Διαμαρτύρονται τα δυο μεγάλα κόμματα, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, διότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης προχωρά με την εξαγγελία για δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Διαμαρτύρονται τώρα διότι, λένε, ο Πρόεδρος προωθεί την ιδέα χωρίς προηγουμένως να διαβουλευθεί μαζί τους.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν θέλουν ένα τέτοιο σώμα μέσα στα πόδια τους. Οι κομματικές ηγεσίες δεν χρειάζονται συμβουλές από ειδικούς για τίποτα. Πολύ περισσότερο για τη διαχείριση του εθνικού θέματος. Ως και μας οδήγησαν τόσα χρόνια με τη σοφία τους σε θετικές εξελίξεις και πρέπει απερίσπαστοι να συνεχίσουν το έργο τους.

Η κυβέρνηση, πάντως, δηλώνει ότι ζήτησε τις απόψεις τους και τις έλαβε σοβαρά υπόψη. Κακώς, κατ΄ εμέ, αλλά ας είναι. «Εισηγήσεις υπέβαλαν γραπτώς και τα δύο κόμματα, αρκετές εξ αυτών ήταν ταυτόσημες,  και λήφθηκαν σοβαρά υπόψη στη διαμόρφωση της τελικής πρότασης», έλεγε προχτές ο κυβερνητικός Εκπρόσωπος, σχολιάζοντας τις ανακοινώσεις τους. «Αρκετές εξ αυτών ήταν ταυτόσημες», είπε για τις θέσεις ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Παρακαλώ να σημειωθεί, έχει τη σημασία του.

Διαμαρτύρονται, όμως, προκαταβολικά, χωρίς να μελετήσουν την κυβερνητική πρόταση και χωρίς να σιγουρευτούν ότι δεν έλαβε ο Πρόεδρος υπόψη τις δικές τους εισηγήσεις. Γιατί; Το είπα εξ αρχής: Ακόμα κι αν περιλάβει στην πρόταση όλες τις θέσεις τους, η ουσία είναι ότι δεν θέλουν ένα Σώμα, που θα μπορεί να μελετά εις βάθος θέματα ασφάλειας, θέματα γεωπολιτικής, εξελίξεις της περιοχής μας, της Ευρώπης, της Τουρκίας, και θα συμβουλεύει την ηγεσία ώστε να διαμορφώνει στρατηγική.

Αρκεί, φυσικά, τα μέλη αυτού του Συμβουλίου να είναι εμπειρογνώμονες και όχι πολιτικοί. Όχι κομματικοί. Έχουμε πλέον σοβαρά πανεπιστήμια και σπουδαίους επιστήμονες να βοηθήσουν. Και στην Κύπρο, αλλά και σε ξένα πανεπιστήμια όπου διαπρέπουν κορυφαίοι Ελληνοκύπριοι και όλοι έχουν έντονη επιθυμία να βοηθήσουν την πατρίδα τους

Πώς, όμως, θα μπορούν οι πολιτικοί μας ταγοί να παίρνουν αποφάσεις και να αναπτύσσουν στρατηγικές (τι να αναπτύσσουν;) με βάση τον δικό τους μικρόκοσμο, την κομματική σκέψη και όχι την εθνική, αν υπάρχει ένα επιστημονικό Σώμα, ένα βοηθητικό εργαλείο, που θα εκδίδει γνωματεύσεις και θα τους εκθέτει αν συνεχίζουν να κάνουν του κεφαλιού τους, την κουτουρού πολιτική που κάνουν εδώ και δεκαετίες;

Δεν ξέρει, ας πούμε, η Αννίτα Δημητρίου και ο Στέφανος Στεφάνου τι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί μια εξέλιξη (όπως την κρίση με το φυσικό αέριο μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ή με τις συναλλαγές που ξεκίνησε ο Ερντογάν με τη Δύση μετά την νίκη του στις εκλογές) και θα τους πουν οι εμπειρογνώμονες;

Είχαμε τις εκλογές στην Τουρκία, για παράδειγμα. Αφού η όποια εξέλιξη επηρεάζει άμεσα την χώρα μας, θα έπρεπε να είχε η ηγεσία μας γνώση, για το τι θα γίνει στο ενδεχόμενο επανεκλογής Ερντογάν ή επικράτησης της αντιπολίτευσης. Για να μπορεί με αυτή τη γνώση να διαχειριστεί την όποια εξέλιξη ώστε να προασπιστεί τα συμφέροντα της Κύπρου. Ούτε στην κυβέρνηση, ούτε στα κόμματα και ιδίως, ούτε στο Εθνικό Συμβούλιο, υπήρξε κάποια πρόνοια. Αυτό που ήξεραν ήταν αυτά που διάβαζαν από ξένους αναλυτές, τους οποίους ασφαλώς η Κύπρος δεν τους ενδιαφέρει.

Ένα Σώμα εμπειρογνωμόνων, όμως, θα μπορούσε να μελετήσει όλα τα ενδεχόμενα και να έχει καταθέσει τη γνωμοδότησή του, ώστε να βοηθήσει την πολιτική ηγεσία να πάρει αποφάσεις πριν έρθουν να την βρουν οι εξελίξεις. Όπως τόσα χρόνια θα μπορούσε να αποτρέψει κι ένα σωρό πολιτικά λάθη, από τα απλούστερα ως τα πιο σοβαρά, αλλά και πιο αποτελεσματική διαχείριση πολιτικών αποφάσεων.

Τι σημαίνουν και πού οδηγούν, ας πούμε, όλα όσα συμφώνησαν Χριστόφιας και Αναστασιάδης; Πώς μπορεί να κατοχυρωθεί η πολιτική ισότητα έναντι της αριθμητικής, που θέλει η τουρκική πλευρά; Πώς μπορούν να ενισχυθούν και αν πρέπει να ενισχυθούν οι τριμερείς συνεργασίες; Πώς μπορεί να έχει αποτέλεσμα αυτό που προτάσσει ο Πρόεδρος για εμπλοκή της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις; Αλλά, τα ξέρουν οι πολιτικοί μας ως διάνοιες, γιατί να χρειάζονται εμπειρογνώμονες να τους συμβουλεύουν;

Αν αυτό το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας κτιστεί σε υγιείς βάσεις, αν ξεφύγει από τις κομματικές νόρμες, μπορεί πραγματικά να βοηθήσει τον τόπο. Αν το σαμποτάρουν, όμως, τα δυο μεγάλα κόμματα (αν θέλουν, για παράδειγμα, να γίνουν σε αυτό διορισμοί όπως γίνονται στους ημικρατικούς οργανισμούς, με κομματικές μοιρασιές), τότε καλύτερα να μην γίνει. Να μην πληρώνουμε και τζερεμέ λεφτά.