Τις προάλλες βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Και θυμήθηκα ξανά την τραγική αυτή ιστορία της «σύγχρονης Μήδειας».
Το ισόγειο σπίτι της Θεοδώρας Σουφχάρα, στην οδό Τραπεζούντος της Άνω Ηλιούπολης Θεσσαλονίκης, ήταν πολύ μικρό – κάτι λιγότερο από 40 τετραγωνικά. Το θυμάμαι καθαρά: Ένα δωμάτιο, μια μικρή κουζίνα, ένα χολ γεμάτο από μικρές και μεγάλες φωτογραφίες των δύο της παιδιών, του Νικολάκη και της Ιωάννας, κάποια βιβλία στο πάτωμα, ένα παλιό πιάνο μπροστά από την τηλεόραση και ένα καντήλι αναμμένο κάτω από την εικόνα του αγίου Νικολάου, «αυτού που φυλάει το πεθαμένο μου παιδί, που με κοιτάει από ψηλά» μου είπε.
Η Θεοδώρα ήταν η γυναίκα που χαρακτηρίστηκε από τις εφημερίδες της εποχής «σύγχρονη Μήδεια», «μάνα-φρίκη» και «ανθρωπόμορφο τέρας», όταν το Σεπτέμβριο του 1994 κατηγορήθηκε πως δηλητηρίασε το γιο της, Νίκο, εννέα ετών τότε. Σε ιατρικό πόρισμα μετά το θάνατο του παιδιού της, ο οποίος νοσηλευόταν σε παιδοψυχιατρική κλινική, τονιζόταν πως «αιτία του θανάτου του ήταν το υπογλυκαιμικό κώμα στο οποίο έπεσε, ύστερα από χορήγηση αντιδιαβητικής ουσίας».
Η Θεοδώρα είχε υποστηρίξει τότε στο δικαστήριο ότι δεν έδωσε τίποτα στο παιδί της, ενώ οι εμπειρογνώμονες γιατροί αποφάνθηκαν πως ο θάνατος προήλθε από ιογενή λοίμωξη – η ίδια παρέμεινε στη φυλακή, μέχρι που απαλλάχθηκε με βούλευμα για το θάνατο του γιου της, το 1997. Κι’ είχε οδηγηθεί πια στην ελευθερία – αν και ήδη νεκρή. Αλλά τίποτα δεν είχε τελειώσει ακόμη: Ο εισαγγελέας Θεσσαλονίκης τής είχε αφαιρέσει τότε την επιμέλεια του δεύτερου παιδιού της, της επτάχρονης Ιωάννας, με εντολή να μεταφερθεί στο «ορφανοτροφείο Μέλισσα».
«Με αιτήσεις μου είχα ζητήσει πολλές φορές να μου επιστραφεί η επιμέλεια της κόρης μου, αλλά πάντοτε απορρίπτονταν. Γιατί θεωρούσαν ότι στο ίδρυμα θα πέρναγε καλύτερα απ’ ότι με τη μητέρα της – ίσως γιατί εγώ δεν ήμουνα πολύ καλά ψυχολογικά. Η Ιωάννα μου είναι πια 18 χρόνων. Ήρθε και με είδε δυο τρεις φορές στο σπίτι. Δεν μου είπε ακόμη τίποτα το κοριτσάκι μου για όσα έζησε. Φοβάμαι, όμως, τη στιγμή που θα με ρωτήσει “πού ήσουνα, μάνα, όταν ήμουν άρρωστη, πού ήσουνα όταν ήθελα τη συμβουλή σου, πού ήσουνα όταν ήθελα να μου διαβάσει κάποιος παραμύθια, πού ήσουνα όταν ήθελα κάποιον να με χαϊδέψει;”. Εγώ τότε τι θα της απαντήσω;».
«Οι μήνες στη φυλακή ήταν από τους χειρότερους της ζωής μου», θα μου αναφέρει μετά. «Οι άλλες κρατούμενες με βασάνιζαν και με ξυλοκοπούσαν γιατί θεωρούσαν κι αυτές ότι εγώ σκότωσα το παιδί μου. Σήμερα δεν τους κρατώ κακία. Κι εγώ στη θέση τους, αν άκουγα για μία μάνα ότι κακοποιούσε τα παιδιά της σεξουαλικά, ότι έκανε αιμομιξίες, μέχρι του σημείου να δολοφονήσει το ένα απ’ αυτά -το πιο μικρό-, μπορεί και να ‘κανα τα ίδια».
Έκλαψε με λυγμούς. Πήρε στα χέρια κάμποσα χαρτομάντιλα για να σκουπίζει τα μάτια και τη μύτη της, πήγε στο δωμάτιό της για να βρει παλιές φωτογραφίες με τα παιδιά της, και μου τις ακούμπησε ευλαβικά στα πόδια σα να ‘ταν εικόνες αγίων. «Είμαι μια ταλαίπωρη γυναίκα… Εγώ δεν έχω πια ζωή να ζήσω. Βρήκαν το εύκολο θύμα, μια αφελή, όπως ήμουν εγώ, και φόρτωσαν επάνω μου όλες τις βρομιές τους. Ο Νικολάκης μου ήταν η αδυναμία μου. Πώς θα μπορούσα εγώ να σκοτώσω το παιδί μου; Η ίδια του η μάνα;».
Είχαμε συναντηθεί δυο τρεις φορές ακόμη. Όχι για συνέντευξη. Συχνά με έπαιρνε τηλέφωνο. Θυμάμαι που, λίγο πριν κλείσουμε το ακουστικό, με ρωτούσε πάντοτε αν έχω φάει καλά μέσα στη μέρα. «Κυκλοφορούν ιώσεις, να ντύνεσαι καλά – παιδί μου να προσέχεις…».
Η Θεοδώρα πέθανε το Μάιο του 2011. Τη βρήκαν πλάι στο πιάνο της, με δυο φωτογραφίες των παιδιών της κάτω απ’ τα χέρια. Οι γείτονες είπαν πως ήταν πολύ ήρεμη – πως χαμογελούσε…
xatzigeorgiou@yahoo.com
Φιλελεύθερα, 31.10.2021.