Την προηγούμενη εβδομάδα χτυπήθηκα από μία οβίδα γαστρεντερίτιδας, υπερκόπωσης και ηλίασης που με σταύρωσε στο κρεβάτι για τρεις μέρες.

Το λάβωμα συνέβη εν τη απουσία του έτερου ημίσεως της ευαγούς μου οικίας επί οκταήμερον, και της συνακόλουθης μονήρους διαβίωσης και επιβίωσής μου με τον πεντάχρονο υιό μου που αυτές τις μέρες μου θύμισε το αγαπημένο μου «κάθε τρελό παιδί έχει στο χέρι φιλί της Παναγιάς κι ένα μαχαίρι».

Στο σκηνικό προσθέστε ότι το σπίτι μας βρίσκεται σε εκτεταμμένες εργασίες. Οπότε φανταστείτε ένα μουλάρι σαράντα ετών, ηδυπαθώς αδύναμο, διψασμένο και πεινασμένο αλλά ανήμπορο να φάει και να πιει, κλεισμένο σε ένα δωμάτιο ολοήμερα κλιματιζόμενο, με τρυπάνια να πλησιάζουν τους κροτάφους του σε μικρή φυσική απόσταση. Αρκετά Κιούμπρικ το set.

Είναι αλήθεια: το να αρρωσταίνεις καλοκαίρι είναι πιο δύσκολο. Αυτά είναι τα δράματα, κυρίες και κύριοι, του ευημερούντος Ευρωπαίου. Αναρωτιέμαι μακάβρια και στιγμιαία αν ο Παλαιστίνιος, ο Σύριος, ο Λιβανέζος καταφάσκουν ότι το να πεθαίνεις καλοκαίρι είναι πιο δύσκολο. Και συνέρχομαι βίαια από την κλιματιζόμενη ζάλη μου.

Έτσι όπως βρισκόμουν στο κρεβάτι, ξύπναγαν αναμνήσεις από την αρχή των παιδικών καλοκαιριών μου. Αυτή η περίοδος είναι συνυφασμένη με τη μεσημεριανή ξάπλα στο «ντιβάνι» της γιαγιάς μου, της Τασίας. Όπου ντιβάνι, βλέπε κάτι μεταξύ φτηνού καναπέ, ράντσου και γέρημου κρεβατιού· αρκεί το μισό ημίγυμνο πλευρό σου να ακουμπά ηδονικά στον δροσερό σοβά του τοίχου.

Μέσα στο δροσερό, μετεμφυλιακό πλίθινο χαμηλό σπίτι, ακούγοντας τον τόπο να αρχίζει να βράζει και τα τζιτζίκια να χαλάνε τον κόσμο, τις γάτες να τρυπώνουν στην κουζίνα και ξελιγωμένα Datsun να επιστρέφουν από το χωράφι.

Και συχνά, την πομπή της κηδείας προς το νεκροταφείο που περνά μέσα στον ντάβανο ακόμα και σήμερα έξω από την πόρτα της αποδημήσασας πια γιαγιάς – άντεξε μέχρι τα 98. Το μεσημέρι του ελληνικού κατακαλόκαιρου μάλλον ενισχύει την αίσθηση του τελετουργικού. Οι βόρειοι λαοί συνδέουν τον θάνατο με τον τρόμο της μακράς γοτθικής νύχτας. Εμείς με την αχόρταγη λάβρα του μεσημεριού.

Επιστροφή στο ενήλικο «ντιβάνι» μου. Κλινήρης λοιπόν, τυχαίνει (;) να διαβάζω το «Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά! — Αναμνήσεις ενός ψυχιάτρου» του 95χρονου σήμερα Ίρβιν Γιάλομ (εκδ. Άγρα, 2018). Ένα ακόμα δικό του. Μία ακόμα συγγραφική υπέρβαση.

Αναμέναμε ότι θα είναι και η τελευταία του παρακαταθήκη ωστόσο έμαθα ότι με τη βοήθεια του επίσης ψυχοθεραπευτή γιου του, εκδίδει σύντομα τον ύστατο αποχαιρετισμό του. Πρόκειται για τη συναρπαστική του αυτοβιογραφία, από την παιδική του ηλικία ως παιδί Εβραίων μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη στις φτωχογειτονιές της Ουάσινγκτον, μέχρι την παγκόσμια καταξίωσή του.

Μέσα στην ψευδαισθησιακή αχλή ενός από τα ακίνητα μεσημέρια μου φτάνω στο κεφάλαιο «Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία». Εκεί, ο συγγραφέας αφηγείται την περίοδο που ετοιμάζει το ρηξικέλευθο, ομώνυμο με το κεφάλαιο βιβλίο του, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Εκείνη την περίοδο, ο Γιάλομ συνειδητοποιεί ότι αν θες να γράψεις ένα βιβλίο για το φόβο του θανάτου, δεν έχεις να κάνεις κάτι άλλο παρά να ακούσεις αυτούς που τον βλέπουν να έρχεται.

Έτσι, έστησε την πρώτη στην ιστορία των ΗΠΑ ομάδα ψυχοθεραπείας καρκινοπαθών σε τελευταίο στάδιο. Η σύνθεση της ομάδας αυτής, φυσικά, δεν μακροημέρευε, γιατί τα μέλη της πέθαιναν. Αλλά εκεί βρισκόταν η ουσία όχι μόνο της θεραπείας αλλά της ίδιας της συνύπαρξης αυτών των ανθρώπων με τον ψυχοθεραπευτή τους. Ο Γιάλομ το συνοψίζει συνταρακτικά: «Παρότι η πραγματικότητα του θανάτου μάς καταστρέφει, η ιδέα του θανάτου μπορεί να μάς σώσει».  

Από τους πενήντα άντρες και γυναίκες που πέρασαν από αυτή την ομάδα, όλοι πέθαναν εκτός από μία: την Πώλα Ουέστ. Η Πώλα συνήθιζε να λέει στον Γιάλομ και στα μέλη της ομάδας «τι κρίμα που χρειάστηκε να περιμένω ως τώρα, που το σώμα μου το κατατρώει ο καρκίνος, για να μάθω πώς να ζω».

Να συνέλθουμε. Γρήγορα.

Ελεύθερα, 21.06.2026