«Κασσάνδρα» με την Φανί Αρντάν από την Comédie de Genève. 

Ακόμη κι όταν ενσάρκωνε τη «Γυναίκα της διπλανής πόρτας» στην κλασική ταινία του 1981, η Φανί Αρντάν γέμιζε τα πλάνα του Φρανσουά Τρυφώ με την παρουσία, τις εκφράσεις και τις χειρονομίες της, την ανυπέρβλητη ερμηνεία της, ακόμη και τις θορυβώδεις σιωπές της. Φανταστείτε, δηλαδή, να τη δείτε και ολοζώντανη να τιθασεύει ένα κείμενο- διαμάντι, με εμπειρία τεσσάρων δεκαετιών στην πλάτη.

Δεν είχαν όλοι οι θεατές, το βράδυ του περασμένου Σαββάτου στο Κάστρο της Πάφου, συναίσθηση αυτής της μοναδικής τύχης. Κάποιοι δεν εκτίμησαν σωστά το βάρος του κειμένου της Κρίστα Βολφ, την υποβλητική αρχετυπικότητα του ρόλου της Κασσάνδρας, το ερμηνευτικό εκτόπισμα της Φανί Αρντάν, την ατμοσφαιρική όσο και διακριτική μουσική του Μικαέλ Ζαρέλ και δεν ντράπηκαν να εγκαταλείψουν πρόωρα τη θέση τους. Δικαίωμά τους και πρόβλημά τους.

Δική μου υποχρέωση, όμως, είναι να καταγράψω ότι αυτή η σπάνια για τα κυπριακά δεδομένα ευκαιρία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του Φεστιβάλ της Αβινιόν, θα αρκούσε ίσως κι από μόνη της να απογειώσει το πρόγραμμα της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Κι ας ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές ότι, παρά τις ιδανικές καιρικές συνθήκες, στον αχανή εξωτερικό χώρο της πλατείας του Κάστρου έχανε ένα μεγάλο μέρος της δυναμικής της.

Η ερμηνεία της Γαλλίδας ντίβας ήταν τόσο φυσική και κοντρολαρισμένη, που είχες την αίσθηση ότι και δέκα ώρες να διαρκούσε, δεν επρόκειτο να υποπέσει στο παραμικρό υποκριτικό, σκηνοθετικό ή λεκτικό σφάλμα. Ήταν λες και η Κασσάνδρα είχε ενδυθεί τη Φανί Αρντάν, καθώς εξυφαινόταν μια σύνδεση πέρα από τον χρόνο, τον χώρο και τις νόρμες. Η κλεψύδρα που άδειαζε μετρώντας αντίστροφα την παρουσία της Τρωαδίτισσας ιέρειας στα εγκόσμια ήταν λες και ωθούσε γεωμετρικά την ίδια την ηθοποιό σε μια βαθύτερη αλήθεια και συνειδητοποίηση. Κι εκείνη η φωνή! Απλή και ακριβής, πανίσχυρη όσο και εύθραυστη, να ταράζει και ταυτόχρονα να καθησυχάζει, ορύσσοντας κατευθείαν στο υποσυνείδητο του ακροατή. 

Η παράσταση διαρκεί μια ώρα. Είναι η τελευταία της Κασσάνδρας πριν από τον θάνατό της. Γι’ αυτό και ο χρόνος πλαταίνει, κυλά αργά. Δεν υπάρχει άλλο μέλλον να προβλέψει, γι’ αυτό βρίσκει την ευκαιρία να κοιτάξει πίσω, ανασυνθέτοντας κομμάτι κομμάτι, με συντρίμμια, την ψηφιδωτή εικόνα του απόλυτου ολέθρου. Η κραυγή της σκίζει την αιωνιότητα. Αντηχεί την ανθρώπινη κατάσταση, τη δική μας πικρή αίσθηση ανημποριάς μπρος στη θέα ενός κόσμου που εμφανώς οδεύει προς την ολοκληρωτική καταστροφή.

Είναι η μοίρα του μάντη κακών να καταδικάζεται στη μοναξιά και τη δυσμένεια. Είναι η μοίρα των λαμπρών πνευμάτων που κηρύττουν στη σκιά, εκεί όπου όλη η φόρτιση του δράματος ξεδιπλώνεται στο ακέραιο, να μένουν μόνοι με μια αλήθεια που κανείς δεν πιστεύει, αλλά και κανείς δεν θέλει να ακούσει. Καθώς η Πόλις, η κοινή σκέψη, η συλλογική επιθυμία της άγνοιας στραγγαλίζει το πνεύμα, εκείνο ανθίσταται, αρνείται να παραδοθεί, καθυστερεί το αναπόφευκτο, για να αναγνωρίσει τη δική του ατομική αλήθεια και να προλάβει να την αφήσει να κατασταλάξει μέσα του. Εκεί, στη σκοτεινή πλευρά της ελπίδας, μια ανάσα από την ανυπαρξία, είναι που το παρελθόν παροντοποιείται, η συνείδηση ρέει, ο εσωτερικός μονόλογος γίνεται μια οικουμενική ιαχή. 

Αυτή την ιαχή είναι που μετατρέπει σε νότες ο Ζαρέλ. Προτείνει μια «όπερα χωρίς μονωδούς», για να διεκτραγωδήσει μια κατάσταση όπου πια δεν υπάρχει λόγος για να τραγουδά κανείς. Εύσημα πρέπει να αποδοθούν τόσο στον Γάλλο σκηνοθέτη Ερβέ Λουασμόλ για τη διακριτική καθοδήγηση της Αρντάν και την επιλογή των αργών, σίγουρων και επιβλητικών κινήσεων που συμπυκνώνουν όλη την ποιητικότητα του κειμένου, όσο βέβαια και στην Ορχήστρα Κουμανδαρία, που έφερε άψογα εις πέρας μιαν από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην πορεία της.