Εντελώς απροσδόκητα και εκτός κλίματος τα υψηλά κλιμάκια του Υφυπουργείου Πολιτισμού έλαβαν την απόφαση για τη μετονομασία της Κρατικής Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης ΣΠΕΛ σε Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης.
Με την ιδιότητα αυτή «πλασάρεται» ήδη στα επίσημα κείμενα και τις αφίσες ο χώρος, αρχής γενομένης από την έκθεση «Αγροποιητική: χώματα/σώματα», σε επιμέλεια Έλενας Πάρπα, που διοργανώνεται από την επόμενη εβδομάδα στο πλαίσιο του Πολιτιστικού Προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας.
Η απόφαση αιφνιδίασε όχι μόνο ανθρώπους του χώρου, αλλά και όσους παρακολουθούν συστηματικά τις διεργασίες γύρω από τη δημιουργία ενός Κρατικού Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης στην Κύπρο, ενός εγχειρήματος που, σύμφωνα με το ίδιο το Υφυπουργείο Πολιτισμού, βρίσκεται σε φάση ωρίμανσης και σχεδιασμού, με συγκεκριμένη Συμβουλευτική Επιτροπή, στρατηγικό ορίζοντα και χωροθέτηση στην Κρατική Έκθεση.
Το ερώτημα που ανακύπτει αυθόρμητα είναι απλό: πώς και γιατί προέκυψε αυτή η μετονομασία τώρα; Και, κυρίως, ποια ανάγκη εξυπηρετεί; Γιατί, ελλείψει δημόσιας τεκμηρίωσης, η κίνηση αυτή περισσότερο παραπέμπει σε έναν πρόσκαιρο εντυπωσιασμό άνευ ουσίας, παρά σε αποτέλεσμα συγκροτημένου μουσειολογικού ή θεσμικού σχεδιασμού.
Η αλλαγή τίτλου από «Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης– ΣΠΕΛ» σε «Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης» δεν είναι μια ουδέτερη, τεχνική πράξη. Στη διεθνή μουσειολογική πρακτική, ο όρος «μουσείο» συνεπάγεται συγκεκριμένες προδιαγραφές: θεσμική αυτονομία, σαφές καταστατικό, μόνιμη συλλογή, ερευνητικό έργο, εκπαιδευτικό πρόγραμμα, διεθνή στρατηγική και επαρκείς υποδομές. Η ΣΠΕΛ, παρά τον ρόλο που επιτελεί ως εκθεσιακός χώρος, ουδέποτε λειτούργησε μ’ αυτούς τους όρους, ούτε παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα κάποιο ολοκληρωμένο και πειστικό σχέδιο μετασχηματισμού της προς αυτή την κατεύθυνση.
Γι’ αυτό και η χρονική συγκυρία της μετονομασίας προκαλεί έντονο προβληματισμό. Τη στιγμή που το Υφυπουργείο Πολιτισμού δείχνει ότι θέλει να επενδύσει πολιτικά και επικοινωνιακά στη δημιουργία ενός νέου, σύγχρονου, βιώσιμου μουσείου στις εγκαταστάσεις της Κρατικής Έκθεσης, η «αναβάπτιση» ενός υφιστάμενου χώρου σε μουσείο θολώνει ξανά το τοπίο. Μοιάζει με μια σπασμωδική προσπάθεια να δοθεί η εντύπωση ότι το ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί, πετυχαίνοντας αντίθετα να εγείρει ερωτήματα μήπως αναζητούνται άλλοθι για νέες αναβολές.
Σε μια χώρα όπου τα μεγάλα πολιτιστικά έργα συχνά κατά κανόνα σκοντάφτουν σε πολιτικές προτεραιότητες και οικονομικές επιφυλάξεις, οι συμβολικές κινήσεις έχουν βάρος και σημασία. Κι εδώ μιλάμε για μια κατεξοχήν συμβολική πράξη.
Άραγε είναι ενήμερη η Συμβουλευτική Επιτροπή Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για την εξέλιξη; Και αν ναι, ποια είναι η άποψή της; Διότι, αν ο σχεδιασμός του νέου μουσείου βασίζεται σε σαφή διαχωρισμό ρόλων, με τη ΣΠΕΛ να εστιάζει στη μοντέρνα τέχνη του 20ού αιώνα και τον νέο θεσμό να αναλαμβάνει τη σύγχρονη παραγωγή, τότε μια ονοματολογική σύγχυση μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει.
Αφουγκραζόμενο την καλλιτεχνική κοινότητα, το Υφυπουργείο Πολιτισμού έχει επίσημα παραδεχτεί ότι η Κύπρος πάσχει από την απουσία ενός επίσημου θεσμού που να χαρτογραφεί, να τεκμηριώνει και να προβάλλει τη νεότερη καλλιτεχνική της ιστορία. Η παραδοχή αυτή αποτέλεσε και τη βάση της επιχειρηματολογίας υπέρ της δημιουργίας ενός νέου μουσείου. Η αιφνίδια μετονομασία της ΣΠΕΛ μοιάζει να έρχεται σε αντίφαση με αυτή την παραδοχή ή τουλάχιστον να την αποδυναμώνει επικοινωνιακά.
Προς το παρόν, δεν υπάρχει δημόσια, τεκμηριωμένη εξήγηση για το σκεπτικό της απόφασης. Το βέβαιο είναι ότι η καλλιτεχνική κοινότητα παρακολουθεί με σκεπτικισμό και εύλογη ανησυχία. Γιατί είναι άλλο η ουσιαστική θεσμική οικοδόμηση και άλλο μια… αλλαγή πινακίδας.
Κι αν κάτι διδάσκει η μέχρι σήμερα εμπειρία, είναι ότι στον πολιτισμό οι βιαστικές και αψυχολόγητες κινήσεις –ιδίως όταν γίνονται εν μία νυκτί– σπάνια οδηγούν σε σταθερά και μακρόπνοα αποτελέσματα.