Έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα ανακοίνωση το ΑΚΕΛ την Τρίτη. Σχολίαζε «το ντελίριο αδιαλλαξίας των Ερντογάν και Τατάρ κατά την παράνομη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου στα κατεχόμενα», όπως έλεγε, και διαπίστωνε το εξής φαντασμαγορικό:
«Είναι αυτονόητο ότι ενόσω συνεχίζεται αυτή η παράφωνη συγχορδία δεν είναι δυνατό να επαναρχίσουν συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού». Αλλά, αυτό το ντελίριο αδιαλλαξίας συνεχίζεται τα τελευταία πεντέξι χρόνια και το ΑΚΕΛ, όπως και ο ΔΗΣΥ, τα μεγάλα και υπεύθυνα κόμματα του τόπου, το μόνο που έκαναν ήταν να καλούν τον Πρόεδρο -πρώτα τον Αναστασιάδη και μετά τον Χριστοδουλίδη- να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ως να υπήρχε πιθανότητα να επιστρέψει μόνος του, να πάει να κάτσει στο τραπέζι και να περιμένει τους άλλους να κοπιάσουν.
Το αυτονόητο που είδε τώρα το ΑΚΕΛ, ήταν αυτονόητο εδώ και καιρό. Τι έγινε τώρα ξαφνικά; Μήπως ήλπιζαν ότι μετά τις τουρκικές εκλογές θα κόψει ο Ερντογάν το ντελίριο αδιαλλαξίας; Μήπως τώρα είναι που ανακοίνωσε τους όρους του και τους μάθαμε; Ακόμα και χθες τους επανέλαβε μιλώντας στην επιστροφή του από το Αζερμπαϊτζάν. Δεν επιστρέφει, είπε, στις συνομιλίες αν προηγουμένως δεν αναγνωρίσουμε «τα κυριαρχικά δικαιώματα ισότητας της «τδβκ» χωρίς καμία πρόκληση, ειδικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση». Τώρα βάζει και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο παζλ. Να αναγνωρίσει και αυτή τα κυριαρχικά δικαιώματα της «τδβκ»!
Ρωτούσαμε, λοιπόν, ξανά και ξανά, όταν οι κομματάρχες μας καλούσαν τον Πρόεδρο να επιστρέψει στις συνομιλίες, αν υπονοούν ότι του ζητούν να δεχθεί τις τουρκικές προϋποθέσεις για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις. Φυσικά, δεν υπήρξε ποτέ απάντηση. Ούτε και τώρα υπάρχει. «Θα πρέπει η ελληνοκυπριακή πλευρά να πείσει στην πράξη ότι η ίδια το λέει και το εννοεί όταν αναφέρεται σε συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο που είχαν μείνει», έλεγε το ΑΚΕΛ. Και στο ίδιο τέμπο ο Αβέρωφ Νεοφύτου, που μίλησε μετά από καιρό και συμβουλεύει: «Ιδίως, όμως, να χτυπήσουμε την πόρτα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και να τον πείσουμε με θέσεις ουσίας για επανέναρξη των συνομιλιών».
Δηλαδή, ακόμα και την ώρα που διαπιστώνεται και από τους πιο άπιστους «το ντελίριο αδιαλλαξίας» και ότι «ενόσω συνεχίζεται δεν είναι δυνατό να επαναρχίσουν συνομιλίες», τίθεται υπό αμφισβήτηση η δική μας θέληση. Πρέπει να πείσουμε εμείς, ο Πρόεδρος δηλαδή, ότι το εννοούμε ότι θέλουμε συνομιλίες. Από εκεί που έμειναν, φυσικά! Λες και ζήτησε ο Νίκος Χριστοδουλίδης να ξεκινήσουν από κάπου αλλού. Αυτό επαναλαμβάνει μέρα νύχτα. Στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Στρασβούργο όπου πάει κι όπου σταθεί αυτό δηλώνει. Ότι θέλει συνομιλίες από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντάνα. Κατάντησε ανέκδοτο, όμως. Ειδικά με δεδομένο το ντελίριο αδιαλλαξίας του Ερντογάν και του Τατάρ.
Εάν «δεν είναι δυνατό να επαναρχίσουν συνομιλίες», εάν δηλαδή, οι πολιτικοί μας ταγοί δεν καλούν τον Πρόεδρο να δεχθεί τις τουρκικές προϋποθέσεις, τότε θα έπρεπε να καλούν τον Πρόεδρο να χτυπήσει την πόρτα του Γενικού Γραμματέα και να απαιτήσει να καλέσει εκείνος την Τουρκία να διαπραγματευθεί στη βάση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας και των δικών του προτάσεων. Μόνο αυτό. Να θέσει, δηλαδή, ενώπιον του, και με τη βοήθεια φίλων (αν μας έμειναν) κρατών μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, το ντελίριο αδιαλλαξίας της τουρκικής πλευράς και όχι να πείσει, δήθεν, ότι είναι έτοιμος να μπει σε αυτό το ντελίριο και να αρχίσει να διαπραγματεύεται. Θα έπρεπε ξεκάθαρα να τους ενημερώσει και να ζητήσει στήριξη, ότι δεν μπορεί να διαπραγματευθεί με τέτοιος φασίστες. Τι να διαπραγματευθεί; Την κυριαρχική ισότητα; Τη λύση δυο κρατών; Τη νομιμοποίηση της κατοχής; Την παράδοση; Και με ποιον να διαπραγματευθεί; Με τον Τατάρ; Με αυτόν που θεωρεί ότι η Κύπρος ανήκει στην οθωμανική αυτοκρατορία;