«Ο Πελεκάνος» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη στην ΕΘΑΛ.
Στην αρχαιότητα και αργότερα στη χριστιανική παράδοση ο πελεκάνος καθιερώθηκε ως σύμβολο της παροιμιώδους μητρικής αυτοθυσίας. Χωρίς ουσιαστικά να υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση, διατηρήθηκε ο μύθος του στοργικού πουλιού που με το ράμφος σκίζει το στέρνο του και κύπτον πάνω απ’ τα ετοιμοθάνατα μικρά του αφήνει να στάξει ζεστό αίμα μέσα στα μισάνοιχτα, πεινασμένα στόματα. Προφανέστατα, ο Στρίντμπεργκ χρησιμοποιεί τον μύθο ειρωνικά, αντιπαραβάλλοντας την ιστορία μιας κατ’ επίφαση προστατευτικής, αλλά κατ’ ουσίαν παθολογικά φίλαυτης και δεσποτικής μάνας, που αποστερεί συνειδητά από τα παιδιά της τη γαλούχηση και τη στοιχειώδη διατροφή, φροντίδα, θέρμανση και αξιοπρέπεια για να μη στερηθεί η ίδια ανέσεις και πολυτέλειες.
Το έργο γράφτηκε στην αυγή του 20ού αιώνα με υπόβαθρο συγκεκριμένες κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες. Στην εποχή μας, καλώς εχόντων των πραγμάτων, η δυσλειτουργική οικογένεια θα είχε τεθεί υπό τον έλεγχο των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι τέτοιου είδους ιστορίες φαντάζουν εξωπραγματικές. Μην πάτε μακριά. Και στα δικά μας λημέρια, έχουν πρόσφατα αποκαλυφθεί χειρότερες ακόμη δυσλειτουργίες.
Εντούτοις, μια αναγωγή του έργου στο σήμερα δεν θα ήταν ο σωστός δρόμος, ειδικά εφόσον ο συγγραφέας δανείστηκε απροκάλυπτα στοιχεία και μοτίβα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας για να στήσει ένα διαχρονικό δράμα σε νατουραλιστικό τόνο και συμβολική φόρμα.
Η καλά διαβασμένη Λέα Μαλένη δεν προσδοκούσε ν’ ανοίξει νέους σκηνικούς δρόμους ή να το παίξει «επαναστάτρια του σανιδιού». Πολύ σωστά, επιλέγει μια σκηνοθετική γραμμή που απαμβλύνει τα στοιχεία ενός συμβατικού μελοδράματος δωματίου κι αντί για την πλοκή ρίχνει το βάρος στις δραματικές συγκρούσεις και τη θεατρική ένταση. Θέλει να γείρει την πλάστιγγα προς την πλευρά της ενδοσκόπησης, να εστιάσει στην υπαρξιακή διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων. Η όλη σύλληψη της παράστασης, από σκηνοθετικής, εικαστικής, μουσικής και κινησιολογικής απόψεως, στόχο έχει να βυθίσει άμεσα τον θεατή στα σκοτάδια του τραυματισμένου ψυχισμού των χαρακτήρων, εκεί όπου κατοικούν αράχνες, φόβοι, καταπιεσμένες επιθυμίες και συντετριμμένες ελπίδες.
Φοβάμαι, όμως, ότι δεν αποφεύγει μερικούς καλής προαίρεσης σκηνοθετισμούς. Και λέω «καλής προαίρεσης» γιατί αδυνατώ να πιστέψω ότι μια τόσο έμπειρη και καταξιωμένη σκηνοθέτρια αισθάνθηκε ξαφνικά την ανάγκη να κάνει επίδειξη δεξιοτεχνίας. Φρονώ ότι παρασύρθηκε από τον υπερβάλλοντα ζήλο να υπογράψει μια παράσταση που θα αποτελεί ταυτόχρονα τομή για τα όλο και πιο ανταγωνιστικά θεατρικά μας δρώμενα, όσο και πιστή στο πνεύμα του συγγραφέα.
Το κυριότερο πρόβλημα, κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα, δεν ήταν η χειραγώγηση των συναισθημάτων των θεατών, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να θεωρηθεί και θεμιτή. Η Μαλένη «χώρισε» τα υποκριτικά μονοπάτια των ηθοποιών επιλέγοντας για τα ταλαιπωρημένα και φιλάσθενα παιδιά (Ανδρέας Φυλακτού, Μικαέλλα Θεοδουλίδου) μια εξπρεσιονιστική, «τα μέσα έξω» ερμηνεία και κίνηση, σε υψηλούς τόνους, με παγωμένα πρόσωπα και καμμένο ψυχισμό. Παράλληλα, τοποθέτησε τους ερμηνευτικούς συρμούς της μητέρας και του προικοθήρα γαμπρού (Ερμίνα Κυριαζή, Βασίλης Χαραλάμπους) σε πιο υποβλητικές, μπεργκμανικές ράγες. Εντούτοις, η γενική εντύπωση που αποκόμισα από τη συλλογική υποκριτική εργασία είναι ότι παραήταν ευθεία και σκληρή και δεν αποτύπωνε τις διακυμάνσεις, τις ψυχολογικές δοκιμασίες, την όλη διαδρομή προς την ωριμότητα, τη συνειδητοποίηση, τη λύτρωση. Αυτή ήταν ίσως η αιτία που το τέλος με άφησε μετέωρο ως θεατή, με τη γλυκόπικρη γεύση μιας πρότασης με πολλές προοπτικές, που όμως δεν ευοδώθηκαν.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο υπερρεαλιστικό σκηνικό της Μαρίζας Παρτζίλη. Είναι μια ζώσα, λευκή εικαστική εγκατάσταση που αναστατώνει την παραδοσιακή έννοια της αναπαράστασης με την κεκλιμένη σκηνή, την καρέκλα στο ταβάνι, τον πολυέλαιο στο πάτωμα, τον καναπέ στον τοίχο, τις καταπακτές και τα ενεργά συρτάρια και κάδρα στον φόντο που υπονοούν την απουσία- παρουσία του πατέρα, όλα στοιχεία που προσδίδουν την κλειστοφοβική αίσθηση μιας πραγματικότητας που αποτελεί αλληγορία του ίδιου της του εαυτού.