Ανδρέας Ονουφρίου Μολυσμένα νερά. Εκδόσεις Ατέχνως, 2025
Ο πολυγραφότατος Αμμοχωστιανός πεζογράφος Ανδρέας Ονουφρίου και σε αυτό το μυθιστόρημα, το δέκατο στη σειρά, εκτυλίσσει το νήμα της αφηγηματικής του πλοκής, συνυφαίνοντας τα πικρά βιώματα της προσφυγιάς μετά την τραγωδία του 1974 με τις προεκτάσεις μιας αληθοφανούς ευρηματικής μυθοπλασίας στη θελκτική ρέουσα γλώσσα της γνώριμης λογοτεχνικής του γραφής. Στον απόηχο του προηγούμενου μυθιστορηματικού του βιβλίου Σάπιες ζωές από τις ίδιες εκδόσεις ως σπυροειδής ανέλιξη παράλληλων βίων εγκιβωτίζει μιαν άλλη δραματική ιστορία περιπετειώδους ανατρεπτικής δράσης εντός του ιστορικού δράματος της ζωντανής επώδυνης μνήμης και του ανεπούλωτου αλγεινού τραύματος. Εξ ου και οι χαρακτήρες, όσο και αν πλάθονται με τα έντεχνα σύνεργα φαντασιακής επινόησης, αποτυπώνουν υπαρκτά πρόσωπα ψυχογραφικής διεισδυτικότητας και πειστικών συμπεριφορικών εκδηλώσεων, ανακαλώντας το Κυπριακό μαρτυρολόγιο των θυμάτων της Τουρκικής Εισβολής. Καθώς τα γεγονότα στα πρώτα χρόνια του χαλασμού και των δυσβάστακτων συνθηκών επιβίωσης των χιλιάδων εκτοπισμένων εικονογραφούν τις εμφατικώς ταυτόσημες σκηνές των παραστατικών δρώμενων.
Συνεκδοχή μικρογραφίας του βίαιου ξεριζωμού από τις πατρογονικές εστίες των δορυάλωτων εδαφών μας ο προσφυγικός καταυλισμός των αντίσκηνων, λίγο αργότερα των στενάχωρων παράγκων για τις συνωθούμενες δεινόπαθες ψυχές, που από τη μια στιγμή στην άλλη έχασαν τους τόπους, το βιος και τα σπιτικά τους. Ανάμεσά τους η τετραμελής οικογένεια της κυρά Βασιλικής, που ζει τον καημό της αναμονής του αγνοούμενου συζύγου της και δουλεύοντας ως καθαρίστρια, για να συντηρεί τη γριά μάνα της Κλειώ και τα δυο παιδιά της εφηβικής ηλικίας με αβυσσαλέες, ωστόσο, διαφορές στον ψυχικό τους κόσμο και τις επιλογές των ενδιαφερόντων τους.
Η Κλείτσα ξεμυαλισμένη με τ’ αγόρια, διακόπτει το σχολείο και ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια, για ν’ αποκτήσει μια μέρα δόξα και πλούτη. Άκαρδη και υβριστική ακόμη και προς τον αγνοούμενο πατέρα της, εκτοξεύοντας απαξιωτικά ότι τους εγκατέλειψε για να υπηρετήσει την πατρίδα του, όχι μόνο δεν συμπονεί τη δυστυχισμένη της μάνα, αλλά και την αναγκάζει να συνάψει δάνειο, ώστε να κάμει το δικό της μαγαζί, εφόσον αποκτώντας φήμη καλλιτέχνιδας θα αποσπούσε τις πελάτισσες στο κομμωτήριο όπου δούλευε. Αν όμως έπαιζε ξεγελώντας όσους άντρες συναντούσε στο διάβα της και χυδαιολογώντας περιφρονούσε τις συμβουλές των οικείων της, η μοίρα θα της επεφύλασσε το δικό της τιμωρητικό παιγνίδι. Παγιδευμένη στα ερωτικά δίχτυα ενός αδίστακτου Ελλαδίτη αξιωματικού, θα την εγκαταλείψει έγκυο και μετά την αποπεράτωση της θητείας του φεύγοντας θα της κάψει τη μικρή επαγγελματική στέγη. Τη στεναχώρια της διαδέχεται η τύχη με τις λίρες που ανακαλύπτει ραμμένες στο στρώμα της αποθανούσας γριάς στο τουρκοκυπριακό σπίτι, όπου είχαν μετακομίσει, και έτσι θα βρεθεί στην Αθήνα μπλεγμένη σε κακόφημα στέκια του υποκόσμου. Θα χάσει το παιδί και με εκδικητικές διαθέσεις απέναντι στο αντρικό φύλο θα επιδοθεί στον αγοραίο έρωτα, μέχρι να εντοπιστεί μαχαιρωμένη από τον προαγωγό εραστή της. Συμπτωματικά θα την ανακαλύψει ο φοιτητής αδελφός της και θα βοηθήσει την επιστροφή της άσωτης στην Κύπρο, όπου θα παντρευτεί τον τρελά ερωτευμένο μαζί της Πετρή, που άλλοτε είχε κατάφωρα περιφρονήσει.
Η ιστορία της Κλείτσας θα μπορούσε αφ’ εαυτής να αποτελέσει με επεισοδιακές επεκτάσεις κεχωρισμένο μυθιστόρημα, όπως και οι δύο άλλες ιστορίες που βαίνουν εκ παραλλήλου θα συνιστούσαν με πρόσθετες υποβλητικές μυθοπλασίες αυτοτελή μυθιστορήματα. Ο συγγραφέας, εντούτοις, στις 253 σελίδες του βιβλίου του επιλέγει όχι να διογκώσει, αλλά να συμπυκνώσει τα Μολυσμένα νερά των τριών επί μέρους όπως και συνεκτικά αλληλένδετων ιστοριών, για να αναδυθεί μέσα από το σκοτεινό δυσώδες τέλμα το αισιόδοξο φως της άδολης καρδιάς, της πνευματικής ευωδίας και της ανθρωπιστικής προσφοράς. Πρωταγωνιστής ο Παντελής της ενσυναίσθησης, που ως αρχηγός της οικογένειας αναλαμβάνει στις σχόλες και τις διακοπές των μαθητικών του χρόνων να συμπαρασταθεί στη μητέρα του, δουλεύοντας στο μικρό μπακάλικο του καταυλισμού, στην είσοδο του οποίου δεσπόζει το αρχοντικό της κυρίας Λητώς. Κουβαλώντας της τα ψώνια, τον ανταμείβει με γενναιόδωρα φιλοδωρήματα και του δανείζει βιβλία από τη βιβλιοθήκη της ικανοποιώντας την ακόρεστη δίψα του για μάθηση, αλλά η παρουσία του προκαλεί μέσα της συγκεκαλυμμένα γενετήσια αισθήματα της χαμένης της νιότης. Όταν, παρότι άριστος μαθητής και γιος αγνοούμενου αδικείται στον διαγωνισμό της μητρόπολης και αντί της πολυπόθητης υποτροφίας τού προσφέρουν θέση καντηλανάφτη, η πλούσια κυρία θα αναλάβει να του καλύπτει όλα τα έξοδα των σπουδών του στη Ιστορία. Από την πρώτη ημέρα της άφιξής του στην Αθήνα θα γνωριστεί με μια κοπέλα, που συμμετέχει σε περιοδεύουσα ορχήστρα κλασικής μουσικής και που με τη φυγή της, θέτοντας τη σταδιοδρομία υπεράνω του έρωτα, θα δοκιμάσει άλλα αισθήματα απογοήτευσης. Απανωτές επίσης οι οδυνηρές εκπλήξεις που θα αντιμετωπίσει στο διάστημα εκείνο της φοιτητικής του ζωής, που αν ο κόσμος δεν ήταν τόσο μικρός θα μπορούσαν να θεωρηθούν απίστευτες καθ’ υπερβολήν συμπτώσεις. Η τυχαία συνάντηση με τον συμμαθητή του, που αντί να σπουδάζει θεολογία με την υποτροφία που αδίκως λόγω μέσων του δόθηκε, θα παρασυρθεί στα ναρκωτικά. Ως άλλος ντετέκτιβ θα οδηγηθεί τόσο στο πολυτελές διαμέρισμα της εκδιδόμενης αδελφής του όσο και σε ένα χωριό της Πελοποννήσου λίγο πριν από τον γάμο του απατεώνα που ρήμαξε τη ζωή της αδελφής του. Εν τέλει, με το πέρας των σπουδών του ο Παντελής θα ακολουθήσει την απόφαση της καλοσυνάτης συμφοιτήτριάς του να διδάξουν σε Ελληνικό σχολείο της Νότιας Αφρικής.
Οι τελευταίες σελίδες της τρίτης ιστορίας στοιχειοθετούν ένα οιονεί αστυνομικό θρίλερ, αποκαλύπτοντας το μυστικό της πολυτάραχης ζωής της κυρίας Λητώς, κόρης ενός Κύπριου τοκογλύφου και μητέρας της Μαριάμνης, μεταξύ της οποίας και του Παντελή έμεινε ανεκπλήρωτο το κεραυνοβόλο εκείνο ειδύλλιο. Ο φευγαλέος έρωτας και η μονιμότητα της αγάπης είναι ανάμεσα στα μηνύματα, που εκπέμπει το πολύπτυχο συναρπαστικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Ονουφρίου.

Φιλελεύθερος 20.4.2026