Ο Γερμανός σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς (Wings of Desire, Paris Texas), ως Πρόεδρος της πρόσφατης Μπερλινάλε, αρνήθηκε σε ερώτηση δημοσιογράφου να πάρει θέση για τη «γενοκτονία στη Γάζα».

Υπερασπιζόμενος τη στάση του δήλωσε ότι οφείλουμε να απέχουμε από την πολιτική. Είμαστε το αντίβαρο και το αντίθετο της πολιτικής, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι των πολιτικών. Το περιστατικό προκάλεσε τη μήνη πολλών επώνυμων ανθρώπων του κινηματογράφου και γενικότερα του «φιλοπαλαιστινιακού κλαν» των σινεφίλ, και έφερε στο προσκήνιο, για πολλοστή φορά, την προβληματική σχέση Τέχνης και Πολιτικής.

Δεν κρίνω, μιας και στο παρελθόν έχω κάνει πολλές φορές τα ίδια. Να, μετά την περιχαρή παρουσία του σκηνοθέτη Β. Θεοδωρόπουλου (αντάμα με τον Σ. Κραουνάκη) στη φιέστα της τότε Προέδρου της ελληνικής Βουλής Ζ. Κωνσταντοπούλου για την καταγέλαστη Επιτροπή Διαγραφής του Χρέους, είχα ορκιστεί ότι δεν θα δω ξανά παράσταση στην οποία εμπλέκεται ο κατά τα άλλα συμπαθής καλλιτέχνης— τελικά φέτος είδα τον Έχθρό του Λαού, σε δική του παραγωγή, και πέρασα εξαιρετικά.

Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, αντιλήφθηκα ότι οι θεωρητικές μου θέσεις για τη σχέση Τέχνης και Πολιτικής δεν είναι σταθερές και απόλυτες, αλλά μεταβάλλονται ανάλογα με την εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση. Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσω να ξεχωρίσω από τη μια μεριά το ευρύτερο πεδίο όπου παίζουν ρόλο οι προσωπικές προκαταλήψεις —σχετικοποιώντας έτσι την εγκυρότητα των κρίσεων— και το στενότερο εκείνο όπου μπορεί να υπάρχει όχι αντικειμενική βεβαιότητα, αλλά ίσως μια αρχική συμφωνία, ακόμα και με εκείνους που διαφωνούμε πολιτικά.    

Στην περίπτωση του Βέντερς, τείνω ενστικτωδώς να δώσω δίκιο στη στάση και τα λεγόμενά του. Αυτό δεν συμβαίνει λόγω της αγάπης μου για το έργο του των δεκαετιών του ’70 και του ’80 (το ίδιο ισχύει και για τους τιμητές του), αλλά στο ότι πολιτικά, δίχως να παραβλέπω τον παράνομο εποικισμό και τις κατά καιρούς εγκληματικές πρακτικές του ισραηλινού στρατού, δεν κλείνω τα μάτια στην τρομοκρατία της Χαμάς ούτε στη συνήθως άρρητη, και πλέον όχι σπάνια πια ρητή, αντισημιτική στάση πολλών υποστηρικτών των δικαίων της παλαιστινιακής πλευράς, που αντιμετωπίζουν με φασιστικές λογικές συνολικής ευθύνης κάθε άνθρωπο εβραϊκής καταγωγής ως ένοχο και προσδοκούν την εξαφάνιση του ισραηλινού κράτους από τον χάρτη.

Αν κάνω όμως ένα αναστοχαστικό βήμα πίσω, μπορώ να δω ότι η σύμπλευσή μου με τον Βέντερς είναι, ως ένα βαθμό, υποκριτική και ασυνεπής. Στην περίπτωση ενός άλλου, εξίσου αγαπημένου σκηνοθέτη, του Γούντι Άλεν, που πρόσφατα έσπασε το εμπάργκο και εμφανίστηκε (έστω μέσω βιντεοκλήσης) στη Διεθνή Κινηματογραφική Εβδομάδα Μόσχας, και που, απαντώντας στις επικρίσεις της ουκρανικής κυβέρνησης, δήλωσε κάτι παρόμοιο με τον Βέντερς —ότι δηλαδή, ενώ καταδικάζει τις πράξεις του Πούτιν, θεωρεί σημαντικό να συνεχίζονται οι καλλιτεχνικές συζητήσεις με Ρώσους δημιουργούς— η δική μου οργή, στο πλαίσιο των έντονων απόψεών μου για τη ρωσική εισβολή, δεν διέφερε ουσιαστικά από εκείνη των φιλοπαλαιστινίων.

Μάλιστα, όπως μου υπενθύμισε η θηλυκή ομοχειρία της οικογένειάς μου, στο παρελθόν είχα επιδείξει ιδιαίτερη ηθική ελαστικότητα —υπό το κάλυμμα ενός φιλελευθερισμού για τις σεξουαλικές επιλογές συναινούντων ενηλίκων— απέναντι στον αμφιλεγόμενο γάμο του ίδιου σκηνοθέτη τον οποίο τώρα ισοπέδωνα, υποσχόμενος (λέμε τώρα) ότι δεν θα ξαναδώ ταινία του. Αν το δούμε από κάποια γωνία, είμαστε κωμικά όντα όταν θυμώνουμε για ιδεολογικούς λόγους.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για ένα μοτίβο με γνωστό και προβλεπόμενο ρεπερτόριο αντιδράσεων. Οι στάχτες των Pink Floyd έχουν κάτι για όλους: οι φιλελεύθεροι ευρωπαϊστές φρίττουν με τον Ρότζερ Γουότερς (ο λόγος του οποίου πλησιάζει αυτόν του Βελόπουλου, μείον τις επιστολές του Ιησού), ενώ οι αριστεριστές ειρωνεύονται τον Ντέιβιντ Γκίλμουρ για το τραγούδι προς οικονομική ενίσχυση των Ουκρανών πληγέντων (το οποίο, μουσικά, πράγματι ήταν ελαφρώς cringy).

Και το γαϊτανάκι συνεχίζεται —πάντα στο όνομα υψηλών πολιτικών, ηθικών και αισθητικών κριτηρίων, κατά το δοκούν: οι μεν κατακεραυνώνουν τον Μπράιαν Ίνο για την ταύτισή του με το BDS (την οργάνωση για το πολιτιστικό εμπάργκο του Ισραήλ) και τον εκφοβισμό που ασκεί, οι δε απαξιώνουν τους Radiohead και τον Ν. Κέιβ που δεν λυγίζουν στις πιέσεις και συνεχίζουν να εμφανίζονται εκεί.

Ο ρομαντικός της υπόθεσης είναι βέβαια ο Π. Γκάμπριελ, που με μια κεντρώα και ενωτική λογική αγωνιστή των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων προηγούμενων δεκαετιών, συμμετέχει σε διαφορετικές εκδηλώσεις με ετερόκλητο πολιτικό πρόσημο, με αποτέλεσμα να μην έχει κανέναν ευχαριστημένο (ένας ακόμη λόγος να τον εκτιμά κανείς, πέρα από το ότι συνεχίζει και είναι δημιουργικός μουσικά).  

Σε τι θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε; Ότι, σε ιστορικό βάθος, το έργο μεγάλων καλλιτεχνών που συγκίνησαν γενιές και νοηματοδότησαν τις εμπειρίες τους δεν μπορεί να εκμηδενιστεί από την πολιτική τυφλότητα που επέδειξαν σε κάποια φάση της ζωής —μια τυφλότητα που δεν κυριάρχησε πάνω στο έργο τους, γιατί αν το είχε κάνει δεν θα ήταν πραγματικά σημαντικοί). Ούτε του Β. Βέντερς ούτε του Γ. Άλεν, όπως δεν έχει μειωθεί η αξία του έργου του Λ. Πιραντέλο (υποστηρικτή του ιταλικού φασισμού και συνομιλητή του Μπ. Μουσολίνι), ούτε, για να πλησιάσουμε στην εποχή μας, του Ζαν- Λυκ Γκοντάρ, του οποίου η παρέμβαση στις Κάννες του 2022, λίγο μετά τη ρωσική εισβολή, εντάχθηκε άνετα στο οπλοστάσιο των προπαγανδιστών του Κρεμλίνου.

Σε μια δημοκρατική κοινωνία (ναι, δυτικού τύπου, σαν αυτή που ελεεινολογούσε ο Γκοντάρ), η Τέχνη διατηρεί μια σχετική αυτονομία από την Πολιτική, οι καλλιτέχνες μπορούν να λένε ευθέως ή μέσα από τα έργα τους ό,τι πιστεύουν, να παίρνουν ή να αρνούνται να πάρουν πολιτική θέση, και να κρίνονται για την όποια επιλογή τους. Όπως ακριβώς είναι δυνατόν να κριθούμε κι εμείς για την κριτική που τους ασκούμε.

Από αισθητικής πλευράς, το μόνο που θα θεωρούσα εξ αρχής επιλήψιμο είναι το να θέσει ο καλλιτέχνης το έργο του στην υπηρεσία ενός «ανώτερου» σκοπού: του έθνους, της θρησκείας, της επανάστασης. Π.χ. τα μόνα έργα του Μπ. Μπρεχτ που δεν αντέχονται με τίποτα σήμερα είναι αυτά της λεγόμενης «διδακτικής» του φάσης, όπως το Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι.

Ακόμα και ο «ακτιβισμός» για την εξάλειψη της παγκόσμιας φτώχειας μπορεί να βλάψει τη συνθήκη ελευθερίας που χρειάζεται το ταλέντο για να δώσει κάτι ενδιαφέρον. Είδατε πώς έγιναν νερόβραστοι οι U2 μετά τις σταυροφορίες τους με τους παγκόσμιους ηγέτες τη δεκαετία του ’90, και από τότε δεν έχουν βγάλει τραγούδι της προκοπής!

Προσωπικά, προσπαθώ να μην είμαι πια απόλυτος, έστω κι αν γνωρίζω πως κάτι τέτοιο προϋποθέτει μερικές διανοητικές παρασπονδίες. Εφαρμόζω δυο κριτήρια. Το πρώτο έχει να κάνει με την απόσταση: όσο πιο μακριά, χωρικά και χρονικά, είναι από μένα ο καλλιτέχνης, τόσο πιο επιεικής τείνω να είμαι μαζί του. Έτσι, είμαι πολύ πιο αυστηρός στις κρίσεις μου, σε βαθμό αλλεργικής αντίδρασης, με τους Έλληνες και τους Κύπριους καλλιτέχνες (φανταστείτε τι παθαίνω με πολιτικές δηλώσεις Φ. Δεληβοριά, που είναι συνομήλικος και Καλλιθιώτης). Οι «τυχεροί» στις κρίσεις μου είναι όσοι έχουν αποχωρήσει από τα επίγεια, και συνεπώς μας έχουν απαλλάξει από τις γνώμες τους πάνω σε επίκαιρα θέματα.

Το δεύτερο κριτήριο είναι πιο υποκειμενικό: ας λέει ο καλλιτέχνης ό,τι θέλει, ακόμα κι αν διαφωνώ σφόδρα— εννοείται εντός δημοκρατικού τόξου. Δεν με ενοχλεί, αρκεί να φτιάχνει παπάδες στη δουλειά του. Έτσι, στον Μπράιαν Ίνο συγχωρώ τα πάντα (ακόμα και τον θαυμασμό του για τον Βαρουφάκη), όσο συνεχίζει και βγάζει καλούς δίσκους. Αντιθέτως, ρίχνω κι εγώ στην πυρά π.χ. τον E. Κουστουρίτσα, τον Π. Χάντκε και τον E. Κλάπτον γιατί έχουν να μας δώσουν κάτι αξιόλογο από τον προηγούμενο αιώνα.

Σε τελική ανάλυση, κάνω κι εγώ συχνά ακόμη αυτό που κατηγορώ. Στο ίδιο μεγάλο καζάνι βράζουμε.

Ελεύθερα, 1.3.2026