Περισσότερες από 20 βάσεις αναθηματικών αγαλμάτων, διατηρημένες στην αρχική τους θέση, έφεραν στο φως οι φετινές ανασκαφές στο Ιερό του Απόλλωνα στη θέση Φράγγισσα, στην κοινότητα Πέρα Ορεινής, σε μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις των τελευταίων ετών για την αρχαϊκή περίοδο στην Κύπρο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι βάσεις αυτές, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχαν ποτέ εντοπιστεί από τον αρχαιολόγο Μαξ Όνεφαλς- Ρίχτερ, ο οποίος είχε ανασκάψει το ιερό το 1885. Το εύρημα αποκαλύπτει ουσιαστικά ένα άγνωστο μέχρι σήμερα τμήμα της αρχαϊκής φάσης του ιερού.
Η πέμπτη ανασκαφική περίοδος στο ιερό απέδωσε τα πιο εντυπωσιακά μέχρι σήμερα ευρήματα. Σε ορισμένες από τις βάσεις διατηρούνταν ακόμη τα πόδια των αναθηματικών αγαλμάτων που είχαν τοποθετηθεί επάνω τους, ενώ βρέθηκαν και πόδια πήλινων αγαλμάτων.

Το εύρημα θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς παρέχει την πρώτη μέχρι σήμερα μαρτυρία στην Κύπρο ότι πήλινα ειδώλια δεν τοποθετούνταν μόνο στο έδαφος ή μέσα σε λαξευμένες κοιλότητες στον βράχο, αλλά διέθεταν και δικές τους ασβεστολιθικές βάσεις.
Την ανασκαφική αποστολή διευθύνει ο Ματίας Ρέκε του Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης, με επικεφαλής πεδίου τον Φίλιπ Κόμπους του Πανεπιστημίου Ροστόκ. Το έργο χρηματοδοτείται από το Amricha Foundation στη Λειψία και το Argo στη Φραγκφούρτη.

Το αγροτικό ιερό του Απόλλωνα είχε ανασκαφεί αρχικά τον 19ο αιώνα από τον Μαξ Όνεφαλς- Ρίχτερ. Ωστόσο, πέρα από σύντομες σημειώσεις, το έργο του δεν δημοσιεύθηκε ποτέ ούτε συνεχίστηκε, με αποτέλεσμα η ακριβής θέση του ιερού να λησμονηθεί για δεκαετίες. Η σύγχρονη έρευνα κατέστησε δυνατό τον επανεντοπισμό του ιερού, καθώς και την αποκάλυψη και τεκμηρίωση των παλαιών ανασκαφών σύμφωνα με τα σύγχρονα αρχαιολογικά πρότυπα.
Όταν το ιερό ανακαλύφθηκε τον 19ο αιώνα, είχε ήδη ξεχωρίσει για την εξαιρετικά μεγάλη πυκνότητα ευρημάτων, με τις βάσεις των αναθηματικών αγαλμάτων να βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη. Ωστόσο, πολλές από αυτές απομακρύνθηκαν αργότερα και χρησιμοποιήθηκαν ως υλικό επίχωσης.

Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη φετινή ανακάλυψη, καθώς οι νεοεντοπισμένες βάσεις φαίνεται ότι δεν είχαν καταγραφεί από την πρώτη ανασκαφή. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις οι βάσεις ήταν τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, με τρόπο που επέτρεπε την ορατότητα και των δύο αναθημάτων, προσφέροντας για πρώτη φορά στους αρχαιολόγους τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τη σταδιακή συσσώρευση των αναθημάτων μέσα στο ιερό.
Παράλληλα, με βάση τη στρωματογραφική ακολουθία που παρατηρήθηκε προσεκτικά κατά τις νέες ανασκαφές, μπορεί πλέον να αποδειχθεί ότι οι βάσεις αυτές είχαν ήδη καλυφθεί στην αρχαιότητα με ένα στρώμα για να γίνει επίπεδο το έδαφος. Η περιοχή απέκτησε επίπεδο δάπεδο και τότε ένα νέο στρώμα από βάσεις τοποθετήθηκε εκεί. Αυτές είναι οι βάσεις που ανέσκαψε ο Ρίχτερ και από τις οποίες οι νέες ανασκαφές εντόπισαν περισσότερα από 100 θραύσματα στην επίχωση της παλιάς ανασκαφής.

Το ερώτημα αν αυτή η αναδιοργάνωση του ιερού -πιθανότατα προς το τέλος της Αρχαϊκής περιόδου- ήταν αποτέλεσμα μιας καταστροφής, όπως υποδεικνύουν ορισμένες ενδείξεις ή απλώς οφειλόταν σε έλλειψη χώρου, θα αποτελέσει το αντικείμενο των επόμενων ανασκαφικών περιόδων.
Με την ανακάλυψη των βάσεων κατά χώραν και των συναφών θραυσμάτων αγαλμάτων που χρονολογούνται στην Αρχαϊκή περίοδο, η αρχαϊκή φάση του ιερού, η οποία μέχρι πρότινος ήταν γνωστή μόνο από διάσπαρτα θραύσματα γλυπτών, μπορεί πλέον να επιβεβαιωθεί για πρώτη φορά μέσω αρχαιολογικών τεκμηρίων. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια αυτής της ανασκαφικής περιόδου εντοπίστηκαν για πρώτη φορά από την έναρξη των σύγχρονων ερευνών αδιατάρακτα στρώματα με αρχαϊκή κεραμική, προσδίδοντας έτσι μεγαλύτερο ιστορικό βάθος στο σύνολο του ιερού.
Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, οι νέες ανασκαφές συμβάλλουν ουσιαστικά στην αναλυτική παρακολούθηση της εξέλιξης της εξέλιξης ενός κυπριακού ιερού και στην κατανόηση των κοινωνικών και τελετουργικών διαδικασιών που οδήγησαν στη διαμόρφωσή του και στην διαρρύθμιση των αναθημάτων, από την Αρχαϊκή μέχρι την Ελληνιστική περίοδο.