Ένα ντοκιμαντέρ για εγκλήματα πολέμου και τραύματα που μετατρέπονται σε προσπάθειες συμφιλίωσης.
«Βάζω την πίκρα στην άκρη. Συμπαρίσταμαι στον πόνο». Ένας άνθρωπος που του έκοψαν τη ζωή στη μέση, ο Γιώργος Λιασής, κάνει τον πόνο του αγάπη και μετατρέπει τη φρίκη του πολέμου σε αγωνιώδη προσπάθεια να επικρατήσει η ειρήνη. Αφηγείται στον Νιαζί Κιζίλγιουρεκ την εν ψυχρώ δολοφονία 17 μελών της δικής του οικογένειας και της οικογένειας Σουπουρή στο Παλαίκυθρο, τον Αύγουστο του 1974, αναζητεί τους λόγους που οι εγκληματίες οδηγήθηκαν στην αποτρόπαια πράξη και συναντά τον Χουσεΐν Ακάνσοϊ, τον άνθρωπο που έχασε συνολικά 30 μέλη της δικής του οικογένειας στις εν ψυχρώ δολοφονίες Τουρκοκυπρίων από τα χωριά Μαράθα, Σανταλάρη, Αλόα.
Στο νέο ντοκιμαντέρ των Πανίκκου Χρυσάνθου και Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, με αφηγητή τον Λιασή, παρουσιάζεται η υπόθεση του Παλαίκυθρου, οι δολοφονίες αμάχων στο φόντο της τραγωδίας της Κύπρου με τον Λιασή να αντιμετωπίζει τις πληγές του, αλλά να προχωρεί κι ένα βήμα παραπέρα: επιδιώκει να γνωρίσει και τον πόνο του άλλου. Κι αυτό γιατί «χρωστάμε στα παιδιά μας την αλήθεια». Μιλώντας σχετικά, η καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια των ΗΠΑ Κωνσταντίνα Ζάνου σημειώνει ότι πατριώτης είναι αυτός που ντρέπεται, όχι αυτός που νιώθει περήφανος για τη χώρα του. Παράλληλα, εκτιμά ότι πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε για «συγχώρεση» σ’ αυτή τη χώρα και ν’ αρχίσουμε να μιλάμε για «ντροπή». «Ίσως το κοινό αίσθημα της ντροπής, αν γίνει δυνατότερο από την περηφάνια, να μπορέσει κάποτε κι εμάς να μας ενώσει ως κοινωνία, ποιος ξέρει;»
«Η αλήθεια εκδικείται»
Ο σκηνοθέτης Πανίκκος Χρυσάνθου παρατηρεί ότι οι δυο αντίπαλες εθνοτικές ομάδες ερμηνεύουν τα γεγονότα σύμφωνα με την ιδεολογία που καλλιέργησαν όλα αυτά τα χρόνια. «Προβάλλουν ότι υπήρξαν θύματα – και υπήρξαν πράγματι και οι δύο θύματα, οι Τ/κ το 1963 και οι Ε/κ το 1974 – κι επικαλούνται τα γεγονότα για να το υποστηρίξουν. Υπάρχει μια πονηρή τεχνική σ’ αυτή τη μέθοδο. Προβάλλεις τις αλήθειες που σε συμφέρουν – κι επιβεβαιώνουν ότι είσαι θύμα – και παραβλέπεις ή αποσιωπάς τις αλήθειες που αποδείχνουν ότι σε κάποια άλλη στιγμή εσύ υπήρξες ο θύτης και θύμα ήταν ο άλλος. Έτσι γίνεται ένα παιχνίδι με τα εγκλήματα και τις αλληλοκατηγορίες. Η Ε/κ κοινότητα αγνοεί τις πολλές ιστορίες δολοφονίας αθώων Τ/κ του 63-64, καθώς και γεγονότα που ονομάζονται Τόχνη ή Μαράθα του 1974, προφανώς γιατί δεν τη συμφέρουν, ενώ οι Τ/κ αγνοούν γεγονότα που ονομάζονται Κοντεμένος, Άσσια και Παλαίκυθρο, επίσης προφανώς επειδή δεν συμφέρουν το αφήγημά τους».
Κατά τον ίδιο, τα γεγονότα είναι εκεί και κανένας δεν μπορεί να τα διαψεύσει. «Ακόμα κι όταν τα κρύψεις, η αλήθεια εκδικείται. Όπως η συκιά στη θαλασσινή σπηλιά του Άη Γιώρκη του Αλαμάνου: Βλάστησε από την κοιλιά του σκοτωμένου, λες και ήθελε να μαρτυρήσει το κρυμμένο έγκλημα».
Ο Κύπριος σκηνοθέτης επισημαίνει ότι η αποκάλυψη των ενοχλητικών γεγονότων ανατρέπει τη λογική του εθνικισμού και στις δύο κοινότητες. «Δείχνει ότι και οι δύο υπήρξαν και θύματα και θύτες. Εκφράζει μια νέα ιδεολογία, που αφορά πια όλους τους κατοίκους του νησιού ανεξάρτητα από τον εθνικό καθορισμό τους». Ο ίδιος εκφράζει την άποψη ότι η ομολογία των εγκλημάτων και της δικής μας πλευράς δεν αποτελεί εθνική μειοδοσία, αλλά είναι η κάθαρσις (με την αρχαιοελληνική έννοια). «Η ομολογία και η ντροπή καθαρίζει την αμαρτία της μιας πλευράς απέναντι στον εαυτό της και απέναντι στην άλλη. Πλένει το αίμα από τα χέρια ολονών – ακόμη κι αυτών που δεν έκαμαν οι ίδιοι κάτι κακό, το έκαμαν όμως κάποιοι άλλοι ομοεθνείς τους εν ονόματί τους. Είναι το πρώτο βήμα για τη συμφιλίωση και την ειρήνη. Θα έλεγα ότι είναι η ουσία της ανθρωπιάς». Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η αποδοχή της αλήθειας δεν είναι «μια λόξα κάποιων διανοουμένων και επιρρεπών μειοδοτών», αλλά μια ύψιστη εθνική πράξη.
«Τους ακούγαμε στα καφενεία να καυχώνται»
Ο Πανίκος Χρυσάνθου χαρακτηρίζει σκάνδαλο για μια χώρα να μην καταδικάζει και τιμωρεί εγκλήματα που έγιναν στην επικράτειά της, που επιπλέον καταστρέφει τις ζωές των συγγενών τους και μολύνει με το δηλητήριο του φανατισμού και της μνησικακίας μια ολόκληρη κοινωνία. «Μια σειρά από ανθρώπους βιώνουν ένα δράμα, γιατί κάποιοι αυτόκλητοι πατριώτες αντί να πάνε στο μέτωπο, που αποδείχνει στην πράξη αν είσαι παλληκάρι ή όχι, κάμνουν μούχτιν παλληκαρισμούς στα μετόπισθεν με ανυπεράσπιστους ανθρώπους, επειδή απλώς ανήκουν στο άλλο στρατόπεδο. Και για χρόνια καμαρώνουν για την ‘εθνική προσφορά’ τους. Τους ακούγαμε στα καφενεία να καυχώνται απροκάλυπτα για τους φόνους τους. Μάλιστα ένας Τ/κ φονιάς, που ήταν αποδεκτός σαν ήρωας, έγραψε και απομνημονεύματα αφηγούμενος πως σκότωνε άγνωστους, αθώους ανθρώπους».
Ο Χρυσάνθου αποφαίνεται ότι μόνο μια κοινωνία χωρίς τσίπα και αξιοπρέπεια ανέχεται αυτή την κατάσταση. Και το αποτέλεσμα της ατιμωρησίας και της απουσίας καταδίκης είναι να διαιωνίζεται η εγκληματικότητα και η ανομία. Οι φονιάδες, οι πλιατσικολόγοι και οι κάθε λογής επιτήδειοι να ενδύονται με τον μανδύα του πατριώτη και να συνεχίζουν να ασχημονούν. «Δεν σταθήκαμε ποτέ μπροστά στον καθρέφτη για να στοχαστούμε κάποια άσχημα πράματα, που έγιναν στη διάρκεια των εθνικών μας αγώνων. Σε όλους τους αγώνες συμβαίνουν, γιατί είναι στη φύση των ενόπλων δράσεων. Οι αξιοπρεπείς κοινωνίες όμως έρχονται εκ των υστέρων και καθαρίζουν τον αγώνα τους από τις ξιμαρισιές του» αναφέρει χαρακτηριστικά. Τέλος, υπογραμμίζει ότι μια ταινία δεν έχει πρακτικά ζητούμενα αλλά κινείται στο χώρο του προβληματισμού. «Αν τα καταφέρει να κάμει τον θεατή να ταυτιστεί μαζί της, να συγκινηθεί και να στοχαστεί πάνω στα θέματα, που θέτει, είναι αυτός που θα απαιτήσει, αν το κρίνει, κάποιες αλλαγές στο χώρο που ζει».
* «Λουλούδια και Σφαίρες», Λευκωσία, Πάνθεον, 3-7 Φεβρουαρίου 7.45μ.μ. 99434923