Ελλάδα και Κύπρος από δεκαετίες τώρα έχουν απέναντι τους ένα γειτονικό κράτος το οποίο έχει αποδείξει στην πράξη ότι συνιστά το αξεπέραστο πρότυπο του κακού γείτονα. Είτε υπό το κεμαλικό καθεστώς, είτε το ερντογανικό. Έχει προκαλέσει ανεξίτηλες καταστροφές στον Ελληνισμό.
Ειδικά σημεία αναφοράς το 1922 και το 1974. Φυσικά οι εθνικές καταστροφές δεν προήλθαν μόνο λόγω της επιθετικότητας και επεκτατικότητας του κακού γείτονα. Τεράστιες είναι και οι ευθύνες εντός Ελλάδας και Κύπρου. Σε όλες αυτές τις δεκαετίες, η προσπάθεια εξομάλυνσης των ελλαδοτουρκικών σχέσεων είχε και έχει δύο – τρία βασικά χαρακτηριστικά. Την ειλικρινή διάθεση της Ελλάδας για βελτίωση των σχέσεων στα πλαίσια της διεθνούς νομιμότητας.
Την αμφιλεγόμενη τουλάχιστον, πρόθεση της Τουρκίας και των αναθεωρητικών και τα μεγαλοϊδεατικά της οράματα. Οι προσπάθειες για καλυτέρευση των σχέσεων των δύο χωρών υπήρξαν πάντοτε στο πλαίσιο των ευρύτερων σχεδιασμών της Δύσης και ειδικότερα των ΗΠΑ. Παλαιότερα αυτός ο σχεδιασμός λειτουργούσε πιο απερίσπαστος γιατί τα σύνορα του κόσμου ήταν πιο ξεκάθαρα. Δύση και Ανατολή σαφώς διαχωρισμένες, ιδεολογικά, οικονομικά και πολιτικά. Σήμερα, όμως, ο κακός γείτονας, το μέλος του ΝΑΤΟ άρα και στρατιωτικός σύμμαχος της Ελλάδας, έχει οικοδομήσει στενότατες σχέσεις με πολλά άλλα κράτη. Κράτη τα οποία δεν βρίσκονται εντός του πλαισίου της Δύσης ή και αν βρίσκονται, δεν είναι εφ’ όλης της ύλης. Για παράδειγμα η Σαουδική Αραβία, μακροχρόνιος σύμμαχος της Δύσης, σήμερα ερωτοτροπεί οικονομικά με τους Briks και στηρίζει τις πολιτικές της Ρωσίας στο θέμα των τιμών του πετρελαίου.
Η Τουρκία σήμερα έχει σχέσεις ποικιλόμορφης αλληλεξάρτησης με τη Δύση (ΗΠΑ και ΕΕ) αλλά όχι μόνο με τη Δύση, όπως συνέβαινε μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. Σήμερα έχει παρόμοιες σχέσεις με αρκετές άλλες χώρες περιλαμβανομένων της Ρωσίας και της Κίνας. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων καθορίζει εν πολλοίς και τη συμπεριφορά της σε όλα τα ζητήματα. Αυτό βέβαια συνάδει και με τους σχεδιασμούς του καθεστώτος Ερντογάν εδώ και χρόνια. Με το πως βλέπει δηλαδή την προοπτική και το ρόλο της χώρας στο μέλλον, στο ιστορικά μεταβατικό στάδιο που διέρχεται η ανθρωπότητα. Αυτοί οι σχεδιασμοί συνειδητά βοήθησαν να οικοδομήσει η Τουρκία τις σημερινές της πολύπλευρες οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Συνεχίζει όμως η Τουρκία να έχει ανάγκη τις καλές σχέσεις με τη Δύση. Όπως φυσικά και το αντίθετο. Η ανάγκη της Τουρκίας να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη συλλογική Δύση και της Δύσης να μην επιτρέψει η Άγκυρα να εναγκαλισθεί πλήρως τη συλλογική Ανατολή, ορίζει και το παράθυρο ευκαιρίας ή τη χαραμάδα ευκαιρίας, για το νέο επίπεδο ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά και προώθησης λύσης του Κυπριακού. Αυτή η προσπάθεια θα πρέπει να συνεχιστεί με σχέδιο και όραμα, από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου, με αυτοπεποίθηση και συγκρατημένη αισιοδοξία αλλά χωρίς αφέλεια και αυταπάτες. Όσον και αν ορισμένοι ωρύονται και παρεκτρέπονται η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η ιστορία του Κυπριακού, αποδεικνύουν ότι η στάση της συλλογικής Δύσης, υπήρξε πάντα ετεροβαρής υπέρ της Τουρκίας.
Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στους κοινούς, όπως έχει διαφανεί από την πρόσφατη επίσκεψη στην Κύπρο του Έλληνα πρωθυπουργού, σχεδιασμούς Ελλάδας και Κύπρου. Ανά πάσα στιγμή η τουρκική πλευρά μπορεί να αναδιπλωθεί με αρνητικούς χειρισμούς και προσεγγίσεις, αλλά και το αντίθετο. Μπορεί να προβεί σε θετικές κινήσεις χωρίς όμως να εγκαταλείπει βασικές στρατηγικές τις θέσεις και προσεγγίσεις. Η στιγμή που θα προβεί σε τέτοιες κινήσεις είναι η στιγμή που Ελλάδα και Κύπρος θα δεχτούν ισχυρότατες πιέσεις για… αμοιβαίες υποχωρήσεις, ίσως και σε θέματα αρχής. Είτε αφορούν π.χ. το Αιγαίο, είτε την Κύπρο. Ενθαρρυντικές επί τούτου οι δηλώσεις Μητσοτάκη-Χριστοδουλίδη ότι η καλή διάθεση και πρόθεση Ελλάδας και Κύπρου έχουν έναν όριο. Τη διεθνή νομιμότητα και το πλαίσιο όπως αυτό καθορίστηκε από αποφάσεις του ΟΗΕ και της ΕΕ.
Κατά συνέπεια ο δρόμος για τη βελτίωση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας και η πορεία προς την επανέναρξη των συνομιλιών στη γνωστή βάση, για επίλυση του Κυπριακού, θα είναι δύσκολος και επίπονος. Απαιτείται συνέχεια και συνέπεια και ετοιμότητα αντίδρασης σε όλα τα πιθανά σενάρια. Ο δρόμος αυτός είναι, όμως, εκ των πραγμάτων αναγκαίος.