Στο πρώτο της συγγραφικό εγχείρημα, το βιβλίο «Από πηλό και από πορφύρα», ακολουθούμε τη Μαρία Παπαδοπούλου Πίγγουρα σε ένα ταξίδι στον χρόνο και τον τόπο, από την κυπριακή προϊστορία ώς τον 21ο αιώνα. Μέσα από μύθους, θρύλους και παραδόσεις, η συγγραφέας ξεδιπλώνει άπειρες πτυχές της κυπριακής ζωής, της κοινωνίας και της ιστορίας της.

-Πώς γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Πάντα μου άρεσε να διαβάζω λογοτεχνία. Και να γράφω μου αρέσει, χωρίς ποτέ πριν να έχω τολμήσει να δημοσιεύσω κάτι, εκτός από κάποια κείμενα αρχαιολογικού κυρίως περιεχομένου στο διαδίκτυο και στον Τύπο. Έτσι, όταν ένιωσα ότι είχα τον χρόνο να ασχοληθώ, αποφάσισα να γράψω και να μοιραστώ με άλλους την αγάπη μου για την Κύπρο και την Ιστορία.

-Οι γνώσεις σας ως ξεναγός αποτέλεσαν μια καλή πηγή πληροφοριών για το μυθιστόρημά σας; Ναι, σίγουρα βοήθησαν η επαγγελματική μου ιδιότητα και, μέσω αυτής, η καλύτερη γνωριμία με την Κύπρο, την Ιστορία και τον πολιτισμό της.

-Ο πηλός και η πορφύρα, δυο υλικά του πολιτισμού της Κύπρου, έδωσαν και τον τίτλο του βιβλίου. Πώς ξεκίνησε το μεγάλο σας ενδιαφέρον για τις κυπριακές αρχαιότητες και ιδιαίτερα τα αρχαία ειδώλια; Ξεκίνησε από τον καιρό της εφηβείας μου, όταν εργαζόμουν τα καλοκαίρια στις ανασκαφές που γίνονταν στις χαλκολιθικές θέσεις της Πάφου. Θυμάμαι την συγκίνηση που ένιωσα όταν, σε ηλικία 15 χρόνων, έβγαλα από ένα σωρό χώμα, ένα προϊστορικό σταυρόσχημο ειδώλιο από πικρόλιθο, το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Πάφου. Μόνο με τη σκέψη ότι ο αμέσως προηγούμενος άνθρωπος που το είχε αγγίξει είχε ζήσει  κάποιες χιλιάδες χρόνια πριν από εμένα, ένιωσα ότι κρατούσα στα χέρια μου ένα κομμάτι της Ιστορίας του τόπου μου.

-Εστιάζετε στη λεηλασία αρχαίων αντικειμένων. Κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η κλοπή των πολιτιστικών θησαυρών της Κύπρου; Ο Κύπριος που ταξιδεύει και επισκέπτεται μεγάλα μουσεία του κόσμου έχει σίγουρα συναντήσει κυπριακές αρχαιότητες, κάποιες από τις οποίες φυγαδεύτηκαν από την Κύπρο όταν το νησί βρισκόταν κάτω από ξένη κατοχή, κυρίως κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, την εποχή της Οθωμανοκρατίας. Τότε δεν υπήρχαν νόμοι που να προστατεύουν τις αρχαιότητες και ο όρος Πολιτιστική Κληρονομιά δεν υπήρχε καν. Απλά, η αρχαία κληρονομιά του νησιού αποτελούσε ευκαιρία πλουτισμού ντόπιων και ξένων, κυρίως Ευρωπαίων προξένων, ταξιδιωτών και συλλεκτών. Ένας από αυτούς ήταν και ο διαβόητος Λουίτζι Πάλμα Ντι Τσεσνόλα, για τον οποίο γίνεται αναφορά στο βιβλίο. Αυτός κατάφερε με την άδεια των οθωμανικών αρχών να φυγαδεύσει γύρω στις 35.000 αρχαιότητες. Τόσες περίπου είναι και οι αρχαιότητες που κλάπηκαν από Τούρκους αρχαιοκάπηλους από τα κατεχόμενα εδάφη μας, μετά την εισβολή του 1974, με την ανοχή και συνέργεια των κατοχικών αρχών και την αδιαφορία του πολιτισμένου κόσμου του 20ού αιώνα.    

-Σε μια ενότητα του μυθιστορήματος δίνετε πνοή σε μύθους και ιστορίες από τη ζωή των ανθρώπων του 1650 και του 1150 πΧ. Τι σας γοήτευσε σ’ αυτές τις εποχές; Και οι δυο αυτές εποχές, που εντάσσονται στην Ύστερη Κυπριακή ή Ύστερη Χαλκοκρατία, είναι εποχές μεγάλων ανακατατάξεων στη Μεσόγειο. Η σημαντική θέση της Κύπρου στο σταυροδρόμι μεγάλων πολιτισμών, όπως ο Μυκηναϊκός στο Αιγαίο και οι πολιτισμοί στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο στα ανατολικά, οδήγησαν στο να αποκτήσει η Κύπρος κομβικό ρόλο στο εμπόριο, κυρίως του χαλκού, που αφθονούσε στο νησί. Τότε αρχίζει να μορφοποιείται πλήρως και η λατρεία της Μεγάλης Θεάς της Κύπρου, που ξεκίνησε από τη Χαλκολιθική Εποχή κατά την 4η χιλιετία και συνεχίστηκε και μετά τον εξελληνισμό του νησιού, με τη μορφή της Κύπριδας Αφροδίτης, για να φτάσει σ’ μας σήμερα μέσα από τον θρύλο της Ρήγαινας. Αυτή η συνέχεια μέσα στην Ιστορία με γοήτευσε και αυτό προσπάθησα να δώσω.

-Τι είναι αυτό που απολαύσατε περισσότερο σ’ αυτό το ταξίδι στον χρόνο και τον τόπο; Η οικειότητα και το δέος που μπορεί κάποιος να νιώσει όταν γνωρίζει την αδιάλειπτη συνέχεια της Ιστορίας, του χαρακτήρα και των βιωμάτων των ανθρώπων που έζησαν πάνω σ’ αυτόν τον «ρότσον», όπως είπε και ο Μόντης, σε πείσμα των καιρών. 

«Από πηλό και από πορφύρα»

Εκδ. Κώστα Επιφανίου

Σελίδες 504

Τιμή 20 ευρώ