Η συνέντευξη του Ερσίν Τατάρ στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (για την οποία αναφερθήκαμε εκτενώς σε άλλη είδηση) μπορεί να μην θεωρείται—αυτό που δημοσιογραφική εννοούμε—αποκαλυπτική, πλην όμως είναι αρκούντως κατατοπιστική όσον αφορά τις θέσεις και τις προθέσεις του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων. Ο Ερσίν Τατάρ μέσα από τις απαντήσεις μπορεί να προσπαθεί να πείσει ότι αυτά που λέει είναι δικές του απόψεις (θέλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο να διαψεύσει ότι άγεται και φέρεται από την Άγκυρα) αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που πράττει είναι να καταγράφει τις θέσεις της τουρκικής πλευράς (Τουρκία και τουρκοκυπριακή ηγεσία).

Κι εδώ έγκειται και η σημασία της συγκεκριμένης συνέντευξης η οποία έρχεται την κατάλληλη στιγμή να υπενθυμίσει, σ’ όσους ενδεχομένως να τις έχουν ξεχάσει, ποιες είναι οι πραγματικές θέσεις της άλλης πλευράς, ποιες είναι οι επιδιώξεις της και τι επιδιώκει στην παρούσα φάση των προσπαθειών στο Κυπριακό. Οι δηλώσεις Τατάρ έρχονται σε μια στιγμή κατά την οποία μια συγκεκριμένη ομάδα ατόμων στην ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει ότι είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά που πρέπει να κάνει κινήσεις προς την τουρκική. Προτρέπουν για πρωτοβουλίες και άλλες χειρονομίες καλής θελήσεως οι οποίες—κατά τη δική του εκτίμηση θα πείσουν την Τουρκία να λογικευθεί και να δεχθεί επάνοδο στο τραπέζι των συνομιλιών.

Διαβάζοντας προσεκτικά τα όσα ο Ερσίν Τατάρ ανέφερε στον Ν. Στέλγια δύσκολα θα εντοπίσει κάποιος πρόθεση ή διάθεση του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων να επανέλθει στο τραπέζι των συνομιλιών.

Αντίθετα με τα όσα δηλώνει αφήνει ξεκάθαρα να διαφανεί ότι το πρώτο που τον ενδιαφέρει είναι η δημιουργία συνθηκών καλής γειτονίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες: «Πρέπει να είμαστε σε θέση να βαδίσουμε στο μέλλον μαζί, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί στη βάση των σχέσεων γειτονίας μεταξύ δύο ξεχωριστών κρατών, που θα συνυπάρχουν δίπλα-δίπλα».

Εύλογα λοιπόν ο καθένας μπορεί να διερωτηθεί: με έναν Ερσίν Τατάρ να προβαίνει σ’ αυτές τις δηλώσεις, με την τουρκική πολιτική να είναι στη λογική της λύση δύο κρατών, ποια πρόταση μπορεί να γίνει αποδεκτή προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες επανέναρξης των συνομιλιών; Όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά δηλώνει έτοιμη να επανέλθει σε συνομιλίες και προτάσσοντας ως βάση λύσης όλα όσα υποστηρίχθηκαν και υποστηρίζονται από τη διεθνή κοινότητα, και τα Ηνωμένα Έθνη ή οι ξένοι δεν αντιδρούν, τι θα πρέπει να κάνει η ελληνοκυπριακή πλευρά; Δύο απλά ερωτήματα τα οποία θα πρέπει να απαντήσουν οι οπαδοί της όποιας λύσης οι οποίοι ελάχιστα ενδιαφέρονται είτε για τη μορφή είτε για το περιεχόμενο της λύσης.

Οι άλλοτε υπέρμαχοι της λύσης ΔΔΟ που επέκριναν όσους δεν την υποστήριζαν, σήμερα επικρίνουν όσους προτάσσουν την ανάγκη λύση στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ που προνοούν λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ότι δεν κάνουν αρκετά για να βοηθήσουν σε επανέναρξη των συνομιλιών μέσα από κινήσεις που θα οδηγήσουν την τουρκική πλευρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αντιλαμβάνονται άραγε οι ίδιοι το τι πραγματικά ενδιαφέρει την τουρκική πλευρά και πόσο θέλει να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων; Από τις αντιδράσεις όπως καταγράφονται μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ξεκάθαρα ποιες είναι οι θέσεις της τουρκικής πλευράς.

Αυτό που πρέπει να προβληματίσει εκείνους που ασχολούνται σοβαρά με το Κυπριακό είναι το κατά πόσο υπάρχει πραγματικά η δυνατότητα επανέναρξης των συνομιλιών. Όχι απλώς ευχολόγια όπως αυτά που ακούμε καθημερινά, ακόμα και από την Άγκυρα. Πραγματικές προοπτικές συνομιλιών, όπως για παράδειγμα ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών να αποφασίσει ότι πρέπει να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις, δίνοντας προς τις δύο πλευρές κι ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Το να επιμένει και ζητά αορίστως επανέναρξη των συνομιλιών δεν συμβάλλει στο να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και θα πρέπει κάποια στιγμή και η ελληνοκυπριακή πλευρά να καλέσει ευθέως τον ΓΓ και τον ΟΗΕ να αποφασίσουν εάν όντως θέλουν επανέναρξη των συνομιλιών ή απλώς αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να μην χειροτερέψει η κατάσταση στο νησί.