Χρίστος Χατζήπαπας, «Στη φαρέτρα της φυγής», εκδόσεις Γκοβόστης 2025.
Ο Χρίστος Χατζήπαπας είναι ένας κατά βάση πολιτικός συγγραφέας με έντονο και βαθύ ερωτικό υπογάστριο. Στα τελευταία έργα του, πεζογραφικά και ποιητικά, αυτό το αλληλοτροφοδοτούμενο δίπολο, της πολιτικής και του έρωτα, διαρρήχθηκε από την οιμωγή της θλίψης, η οποία εκφράζεται με οργή μα και με στοργή, ως τρίτος θεματικός πυλώνας, άλλοτε υποδόρια και άλλοτε κραυγαλέα. Αυτό πιστεύω ότι ισχύει και για την έκτη συλλογή διηγημάτων του Χρ. Χ. υπό τον τίτλο «Στη φαρέτρα της φυγής» που θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε στη συνέχεια.
Ας ξεκινήσουμε την περιδιάβαση στα 18 διηγήματα του βιβλίου. Το εναρκτήριο κρύβει μέσα του πολύ πόνο, για τον πολυβασανισμένο αδελφό του συγγραφέα, τραυματία του πολέμου του 1974. Μια αφήγηση που κτίζεται σκαλωτά – σκαλωτά και συνειρμικά από βιωματική ανάμνηση σε βιωματική ανάμνηση.
Έναυσμα της αφήγησης μια άλλη απώλεια, της ξεχωριστής μας πεζογράφου Μυρτούς Αζίνα και το ποιήμα που έγραψε για το φευγιό της ο ποιητής γιός της Αλέξανδρος Χρονίδης. Δεν μπορώ να πω τι πραγματεύεται πρωτίστως αυτό το διήγημα, το θάνατο ή την αδικία στη ζωή; Μάλλον και τα δύο μαζί.
Το στοιχείο της διακειμενικότητας, με δικά του προηγηθέντα λογοτεχνικά έργα, είναι έντονο και σ’ αυτό το βιβλίο του Χρ. Χ. Ο συγγραφέας συνδιαλέγεται μαζί τους, αναθεωρεί, επιστρέφει, πιστοποιεί εκ νέου ή ανασκευάζει. Το δεύτερο διήγημα «Έλα πάρε μου τη λύπη» (σελ. 21) είναι μια μικρή ελεγεία για τη λύπη.
Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι ωμά ρεαλιστικές, αλλά γεμάτες έγνοια, στοργή, αγάπη και τρυφερότητα. Ο Χρ. Χ. είναι προικισμένος με τη μεγάλη μαεστρία, να συνδυάζει στον ίδιο καμβά λυρικές και ρεαλιστικές πινελιές. Την ίδια ώρα, όπως πάντα δηλαδή, ο συγγραφέας μιλά ακομπλεξάριστα για στιγμές πολύ προσωπικές, του ιδίου και της συζύγου του.
Στο διήγημα «Μαζικοί θάνατοι» (σελ. 29) ξεπροβάλει ο παλιός και γνώριμος Χρ. Χ. Φωτογραφίζει αμείλικτα και ανφάνς, την κυπριακή πολιτική πραγματικότητα, τα φαιδρά και τα αισχρά της, κυρίως τα δεύτερα. Όπλο του η χλεύη και η διαπόμπευση Τα περιγραφόμενα περιστατικά, με πολιτικούς ή εκκλησιαστικούς ταγούς, είναι διάσπαρτα, αποσπασματικά αλλά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ουδέποτε παρατίθενται ατάκτως ερριμένα.
Ο συγγραφέας περιγράφει σχιζοφρενικά τέλειες καταστάσεις. Και ασφαλώς δεν απουσιάζει η ποιητική υφή από την πένα του, ακόμα κι όταν πεζογραφεί. Π.χ. ο ιατροδικαστής «ο οποίος είχε διαγνώσει κατά τη νεκροτομή των ποιητών πως είχαν υποκείμενα νοσήματα, την απελπισία και την αηδία». (σελ. 42)
Από τις πιο καλές και τις λιγότερο πολιτικές στιγμές του βιβλίου θεωρώ το διήγημα «Μικρό χωριό, μεγάλη κακία». (σελ. 43) Μια τρυφερή ιστορία βουκολικού έρωτα, δοσμένη με γλαφυρότητα, τρυφερότητα και βαθύ, εν πρώτοις, αδιόρατο λυρισμό. Έστω κι αν φαινομενικά αυτό που υπερισχύει είναι η σάρκα και τα κελεύσματά της.
Στο επόμενο διήγημα ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια εγκατελειμένη καρέκλα σ’ ένα ξέφωτο ως βάθρο και έπαλξη πολιτικής αγόρευσης. Ψέγει και πάλι τα κακώς έχοντα στη δημόσια σφαίρα, συνεπικουρούντος του οικογενειακού του περίγυρου, αλλά και της μόνιμης αθυροστομίας του. Και γενικά, επιστρατεύει συχνά την αθυροστομία, περισσότερο για να συνεφέρει, παρά για να εντυπωσιάσει. Στο συγκεκριμένο διήγημα παρεισφρέουν, ως άλλη προσφιλής υποθεματική του Χρ. Χ., και τα δεινά της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Επιστρέφω όμως στην ερωτική θεματική. Στο διήγημα «Πες πως δεν είναι αλήθεια», (σελ. 61) ο συγγραφέας φέρνει στη μνήμη ένα εφηβικό έρωτά του και τον αναπαριστά με νοσταλγία, τρυφερότητα και την επίγευση της αθωότητας με τον οποίο τον έζησε. Ιδεαλιστικών προδιαγραφών, αλλά βαθύτατα ρεαλιστικό βρίσκω το συγκεκριμένο αφήγημα. Οι μνήμες, παιδικές, εφηβικές, νεανικές, είναι το πιο εύφορο χωράφι για καλλιέργεια πνευματικής δημιουργίας. Πόσω δε μάλλον όταν αυτές οι μνήμες έχουν και ερωτικό υπόβαθρο.
Ένας συγγραφέας του χαρακτήρα, της ιδιοσυγκρασίας και της κοσμοθεωρίας του Χρ. Χ. δεν μπορεί παρά αδιαλείπτως να θεματοποιεί κι αυτό που, κατά την άποψή του, συνιστά την κυπριακή τραγωδία. Αυτό πράττει ο Χρ. Χ. σπανίως έμμεσα, αλλά πάντα άμεσα και κατάφατσα. Π.χ. ο συγκλονισμός του για μέχρι πρότινος αγνοούμενο στο διήγημα «Προδότες όλοι σας». (σελ. 66) Το ερέθισμα δόθηκε από ένα ειδησεογραφικό σχόλιo: «Κανείς δεν βρίσκεται στη ζωή να παραλάβει τα οστά του ήρωα Ελλαδίτη που ταυτοποιήθηκε μέσα από εξέταση DNA». Διάφοροι συνειρμοί από διάφορα περιστατικά του παρελθόντος συνυφαίνονται σε ένα και μοναδικό πικρό συμπέρασμα. Τόσες ζωές χαμένες στις μυλόπετρες της ιστορίας, άδικα των αδίκων.
Η σχέση του Χρ. Χ. με την επικαιρότητα είναι άμεση, διάφανη αλλά και ταχύτατη. Θεματοποιεί ακόμη και γεγονότα που τελούν υπό εξέλιξη. Στο διήγημα «Ένα ταξίδι ντροπής» (σελ. 86) θεματοποιείται η γνωστή υπόθεση των πέντε Ελληνοκυπρίων που επισκέφθηκαν τις περιουσίες τους στο κατεχόμενο Τρίκωμο και κατέληξαν δέσμιοι του ψευδοκράτους για μήνες. Ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του ανάμεσα στους κρατούμενους διασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αμεσότητα και βιωματική εμπειρία του όλου συμβάντος.
Τέλος, θέλω να σταθώ στα τρία από τα πέντε «κτηνιατρικά ευτράπελα» του συγγραφέα που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου ως ειδικό ένθετο. Πρόκειται για τα διηγήματα «Καισαρική υπό βροχή», (σελ. 93) «Καισαρική ως μάθημα για κορασίδες» (σελ. 98) και «Γέννα στην αυλή». (σελ. 101) Και τα τρία, πέρα από τη γλαφυρότητα, το ρομαντισμό και την ευαισθησία τους, πιστεύω ότι συνιστούν και μια σπουδή στη λίμπιντο των ανθρώπων. Μια αύρα σεξουαλικής προσμονής και προσδοκίας, μια υπόνοια για το τι θα μπορούσε να επισυμβεί αλλά δεν επισυνέβη αιωρείται πάνω και από τα τρία αυτά, εν ολίγοις, νοσταλγικά διηγήματα. Είναι όλα ενδεικτικό τεκμήριο για την υψηλή ποιότητα της γραφής του Χρ. Χ.