ τους οι δύο καλλιτέχνες. Πέρα από τις προσωπικές τους εκθέσεις, τις οποίες διοργάνωναν και οι δύο στην γκαλερί τους (ο Χιουζ στις 16–19 Ιουνίου 1961 και ο Σάββα στις 18 Νοεμβρίου 1961 και τον Ιούνιο του 1962), οι δύο καλλιτέχνες πραγματοποιούσαν την εποχή εκείνη και ημερήσιες εξορμήσεις στην κυπριακή ύπαιθρο. Χαρακτηριστικά ο Χιουζ διηγείται γι’ αυτή την περίοδο: «Ο Μάιος του 1962 ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της καριέρας μου. Πιστεύω ότι ήταν το ίδιο και για τον Σάββα. Πέρασα από το στούντιό του και τον ρώτησα αν ήθελε να πάει μαζί μου στην ύπαιθρο. […] O Σάββα πρότεινε ότι θα μπορούσαμε ίσως να διερευνήσουμε τη χρήση νέων υλικών και αυτό ήταν ακριβώς που είχα και εγώ στο μυαλό μου. Ο Άγιος Θεόδωρος ήταν παντού γεμάτος σακούλες και αυτό ήταν το ιδανικό υλικό για την ενδοσκοπική διάθεσή μας. Τις χρησιμοποίησα με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από ό,τι ο Σάββα. Κατά κάποιον τρόπο, εγώ συμπλήρωνα το έργο μου με αυτό το υλικό, ενώ ο Σάββα το χρησιμοποιούσε σαν να ήταν μπογιά. Εγώ ήμουν ήπιος στη χρήση του, ενώ ο Σάββα ήταν σχεδόν βίαιος μέχρι τέλους, όπως ήμουν εγώ, με το χρώμα ανακατεμένο με άμμο. Εκείνη την ημέρα επιστρέψαμε στη Λευκωσία χωρίς να μιλάμε ο ένας στον άλλο. Κλειστήκαμε στον εαυτό μας για να ακούσουμε μέσα μας. Όταν τον άφησα στο στούντιό του, μου είπε “αύριο την ίδια ώρα”, και αυτό ήταν η αρχή ενός υπέροχου μήνα».
 
 
 
 
ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ MARCEL DUCHAMP 
Τόσο ο Χιουζ όσο και ο Σάββα ενημερώνονταν διαρκώς για τις διεθνείς εξελίξεις στην τέχνη, αφού το ενδιαφέρον τους για τα τεκταινόμενα στη διεθνή σκηνή ήταν συνεχές. Η χρήση νέων υλικών, η ανατροπή των παραδοσιακών τεχνικών και μέσων, η εννοιολογική πλευρά της τέχνης ήταν μερικά από τα θέματα που τους προβλημάτιζαν. Επιπλέον, τους ενδιέφερε ιδιαίτερα η προσωπικότητα και το έργο του Marcel Duchamp. Σε μια από τις εξορμήσεις τους, ο Σάββα βρήκε σε έναν αχυρώνα δύο παρόμοια αντικείμενα (ίσως να ήταν μέρη μιας παλιάς σέλας γαϊδουριού). Το ένα είχε το σχήμα πιστολιού του 17ου αιώνα. Ο Γκλυν θυμάται τα εξής σχετικά με αυτό: «Ο Σάββα το τοποθέτησε σε μια ξύλινη βάση, στηρίζοντάς το σε δύο καρφιά, και το ονόμασε Επανάσταση. Τον ρώτησα αν ήταν διατεθειμένος να το υπογράψει και το έκανε απρόθυμα. Το ότι το έκανε είχε ενδιαφέρον, γιατί έτσι προκάλεσε μια εσωτερική αναταραχή. Με την πράξη του αυτή δημιουργούσε ένα readymade. Όμως ο Σάββα δεν ήταν ικανοποιημένος μόνο με αυτό και έπρεπε να το συμπληρώσει με έναν πίνακα, τον οποίο ζωγράφισε το ίδιο βράδυ. Βλέποντας το αποτέλεσμα την άλλη μέρα στο στούντιό του, συνειδητοποίησα πως η συνέργειά μας ωθούσε τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο Σάββα δημιούργησε ένα πολύ προσωπικό και συναισθηματικό έργο, χρησιμοποιώντας το δεύτερο αντικείμενο για να συμπληρώσει το readymade. Το ονόμασε “Άγιος Θεόδωρος Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΜΟΥ”. O πίνακας ήταν σκοτεινός και δραματικός… σαν να πυροβολούσε κανείς κατευθείαν στα σωθικά, ωθώντας την αλήθεια με το λευκό χρώμα να πηγαίνει γύρω από έννα φαύλο κύκλο… πνευματικό και υπαρξιακό… και έγινε, πιστεύω, ως άμεσο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι έβαλε τον εαυτό του στην ιστορικά σημαντική θέση τού να υπογράψει ένα readymade». 
 
 
 
 
* Η έκδοση «Γκλυν Χιουζ1931–2014» κυκλοφορεί από το Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών και το Ίδρυμα Πιερίδη.

maria.panayiotou@phileleftheros.com

 
Φιλελεύθερα, 26/1/2020.