«…Μην περιμένεις πια, όλα σκορπίσανε / αφού τα χείλη σου άλλον φιλήσανε…».
 
Με πήγανε προχθές στην Ιάσονος – μετά τη δουλειά, σχεδόν υποβασταζόμενο απ’ την κούραση από μερικές νέες φίλες που παραμένουν αφελείς πιστεύοντας αυτό που παρακολουθούν και όχι το «είναι» εντός, χαϊδεμένες από τα δώρα της ζωής που τους φέρθηκε καλά ως τα τριάντα τους, ευγενικές και τίμιες στα λόγια: «είναι ένα εστιατόριο, μούρλια, απ’ αυτά που δεν πάνε οι πολλοί, down town». Είχαν δίκιο.
 
Ανάμεσα σε αναβοσβησμένα λαμπάκια με κόκκινες πινακίδες από μικρά studios εκτόνωσης, ένα μικρό ταβερνάκι με μουσαμάδες γύρω γύρω για να μην μπάζει το κρύο, η Πόπη κι οι φακές της – «δεν μου ‘μεινε κάτι άλλο, αυτές μόνο, τρώγονται όλα με το που θα τα φτιάξω, έχει πέραση εδώ το μαγαζί». Αμ, πώς; Στάθηκα πάνω από την κατσαρόλα, έντεκα το βράδυ πια, έκλεισα τα μάτια και μύρισα φύλλα δάφνης, «φακές τέτοια ώρα;». «Να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου!», είπε. Ήταν η οικεία από παλιά ατμόσφαιρα, εκείνο το αποσυντονισμένο της στιγμής απ’ την υπερκόπωση, το πράσινο τραπεζομάντιλο με τα κιτς αγαλματάκια -οι Καρυάτιδες, μάλλον, που έβγαζαν νερό απ’ το στόμα- η χαρά της ξαφνικής συνεύρεσης: «βάλε και φέτα μαζί», της είπα. Το τραπέζι ήταν στο κέντρο της τσιμεντένιας αυλής με δυο βασιλικούς στο πλάι και αποτσίγαρα μέσα στη γλάστρα, μια σφουγγαρίστρα στη γωνία και μια κούπα λάδι, μ’ ένα ζευγάρι που τσακωνόταν παραδίπλα για λεφτά χρωστούμενα και κάποιον ηλικιωμένο -λιγάκι πιωμένο- που μιλούσε στο τηλέφωνο δακρύζοντας με λέξεις που δεν καταλάβαινα – αλβανικά μάλλον, μπερδεμένα με μισοελληνικά. Στη μία μεριά η Μεγάλου Αλεξάνδρου με τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν από τις σαββατιάτικες βόλτες και μερικά αναίτια τρεκλίσματα επιβεβλημένης ικανοποίησης με ωραία φορέματα και σιδερωμένα πουκάμισα και, απ’ την άλλη, απ’ τα γύρω στενά, στη Λεωνίδου, στην Κολωνού και στην Κολοκυνθούς, ο υπερυψωμένος πόθος και το τσεκάρισμα πελατών στο «προϊόν». Η Πόπη έβαλε σε ένα παλιό κασετόφωνο τη θρυλική συλλογή από τα λαϊκά της ΕΡΤ – μία σπάνια κασετίνα με τέσσερις κασέτες που δεν κυκλοφορούν πια. Της είπα πως, κάποτε, είχα γνωρίσει τον Μιχάλη Μενιδιάτη που σιγοντάριζε, στο σπίτι του, στην Κηφισιά, «καλός άνθρωπος πρέπει να ‘ταν», είπε και συμφώνησα σηκώνοντας το μαύρο μου μανίκι για να μη λερωθεί το φούτερ μου απ’ την παραγεμισμένη σούπα φακές της. 

«Από τα φαρμάκια που μου ‘χεις δοσμένα
σκότωσες ό,τι είχα όμορφο για σένα,
κι απ’ τον έρωτά μας μοναχά η κρύα στάχτη
έχει μείνει τώρα μες στην καρδιά.
Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε
αφού τα χείλη σου, αχ, με προδώσανε».

 
 

Έβαλε ούζο στα ποτηράκια, «δώρο», την είχε πειράξει λιγάκι στο λαιμό η εξάτμιση από μία παρέα μηχανές που έκαναν αστειάκια στις κυρίες που στέκονταν στις εισόδους των σπιτιών, κούχου κούχου έκανε συνέχεια βάζοντας την παλάμη μπροστά στο στόμα, την πόναγε ο φάρυγγάς της, είπε, ευαίσθητος πολύ κι απ’ το τσιγάρο ιδιαίτερα πειραγμένος – «παλιοζωή», ξανάπε. Περίπου την συμπάθησα. Είχε ήδη στολίσει το χριστουγεννιάτικό της δέντρο με τον τρόπο που κάτι απέμεινε από τα απομεινάρια πολλών λαθών για να σε επαναφέρει στη μαζικότητα των πραγμάτων από κάτι σκόρπιες λεπτομέρειες και όχι σ’ αυτό που μέσα σου αισθάνεσαι: μια πίκρα. Απροσδιόριστη και μεγάλη – υπομένοντάς την πια, δίπλα από την ξύλινη φάτνη, κάτω από το μεγάλο αστέρι που βρισκόταν στην κορυφή.  

Στο άγχος για τη χαρά της γιορτής, γυναίκες σαν αυτές, σαν άλλες που μοιάζουν να είναι στο επίκεντρο αλλά παραμένουν περιθωριοποιημένες -από επιλογή τους, από ένα δύστροπο χαρακτήρα, από ένα ατυχές συμβάν- είναι αρκετές – μην κολλάμε στη βιτρίνα της εικόνας που παρεκκλίνει από το «μέσα». Κι είναι κάτι τέτοιες μέρες -μέρες γιορτής- που τα φαντάσματα μεγεθύνονται, το παρελθόν γίνεται ενεστώτας κι οι μόνοι που παρατηρούν με διαύγεια τους ακούνητους στα χέρια ανθρώπους και τις λάθος αποφάσεις τους ή τους ανόητους συμβιβασμούς από το φόβο, την εγκατάλειψη, την μη επιλεγμένη μοναξιά. Το έγραψε ευφυώς η Κάραλη στη «Σαββατογεννημένη» της που μόλις κυκλοφόρησε με νέα κείμενα: «μια ζωή άχρηστη, σκέφτομαι. Κατά βάθος χαϊδεύεσαι. Σου αρέσει το “προσοχή, ασυνόδευτο ορφανό”. Τέρμα αυτή η διανομή. Εφεξής θα είσαι παρατηρητική. Μπορεί, άλλωστε, να σου βγει σε καλό η ταλαιπωρία. Μπορεί, εδώ πέρα που χάθηκες, να κυλήσει ένας Τζόις στις φλέβες σου» (σελ. 137). 

Αποχαιρέτησα την Πόπη και τις ακουμπισμένες απαλά στη γλώσσα φακές της, πέρασα πάλι από τα κατακόκκινα πια -ήταν κι η ώρα τέτοια- σπίτια, και βγήκα στην πλατεία Μεταξουργείου. Λαμπάκια φωταγωγούσαν τους θεατές από το «Βέμπο» και το «Περοκέ» που μόλις τελείωσαν απ’ τις παραστάσεις τους, χαϊδεμένοι και σοβαροί άνθρωποι σε μικρά πηγαδάκια, δεν ήξεραν πως λίγα μέτρα μακριά τους η πραγματικότητα περνούσε και σφύριζε σαν προγραμματισμένο από χρόνια τρένο σε όσα εκείνοι θα ήθελαν να είχαν θάψει οριστικά τη μέρα των Χριστουγέννων που πλησιάζει – αυτή τη μέρα της επιβεβλημένης ευτυχίας, της χαμένης τους ευτυχίας. 

 
Φιλgood, τεύχος 252.