Μία αουτσάιντερ βόλτα στην άκρη των αποκαλύψεων, που λίγοι γνωρίζουν.

Όταν φτάσαμε σ’ εκείνη την άκρη του Πειραιά, κοντά στο πολύβουο, κινεζικό -πια- λιμάνι της πύλης Ε1 της Ακτής Βασιλειάδη, εκεί όπου κάποτε έκανε «εναλλακτικές» επιδείξεις μόδας ο Λάκης Γαβαλάς, απέναντι από κάτι ντουβάρια και νεκρά στρέμματα, ήταν αργά το απόγευμα· ο ήλιος απλωνόταν φοβιστικά έτοιμος, ζεστός και ξαναμμένος στο τέλος του ουρανού, ανυπομονώντας να αποχαιρετήσει άλλη μία Κυριακή που κάποια κορμιά κάηκαν και άλλα τσουρουφλίστηκαν σιγοπατώντας στις παρυφές του δέρματος, αναψοκοκκινισμένα στις λάθος μέρες που η μάζα στρέφεται στο νερό της θάλασσας απέναντί μας. Ήταν η στιγμή τέτοια που σ’ εκείνη την απότομη στροφή του δρόμου που κάποτε σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Μητροπάνος τραγουδούσε απ’ το cd player τη «Ρόζα» του, σ’ αυτό το ζεϊμπέκικο του Άλκη Αλκαίου που πάντα πίστευες -λανθασμένα- πως είχε ως ρεφρέν εκείνο το αδιαπέραστο «πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή» – απατώντας σε ως ψευδαίσθηση. Ο περίφημος «Καράμπαμπας» που είχε «πιστούς» πελάτες -όχι μόνο από τον Πειραιά και την Αθήνα, ανάμεσά τους και αμέτρητοι ναυτικοί που, όταν τα πλοία τους έδεναν, ανέβαιναν την παλιά σκάλα από τον σταθμό, για ένα από τα φημισμένα σουβλάκια του μαγαζιού του- είναι εκεί· αν και πεθαμένος πια από τον προηγούμενο μήνα που μας το είπε η κόρη του, μοσχοβολώντας ως ζωντανός θρύλος στο πιο ποιητικό αουτσάιντερ προάστιο του Πειραιά: Τη Δραπετσώνα. 

«Μ’ αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός

κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός.

Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ’ τη δουλειά

εγώ κι εκείνη όνειρα, φιλιά.

Το ‘δερνε ο αγέρας κι η βροχή

μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή.

Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή».

​Ο φίλος μου τράβηξε απ’ το τζάμι του αυτοκινήτου έναν γερανό φωτογραφία, λιγάκι επιπλέων επάνω από τα μισογκρεμισμένα κτήρια και τους φαγωμένους δρόμους του Πειραιά -που στο μέλλον θα γίνουν νέοι Αβραμιώτου και hip περιοχές για ήδη ανοιχτά επενδυτικά στόματα- και κράτησε τη στιγμή στο κινητό του τηλέφωνο για να την ανεβάσει δυο μέρες μετά στο instagram του – «μην προδώσεις το μυστικό και πλακώσουν οι γύφτοι», του είπα. Κάτι οδοί, κάτι στενά, κάτι σπίτια σαν από σεισμό σωσμένα -που τα έβρισκα εξόχως γοητευτικά-, άνθρωποι που κοιτούσαν περίεργα και που αν τους ενοχλούσες λιγάκι την ησυχία μπορεί να τράβαγαν μαχαίρι – όλος ο προσήλιος τούτος τόπος στους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. 

«Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας

στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.

Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου,

εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί».

Η Δραπετσώνα είναι ένα μπουκέτο από θαύματα ερωτισμού λίγο πριν νυχτώσει. Στο παλιό εργοστάσιο λιπασμάτων με υπόλειμμα τις γραμμές των βαγονιών που κουβαλούσαν το υλικό μεταφέροντάς το -προφανώς- για απόψυξη στα επάνω στρώματα του κτηρίου, πάνω από τις σκουριασμένες λαμαρίνες και την παρακμή που τρέφει θησαυρούς, πέντε μοντέλα πόζαραν τις προάλλες για μια σειρά ρούχων – δεν γνώριζα καν τη μάρκα, μια λαϊκή μπουτίκ στην Εθνικής Αντιστάσεως -δέκα λεπτά με τα πόδια από τη Ρήγα Φεραίου- προμόταρε τη φίρμα με νόμους εντοπιότητας και τα κορίτσια ήταν «οι θεές» του μέλλοντός μας. Μείναμε με ένα αδέσποτο σκυλί κοντά σε κάτι στάχυα, σταθήκαμε πίσω από έναν ανθισμένο θάμνο και από το υπόλειμμα ενός τάφου που -λέγεται πως- είναι του Θεμιστοκλή – εκεί έκανε το ζώο την ανάγκη του. Μύριζε ωραία το χώμα κι ο ψαράς με το καλάμι του βάφτιζε τη μαρίδα καλαμάρι και το χταπόδι χέλι, έχοντας μια πλαστική σακούλα του Σκλαβενίτη στην άκρη του πρόχειρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου και με τα ρουθούνια του να μυρίζουν ακόμη το μαζούτ της «Ηλεκτρικής». Όλα, άλλωστε, θα γίνονταν λίπασμα. Όπως και στη ζωή.

Μα, το θαύμα ήταν αλλού.

Σ’ ένα λοφάκι όπου εξείχαν δυο τσίγκινα δωμάτια, ένα τραπέζι, επτά καρέκλες, μια κότα κι ένα στρώμα στη μέση του χώματος, οι τσιγγάνοι παρέμεναν ευτυχισμένοι μέσα στην ανέχεια της μοίρας τους που έμοιαζε με άγουρο πεπόνι – που δεν είχαν. Η Νίκη, η mater familia, πιο κοκαλιάρα κι από μοντέλο της Victoria Secret, μου ‘κανε σήμα για κάτι καλό «κάτι να την κάνει να ξεχαστεί», ο γιος της στο πρώτο σήμα έβγαλε το φανελάκι του για να ποζάρει την γυμνασμένη από την χειρωνακτική δουλειά πλάτη του στον φίλο μου -περήφανος για τα τατουάζ του και τα κόκκινα χτυπήματα στις τρύπες του δέρματος του που φαίνονταν καθαρότερα μέσα στο σκοτάδι- πρωτοαντικρίζοντας εκείνο που τόσες φορές είχε περάσει από δίπλα στο παρελθόν, μα δεν είχε παρατηρήσει. Και, ω, τι θαύμα, τα μωρά όταν μεγαλώνουν στην ακάθαρτη γη, στις πέτρες, στ’ αγκάθια που κόβουν τις πέτσες και βάφουν τις παλάμες με αίμα, γίνονται απείρως κοινωνικότερα – η λειτουργία του ενστίκτου ακόμη λειτουργεί καλά! Ο Σπύρος, δύο-τριών χρόνων το πολύ, σα να μας ήξερε κιόλας, ολόγυμνος μπροστά μας, ένιωθε την οικειότητα που αισθάνεται κάποιος όταν παρατηρεί ξαφνικά συγγενή που το προηγούμενο βράδυ τον έχει βάλει στην αγκαλιά του νανουρίζοντάς τον – «τι παιδί είσαι εσύ, τι παιδί!». Λιώσιμο κι αγάπη στον τόπο που οι γηγενείς λένε «καταραμένο». 

Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο σ’ εκείνη την ησυχία της ζωής, που ακόμη και το γάλα μετριέται σε «κάποια ψιλά που μάλλον έχεις στο πορτοφόλι σου». Η Βαγγελιώ και η Ελένη πόζαραν στο I-Phone μου κρατώντας ένα -ακόμη- μωρό στην αγκαλιά τους, βέβαιες στο να δείχνουν εμπιστοσύνη σε οποιονδήποτε ονομάζεται μπαλαμός. «Θα τα ξαναπούμε». «Εννοείται». «Και την άλλη φορά θα φέρουμε απ’ το Κερατσίνι εκείνο που λέγαμε». «Και καρπούζι». Να τρέχουν τα σάλια του μωρού στα κουκούτσια, ήθελα να πω στην Ελένη.

Το ραδιόφωνο στην επιστροφή, σε κάτι στενά του Παγκρατίου, πλάι στο σπίτι του μακαριστού Θάνου Μικρούτσικου, έπαιζε Χαρούλα. «Να μου το πεις / το σ’ αγαπώ και πάλι / να μου το πεις / η αγάπη είναι ζάλη…». Κι ήταν περίεργο να ‘χεις μάθει απέξω τελευταία τα λόγια του Λεξ, μα το στόμα να συντάσσει τους φθόγγους μόνο στο χτύπο που μπορεί να συνδέσει τη θάλασσα με το σούρουπο και την αληθινή Ελλάδα. 

Μέχρι το σχέδιο ανάπλασης της κυβέρνησης και την επέλαση των μπουλντόζων στη νέα -πολλά υποσχόμενη για λεφτά- απόρθητη γη υλοποιηθεί, το «περιθώριο» των άλλων θα συνεχίζει να λέγεται «αποκάλυψη» για τους ζώντες ως ποιητές.

Ελεύθερα, 21.8.2022.