«Από τα φαρμάκια που μου ‘χεις δοσμένα
σκότωσες ό,τι είχα όμορφο για σένα,
κι απ’ τον έρωτά μας μοναχά η κρύα στάχτη
έχει μείνει τώρα μες στην καρδιά.
Μην περιμένεις πια, όλα τελειώσανε
αφού τα χείλη σου, αχ, με προδώσανε».
Έβαλε ούζο στα ποτηράκια, «δώρο», την είχε πειράξει λιγάκι στο λαιμό η εξάτμιση από μία παρέα μηχανές που έκαναν αστειάκια στις κυρίες που στέκονταν στις εισόδους των σπιτιών, κούχου κούχου έκανε συνέχεια βάζοντας την παλάμη μπροστά στο στόμα, την πόναγε ο φάρυγγάς της, είπε, ευαίσθητος πολύ κι απ’ το τσιγάρο ιδιαίτερα πειραγμένος – «παλιοζωή», ξανάπε. Περίπου την συμπάθησα. Είχε ήδη στολίσει το χριστουγεννιάτικό της δέντρο με τον τρόπο που κάτι απέμεινε από τα απομεινάρια πολλών λαθών για να σε επαναφέρει στη μαζικότητα των πραγμάτων από κάτι σκόρπιες λεπτομέρειες και όχι σ’ αυτό που μέσα σου αισθάνεσαι: μια πίκρα. Απροσδιόριστη και μεγάλη – υπομένοντάς την πια, δίπλα από την ξύλινη φάτνη, κάτω από το μεγάλο αστέρι που βρισκόταν στην κορυφή.
Στο άγχος για τη χαρά της γιορτής, γυναίκες σαν αυτές, σαν άλλες που μοιάζουν να είναι στο επίκεντρο αλλά παραμένουν περιθωριοποιημένες -από επιλογή τους, από ένα δύστροπο χαρακτήρα, από ένα ατυχές συμβάν- είναι αρκετές – μην κολλάμε στη βιτρίνα της εικόνας που παρεκκλίνει από το «μέσα». Κι είναι κάτι τέτοιες μέρες -μέρες γιορτής- που τα φαντάσματα μεγεθύνονται, το παρελθόν γίνεται ενεστώτας κι οι μόνοι που παρατηρούν με διαύγεια τους ακούνητους στα χέρια ανθρώπους και τις λάθος αποφάσεις τους ή τους ανόητους συμβιβασμούς από το φόβο, την εγκατάλειψη, την μη επιλεγμένη μοναξιά. Το έγραψε ευφυώς η Κάραλη στη «Σαββατογεννημένη» της που μόλις κυκλοφόρησε με νέα κείμενα: «μια ζωή άχρηστη, σκέφτομαι. Κατά βάθος χαϊδεύεσαι. Σου αρέσει το “προσοχή, ασυνόδευτο ορφανό”. Τέρμα αυτή η διανομή. Εφεξής θα είσαι παρατηρητική. Μπορεί, άλλωστε, να σου βγει σε καλό η ταλαιπωρία. Μπορεί, εδώ πέρα που χάθηκες, να κυλήσει ένας Τζόις στις φλέβες σου» (σελ. 137).
Αποχαιρέτησα την Πόπη και τις ακουμπισμένες απαλά στη γλώσσα φακές της, πέρασα πάλι από τα κατακόκκινα πια -ήταν κι η ώρα τέτοια- σπίτια, και βγήκα στην πλατεία Μεταξουργείου. Λαμπάκια φωταγωγούσαν τους θεατές από το «Βέμπο» και το «Περοκέ» που μόλις τελείωσαν απ’ τις παραστάσεις τους, χαϊδεμένοι και σοβαροί άνθρωποι σε μικρά πηγαδάκια, δεν ήξεραν πως λίγα μέτρα μακριά τους η πραγματικότητα περνούσε και σφύριζε σαν προγραμματισμένο από χρόνια τρένο σε όσα εκείνοι θα ήθελαν να είχαν θάψει οριστικά τη μέρα των Χριστουγέννων που πλησιάζει – αυτή τη μέρα της επιβεβλημένης ευτυχίας, της χαμένης τους ευτυχίας.