Ηλίας Γκρής: «Σαν άλλος Οιδίποδας» εκδόσεις Γκοβόστης 2018
Ο Ηλίας Γκρής είναι σχετικά ολιγογράφος ποιητής. Κι αυτό δεν απορρέει μόνο από την χρονολογική συχνότητα που εκδίδει τα έργα του, αλλά και από την πυκνότητα, τη συμπύκνωση κατ’ ακρίβεια, των στίχων του. Η τελευταία ποιητική συλλογή του σημαντικού αυτού Ελλαδίτη ποιητή, πεζογράφου και δοκιμιογράφου, φέρει τίτλο «Σαν άλλος Οιδίποδας» και περιλαμβάνει 55 ποιήματα που γράφτηκαν σε μια χρονική διαπασών η οποία εκτείνεται από το 2004 μέχρι το 2017.
Πρόκειται για ώριμη, κατασταλαγμένη ποίηση, τόσο αισθητικά όσο και θεματικά, που αγγίζει πολλές παραμέτρους του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι. Ενώ διακρίνεται και από μια αβίαστη έφεση στους διακειμενικούς διαλόγους και τις ποιητολογικές προσεγγίσεις.
Η δυνατότητα στην εικονοποιΐα, η ροπή στη συμπύκνωση, την αμεσότητα και την παραστατικότητα είναι οι κύριες εκφραστικές και στην ουσία αισθητικές αρετές της ποίησης του Ηλία Γκρή. Ο ποιητής νουθετεί τον αναγνώστη του ως συμπάσχων διπλανός θαμώνας σε λαϊκό καφενείο. Δεν κηρύσσει από άμβωνος μετά στόμφου, συμβουλεύει με ζέστα και ομορφιά τον συνάνθρωπό του: «Οι αναμνήσεις βότσαλα που πετούν οι νεκροί εαυτοί σου / Σε άπατη λίμνη με όσα ονειρεύτηκες». (σελ. 11)
Αλλά, αφού ξεκίνησα με τις νουθεσίες του ποιητή, θα συνεχίσω με αυτές, κυρίως τις ποιητολογικές. Αντλώντας, προφανώς, και από τα όσα ενδελεχή περιλαμβάνονται στην εκτενή μονογραφία του «Περί ποιήσεως» (2009) μεταπλάθει τις θεωρητικές κρίσεις του σε πρακτικές οδηγίες προς ποιητές, δόκιμους και …αδόκιμους. Εδώ ψέγει την εντυπωσιοθηρία, αντιπαραβάλλοντας την μάλλον με τη ριζοσπαστική αυθεντικότητα: «…μην υποκύψεις σε ρητορείας κούφια επίδειξη / εγγράμματο νούμερο ρηχής πασαρέλας / αλλά στήσε με ανάγλυφες λέξεις την κρήνη σου / να φτάνουν γενιές / να πιούν νερό / να χάνουν τη μιλιά τους». (σελ. 32)
Γενικά, θα χαρακτήριζα όλα τα ποιήματα ποιητικής του Ηλία Γκρή ως οδηγίες προς ναυτιλομένους νέους ποιητές. Οι νουθεσίες του ποιητή είναι ουσιαστικές και καίριες, ουδόλως αμφίσημες και καθόλου ρητορικές. Εδώ, με επίκληση εγκυρότητας και από τον Δ. Σολωμό, προτρέπει άμεσα και …προστακτικά: « …να γλιτώσεις απ’ το μαρσάρισμα ποιημάτων μιας χρήσεως…». (σελ. 40)
Η ποιητική του Ηλία Γκρή εμπεριέχει έντονα στοιχεία αυτοαναφορικότητας και στέρεη ταξική θεώρηση των κοινωνικών πραγμάτων. Πρόκειται για ποιητική που σαρκάζει καυστικά, ειρωνεύεται πικρά και ενίοτε καγχάζει με πόνο: «Και όταν οι άλλοι λουστρίνι κοστουμάκι / πάταγαν γκάζι σπινάροντας με στίχους / στιχάκια γατιά που κλαψούριζαν / εγώ έκανα ποίημα το άγουρο σώμα / τραγούδι σκαλωσιάς μ’ αιωρούμενα μαδέρια». (σελ. 46)
Γενικά, τα ποιητολογικά ποιήματα του Γκρή είναι πολύπλευρα και ποικιλότροπα. Μιλά για την ποίηση θεωρητικά και από θέσεις αρχής. Συνδιαλέγεται με ομότεχνούς του, συμβουλεύει, ψέγει, κρίνει, επικρίνει, παρατηρεί. Κι αυτό χωρίς να διολισθαίνει στον από καθέδρας υπεροπτικό και γεμάτο σνομπισμό διδακτισμό. Εδώ, απλά, βατά και καθάρια, μιλά για την ποίηση χαρακτηρίζοντας την ζηλότυπη και παρομοιάζοντάς την με γυναίκα: «..δύστροπη ζηλότυπη γυναίκα ορμάει αβυσσόκολπη / όλο ζητάει εγείροντας απαιτήσεις / κι όλο ρίχνει άδεια να πιάσει μισόλογα / πως της κάνεις λαδιές». (σελ. 66)
Ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάμω στα κυπρολογικά ή κυπριακού ενδιαφέροντος ποιήματα του Γκρή. Η εξοικείωση του ποιητή με το κυπριακό γίγνεσθαι είναι τόσο μεγάλη. Και αυτό καθίσταται πασιφανές τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο των εν λόγω ποιημάτων. Πχ στο ποίημα υπό τον τίτλο «Πτήση 1738 Λάρνακα – Αθήνα» ο Γκρής αξιοποιεί κυπριακές φράσεις και εκφράσεις, επιστρατεύοντας και τη λαϊκή θυμοσοφία, προκειμένου να μεταπλάσει αισθητικά βαθύτερα μηνύματα κοινωνικής διδαχής. Ανάμεσα σε άλλα, για να υποδείξει το πλέον τρωτό σημείο στην ιδιοσυγκρασία του ευρύτερου ελληνισμού, που ασφαλώς είναι η διχόνοια, σημειώνει εμφαντικά: «Μας ζώνει επιδημία της φυλής η αρρώστια – / Λαλώ του τσάππαν τζαι λαλεί μου ξινάριν». (σελ. 21)
Στο ποίημα «Ο Άδωνις στη Κύπρο» ο Γκρής συνταιριάζει με μαεστρία την αρχαιότητα με τη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα. Και αναδεικνύει ένα κόσμο όπου αταίριαστα συνυπάρχει ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός με τον Τούρκο κατακτητή, η αισθητική πληρότητα με την επώδυνη βαρβαρότητα: «…τον κάλλιστο κι ωραιότατο γιο της Κύπρου / …θεός που σκιρτά σ’ όποια σπορά τον ονειρεύεται / κι όπως τραβούσε βίντεο σε μάρμαρα σωσμένα / έλαμπε χρώματα μιας φύσης π’ άνθιζε / και κάθε τόσο έστρεφε ανήσυχο το βλέμμα / σαν ν’ άκουγε τανκς ορδές και παραγγέλματα / μια ξένη μπότα να πατά φυλακισμένα κόκαλα». (σελ. 57)
Γενικά, ο Γκρής γράφει ποίηση ενδοσκοπικού βάθους, παραστατικότητας, δυναμισμού και στοχαστικότητας. Γράφει ποίηση ανεπιτήδευτη και τσεκουράτη: «Να φροντίζω τελειόφοιτες νεύρωσης τις σκέψεις / Μαθητριούλες ξεσαλώνουν μες στο κρανίο / Κι ανεπανόρθωτα μ’ εκθέτουν στην καρδιά μου». (σελ. 14)
Γενικά, ο Γκρής γράφει ποίηση ενδοσκοπικού βάθους, παραστατικότητας, δυναμισμού και στοχαστικότητας. Γράφει ποίηση ανεπιτήδευτη και τσεκουράτη: «Να φροντίζω τελειόφοιτες νεύρωσης τις σκέψεις / Μαθητριούλες ξεσαλώνουν μες στο κρανίο / Κι ανεπανόρθωτα μ’ εκθέτουν στην καρδιά μου». (σελ. 14)
Κι ένας ποιητής που είναι βαθιά αυτοκριτικός δεν μπορεί παρά να ασκεί και οξεία κοινωνική κριτική. Κυρίως ξιφουλκεί κατά της επιτήδευσης, της πόζας, της άγνοιας και της επιδερμικότητας, στη συμπεριφορά του ανθρώπου: «…ηλίθιος μισθοφόρος που καμαρώνει με πανοπλία θράσους σε μεραρχία ηλιθίων / κούφιος φιγουρατζής ο δόλιος / που καμώνεται ηλιθίως πως δεν είναι ηλίθιος». (σελ. 18)
Ολοκληρώνοντας θέλω να σταθώ σε ακόμα τρία ποιήματα του βιβλίου που με σαγήνευσαν και με συγκίνησαν πολύ για την τρυφερότητα, την ανθρωπιά και την ευαισθησία που αποπνέουν. Θα αποφύγω τα παραθέματα για να μην τα αδικήσω με αποσπασματικές αναφορές. Είναι το «Φαντάσματα ιστορίας», (σελ. 16) ένα συγκλονιστικό, υποβλητικό και ατμοσφαιρικό ποίημα για τον Νίκο Ζαχαριάδη και την προσωπική του τραγωδία. Στο τρυφερό και διακειμενικό «Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» (σελ. 74) ο ποιητής χορεύει σε ταβερνείο στου Ψυρρή, ενώ ο Παπαδιαμάντης βαράει παλαμάκια. Από τις καλύτερες στιγμές στη συλλογή είναι και το «Νεκλιζέ θλιμμένες προσδοκίες» (σελ. 76) που είναι ιδιαιτέρως συγκινητικό και θυμίζει το σχεδόν ομότιτλο τελευταίο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες για τα πρώτα νεανικά σκιρτήματα της σάρκας.
ΥΓ. Η ΣΤΗΛΗ ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΕΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΕΧΗ ΑΠΡΙΛΙΟ