Μια διαφορετική βόλτα στην «άλλη», την «μυστική» Πόλη του Φωτός.
Το canal Saint Martin, το νερό που αποκολλήθηκε από την πυκνή ροή του quai de la Loire της συνοικίας La Villette του Παρισιού δημιουργώντας μία φιδίσια ουρά που μοιάζει περίπου σαν ποτάμι -πολύ κοντά στην τουριστική Montmartre των πιστών καθολικών προσκυνητών και της πανοραμικής θέας που αγκαλιάζει τον Πύργο του Άιφελ-, δεν περιγράφεται με λεπτομέρειες σε κανένα ταξιδιωτικό οδηγό. Για την ακρίβεια, θεωρείται η πύλη μιας υποβαθμισμένης συνοικίας, πολύ βρώμικης, ανάξιας αναφοράς, στην οποία διαμένουν όλες οι λούμπεν φυλές του λασπωμένου μας κόσμου, οι εξοστρακισμένοι παρίες των εργοστάσιων, των προαστίων, της εργατιάς, των μαύρων εκείνων κοριτσιών με τα πολύχρωμα τσιμπιδάκια στα ράστα τους μαλλιά που ονειρεύονται τον λευκό γιάπι που θα ‘ρθει μία μέρα φουνταριστός για να τις πάει βόλτα στην Αψίδα του Θριάμβου.
Αλλά εδώ είναι τα πραγματικά Παρίσια!
Σταμάτησα στη στάση του μετρό Pigale (την αμαρτωλή και μποέμ μαζί, στις παρυφές της διάσημης και πολυφωτογραφημένης Sacré-Cœur), μπροστά μου η boulevard de Clichy, πίσω μου η de Rochechouart, δεξιά κι αριστερά ένα μουσείο που αυτοδιαφημιζόταν ως «ερωτικό» (δεν ήταν, ήταν η «βιτρίνα» για παρισινές γαλλικές ερωτικές περιπέτειες με κορίτσια των πρώην αφρικανικών αποικιών), εξαθλιωμένες γυναίκες που έταζαν -μαζί, εν είδει εκπτωτικού πακέτου- τον παράδεισο και το Μέγαρο του Ελιζέ μαζί, για ένα εικοσάλεπτο με τα χυμώδη τους θηλυκά τερτίπια «και με μόνο 30 ευρώ», διάσπαρτα μπαρ, μια σάουνα με το όνομα «Mykonos» (!), ένα σινεμά που έπαιζε ταινίες «ne convient pas aux mineurs» («ακατάλληλο για ανηλίκους», με κάποιους άνδρες στην είσοδό του περιμένοντας υπομονετικά μέχρι να φτιαχτεί η ταμειακή μηχανή ώστε να μπορέσουν να εισέλθουν μέσα στον μόσχο τον σιτευτό), μπαρ με φθηνό ποτό μπόμπα και café με ζεστό γαλλικό καφέ και θέα απέναντι στο Moulin Rouge. Όλα μπλεγμένα ένα κουβάρι σ’ αυτό που, άλλωστε, φέρει και η ίδια η ζωή όταν την κοιτάς χωρίς μονοχρωμίες, με ανοιχτό φως στα μάτια, με περιέργεια κι αγάπη – ένα συνονθύλευμα διαφορετικών αλλά και ίδιων μεταξύ τους ανθρώπων με ανάγκες που δεν κατηγοριοποιούνται τύποις.
Πάντα είχε πλάκα για μένα αυτό το πάρτυ της έξαρσης, της έξαψης και των νοημάτων. Εκεί, στις άκρες των μεγαλουπόλεων που δεν πατάει η μαζική τουριστικοποίηση των lonely planet. Φτάνει να αντιλαμβάνεσαι περίπου σαν προσευχή την ακριβή γοητεία που διαθέτει το περιθώριο.
«Τι ζήλεψες τι τα ‘θελες τα ένδοξα Παρίσια.
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές.
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές».
Το σπίτι της Ζορζέτ -που με φανταζόταν κάτι σαν φωτογράφο της «Conde Nast Traveller», τουλάχιστον- ήταν στη στάση Garibaldi του μετρό – αυτή στην οποία με απέτρεψε να πάω ο receptionist του καλού ξενοδοχείου, στο οποίο είχα κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Ένα μεσημέρι γευματίσαμε με τη μητέρα της και τα δύο της αδέλφια -που θέλουν να γίνουν κάποτε μπασκετμπολίστες του NBA, και έχουν ως πρότυπό τους τον Αντετοκούνμπο- καθισμένοι γύρω από ένα φορμάικα παλιό τραπέζι. Με κέρασαν quiche lorraine με σπανάκι και ντομάτα για το δρόμο, τους χάρισα τσουρέκια. Δεν μιλούσαν αγγλικά, δεν μιλούσα γαλλικά. Συνεννοηθήκαμε πάντως μια χαρά στη νοηματική και με ματιές. Όπως κάνω συνήθως σε όλα μου τα ταξίδια. Κι ήταν σα να ειπώθηκαν όλα!
«Όταν έχεις την καρδιά σου ανοιχτή, πας παντού». Όποιος το ‘πε, είχε δίκιο.
Σε αυτές τις «στην άκρη της πόλης» συνοικίες πέρασα και τις πέντε μέρες του ταξιδιού μου στο Παρίσι – που δεν ήταν «Σηκουάνας», «κήποι του Λουξεμβούργου», «Σορβόννη», «Πεδίον του Άρεως», «Μουσείο του Λούβρου» (με τη ίδια λογική που η Τρικούπη δεν αναφέρεται πουθενά στις σημαντικές ατραξιόν της Λευκωσίας για τον τουρίστα – το αντίθετο!). Αλλά, αυτά είναι πράγματα που ανακαλύπτει κανείς μόνος, χωρίς «οδηγίες», χωρίς κατευθύνσεις, ενστικτωδώς, με λίγη τύχη και πολύ περπάτημα.
«Κοντά στο Σηκουάνα
χτυπούσε μια καμπάνα,
στους δρόμους περπατούσαν τα παιδιά
και μίλαγε η αγάπη στην καρδιά».
Το να ταξιδεύεις χωρίς σκοπό και υποχρεώσεις έχει τη γοητεία του μόνο όταν το κάνεις μόνος. Κάτι που μπορεί να μοιάζει και λιγάκι τρομακτικό ή αντικοινωνικό -στα όρια του ιδιόρρυθμου και παλαβού-, αλλά μάλλον είναι το μόνο που μπορεί να προκαλέσει το πραγματικά ενδιαφέρον σε όποιον αισθάνεται, νιώθει νέος, περίεργος και έτοιμος να πηδήξει φράγματα έξω από τα στεγανά. Εκπλήσσοντας ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Που είναι, τελικά, και ο πιο πολύτιμος συνταξιδιώτης.
xatzigeorgiou@yahoo.com
Ελεύθερα, 28.8.2022.