Ο λόγος του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για το Ιράν συνιστά για ακόμη μία φορά, μια συμπυκνωμένη έκφραση του τρόπου με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις αντιλαμβάνονται στο πλαίσιο μιας κρίσης το διεθνές σύστημα. Το πεδίο ισοτιμίας και κανόνων, καταπίνεται στην σκακιέρα των συμφερόντων όπου το «δίκαιο» βρίσκει εφαρμογή πάντα σύμφωνα με την ερμηνεία του ισχυρού. Στην περίπτωση του Ιράν, η ρητορική του Τραμπ φωτίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τις δύο βασικές πτυχές που συνοδεύουν σχεδόν κάθε σύγχρονη πολεμική σύγκρουση: Την αιτία, δηλαδή, τα γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα και την αφορμή, που συχνά παρουσιάζεται ως ηθική ή αμυντική αναγκαιότητα.
Ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίστηκε ξεκάθαρος στις τοποθετήσεις του. Δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να συνεργαστούν με οποιαδήποτε ηγεσία στο Ιράν, «ακόμη και με μια κυβέρνηση κληρικών», ενδεχομένως και με την ίδια τη σημερινή, υπό έναν όρο: Ότι θα αποδειχθεί «δίκαιη». Και, στο διεθνές σύστημα, η έννοια του «δικαίου» είναι μονόδρομος. Στην ορθολογική αντίληψη του διεθνούς δικαίου, το δίκαιο συνδέεται με αρχές όπως η κυριαρχία των κρατών, η μη επέμβαση και η ειρηνική επίλυση διαφορών. Στην αντίληψη της ισχύος, ωστόσο, το «δίκαιο» συχνά μεταφράζεται σε συμμόρφωση προς τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.
Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, η προσέγγιση αυτή δεν είναι καινούργια. Η εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον έχει ιστορικά κινηθεί μεταξύ της ρητορικής υπεράσπισης τάχα της δημοκρατίας ενώ η πραγματικότητα απέβλεπε στην πρακτική προώθηση στρατηγικών συμφερόντων. Ο Τραμπ, μάλιστα, επικαλέστηκε ως πρότυπο την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, όπου, σύμφωνα με το αφήγημά του, οι αμερικανικές δυνάμεις συνέβαλαν στην απομάκρυνση του προέδρου Νικολά Μαδούρο και στην ανάδειξη της αντιπροέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες στην ηγεσία της χώρας, με αντάλλαγμα τη συμμόρφωση προς τις αμερικανικές απαιτήσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ της χώρας.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Υποδηλώνει ένα ευρύτερο μοντέλο πολιτικής. Αλλαγή ή αναδιαμόρφωση καθεστώτων με βασικό κριτήριο τη γεωοικονομική ευθυγράμμιση.
Στο πλαίσιο αυτό, η δήλωση του Τραμπ ότι μετά την «παράδοση» του Ιράν θα επιλεγεί «ένας ηγέτης αποδεκτός με μεγάλο εκτόπισμα» -άλλως μαριονέτα-, ενώ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους «θα εργαστούν ακούραστα για να επαναφέρουν την χώρα από το χείλος της καταστροφής», εντάσσεται σε μια γνωστή πάγια στρατηγική. Πρώτα η αποσταθεροποίηση ή η στρατιωτική πίεση και στη συνέχεια η πολιτική αναδιαμόρφωση.
Από την άλλη πλευρά, μέλη της κυβέρνησης Τραμπ επιχειρούν να διαφοροποιήσουν τη ρητορική. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχουν απομακρυνθεί από το αφήγημα περί αλλαγής καθεστώτος, υποστηρίζοντας ότι ο βασικός στόχος των ΗΠΑ είναι η οριστική καταστροφή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και η αποτροπή της δυνατότητας του Ιράν να πλήξει με πυραύλους το Ισραήλ, τα αραβικά κράτη της περιοχής ή ακόμη και τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Η ρητορική αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το επιχείρημα της ασφάλειας. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παρουσιάζεται ως το πρόσχημα της άμεσης απειλής που νομιμοποιεί τη διεθνή πίεση ή ακόμη και τη στρατιωτική δράση. Ωστόσο, η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δείχνει ότι η επίκληση τέτοιων απειλών συχνά λειτουργεί ως καταλύτης ή ως αφορμή, για την προώθηση ευρύτερων στρατηγικών στόχων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003. Η εισβολή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δικαιολογήθηκε τότε με το επιχείρημα ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσείν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής. Η απειλή αυτή αποδείχθηκε τελικά ανυπόστατη, ωστόσο ο πόλεμος είχε ήδη οδηγήσει στην ανατροπή του καθεστώτος και σε μια βαθιά αναδιάταξη της γεωπολιτικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή.
Το 1953, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξαν την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού του Ιράν Μοχάμεντ Μοσαντέκ, μετά την απόφασή του να εθνικοποιήσει την πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας. Η επιχείρηση αυτή, γνωστή ως πραξικόπημα του 1953 στο Ιράν (Iranian coup d’état of 1953), επανέφερε στην εξουσία τον Σάχη και διασφάλισε τον έλεγχο των δυτικών εταιρειών στο ιρανικό πετρέλαιο. Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει ότι το Ιράν αποτελεί εδώ και δεκαετίες κομβικό σημείο στην παγκόσμια γεωοικονομία.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το γιατί. Το Ιράν βρίσκεται σε μια στρατηγική γεωγραφική θέση που συνδέει τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και τον Περσικό Κόλπο. Διαθέτει τεράστια ενεργειακά αποθέματα και ελέγχει εμμέσως τη θαλάσσια δίοδο των παγκόσμιων πετρελαϊκών ροών. Οποιαδήποτε αλλαγή ισορροπίας στο εσωτερικό του επηρεάζει όχι μόνο τις περιφερειακές δυνάμεις αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Συνεπώς, όταν η Ουάσιγκτον θέτει ως στόχο είτε την «αποπυρηνικοποίηση» είτε την πολιτική αναδιάρθρωση της χώρας, το ζήτημα δεν αφορά μόνο την ασφάλεια. Αφορά πολύ περισσότερο τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων, τη διαμόρφωση συμμαχιών στη Μέση Ανατολή και τον περιορισμό της επιρροής άλλων μεγάλων δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολεμική σύγκρουση εμφανίζεται ως αποτέλεσμα δύο παράλληλων διεργασιών. Η πρώτη είναι η σύγκρουση συμφερόντων: Η επιδίωξη ελέγχου πόρων, θαλάσσιων διαδρόμων και περιφερειακής επιρροής. Η δεύτερη είναι η δημιουργία μιας αφηγηματικής αφορμής -στην προκειμένη περίπτωση το πυρηνικό πρόγραμμα- που καθιστά πολιτικά αποδεκτή την κλιμάκωση.
Η πολιτική ρητορική του Τραμπ αποκαλύπτει και μια ακόμη διάσταση. Προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω, ανέφερε ότι αναμένει σύντομα και την πτώση της Κούβας, κάτι που, όπως είπε, θα δημιουργούσε ένα «τρίπτυχο» χωρών όπου θα είχε αλλάξει η ηγεσία, όλες πρώην αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δήλωση αυτή ενισχύει την εικόνα μιας στρατηγικής που δεν περιορίζεται σε μια μόνο χώρα, αλλά επιδιώκει ευρύτερη αναδιαμόρφωση του γεωπολιτικού χάρτη.
Από την οπτική του διεθνούς δικαίου, η προσέγγιση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Η αρχή της μη επέμβασης αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών. Ωστόσο, στην πράξη, οι μεγάλες δυνάμεις συχνά παρακάμπτουν την αρχή αυτή όταν θεωρούν ότι διακυβεύονται κρίσιμα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα.
Ο Τραμπ δεν εξήγησε ποτέ γιατί σκεφτόταν να αναλάβει δράση ή τι ήλπιζε να επιτύχει. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να συγκεντρώσει την υποστήριξη του κοινού. Δεν ζήτησε άδεια από το Κογκρέσο, μα ούτε είχε και την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αντ’ αυτού. δημοσίευσε ένα σύντομο βίντεο, αφού είχαν ήδη ξεκινήσει οι αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Οι δικαιολογίες του για τις ενέργειές του, περίεργες και μη πειστικές. Από πολλές απόψεις, θύμιζαν τις αναξιόπιστες δικαιολογίες του Τζορτζ Μπους για την εισβολή στο Ιράκ.
Έτσι, το δίλημμα που τίθεται προς κράτη όπως το Ιράν αποκτά έναν σχεδόν απόλυτο χαρακτήρα: Ευθυγράμμιση με την κυρίαρχη δύναμη ή σε πρώτο στάδιο απομόνωση και σε δεύτερο σύγκρουση. Σε αυτή τη λογική, η «συμμόρφωση» μετατρέπεται σε προϋπόθεση νομιμοποίησης, ενώ η αντίσταση παρουσιάζεται ως απειλή για τη διεθνή τάξη.
Εν ολίγοις, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: Σύγκλιση με τα αμερικανικά συμφέροντα ή στο πυρ το εξώτερον. Η επιλογή παρουσιάζεται ως πολιτική απόφαση, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί περισσότερο ως διαταγή στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας σκακιέρας όπου οι κανόνες γράφονται από εκείνους που διαθέτουν την ισχύ.
ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
> Και όλα αυτά με κάθε επιφύλαξη από την εκατέρωθεν προπαγάνδα. Η κάθε πλευρά ως είθιστε, σε μια πολεμική ή διπλωματική σύγκρουση παρουσιάζει τα γεγονότα όπως την βολεύει. Αποδέκτες των εξελίξεων που βγαίνουν προς τα έξω, είναι πολίτες της κάθε χώρας που βρίσκεται στην σφαίρα επιρροής του κάθε αντιμαχόμενου. Δηλαδή, διαφορετικές είναι οι εξελίξεις για τους συμμάχους των ΗΠΑ και διαφορετικές για τους συμμάχους των Ιρανών.
> Και κάτι ακόμα για την παράκρουση που έχουν πάθει μερικοί, εδώ στην Κύπρο. Δεν είμαστε σε πόλεμο. Όσοι τον έχουν ζήσει γνωρίζουν πολύ καλά τι εστί. Για αυτό, ηρεμήστε λίγο με την υπερβολή.
Το αόρατο παζλ της παγκόσμιας γεωπολιτικής
Όπως πάντα, για να προλάβω τους «ξερόλες» που ολοένα και πληθαίνουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και σπεύδουν να αραδιάσουν τις φανφάρες τους, είτε από σκοπιμότητα είτε από αφέλεια και άγνοια, οφείλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Η πιο πάνω άποψη διατυπώνεται με αφορμή την πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι με παρόμοια λογική δεν λειτουργούν και οι υπόλοιποι ισχυροί παίκτες του διεθνούς συστήματος.
Για να το προχωρήσω και ένα βήμα παραπέρα, περισσότερο ως προβληματισμό, θα τολμήσω και μια εικασία: Μήπως, πίσω από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, υπάρχουν και παρασκηνιακές ισορροπίες ή ακόμη και σιωπηρές συμφωνίες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων;
Για παράδειγμα, προκαλεί απορία η μάλλον συγκρατημένη στάση της Ρωσίας και της Κίνας απέναντι στην επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Παράλληλα, μετά την εκλογή του Τραμπ, είδαμε μια αισθητή μετατόπιση της αμερικανικής πολιτικής στο ζήτημα της Ουκρανίας, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εξελίξεις γύρω από την ένταση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν.
Συμπτώσεις; Ίσως. Ίσως όμως να αποτελούν και κομμάτια ενός ευρύτερου γεωπολιτικού παζλ που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Και έπεται συνέχεια…