Η θερμοκρασία ανέβηκε τους 35 βαθμούς ακόμη και στα ορεινά. Tο χωριό, οι κάμποι και τ’ αμπέλια έκαιγαν αλλά στο σπίτι του Αντρέα βρήκαν μια όαση δροσιάς. Η καρυδιά άπλωνε τις φυλλωσιές της καλύπτοντας το μικρό τετράγωνο της εσωτερικής αυλής, ενώ στον εναπομείναντα χώρο η κολοκυθιά σχημάτιζε μια καλύφη αναρριχώμενη στη σκάλα που οδηγούσε στο ανώι. Τα τεράστια κολοκύθια, ανατρέποντας τους νόμους της βαρύτητας, κρέμονταν από το μπαλκόνι με τα πορτοκαλιά άνθη τους, αλλά παρά το βάρος τους δεν έπεφταν.
Μέχρι να πιούν τον καφέ που τους έψησε η Ανδρούλα, βουτώντας τα μπισκοτάκια μέσα στο φλυτζάνι, η οικοδέσποινα μάζεψε τους ανθούς. Έφερε το μαχαλλεπί με το κρύο τριαντάφυλλο ενώ ταυτόχρονα ετοίμαζε τη γέμιση. Οι τρεις γυναίκες καθισμένες παρέα, τους καθάρισαν και τους γέμισαν. Τους έβαλε στη φωτιά «να γίνουνται» και στο άψε-σβήσε έκανε χυλό στον οποίο βούτηξε όσους περίσσεψαν, ρίχνοντας τους στο τηγάνι απ’ όπου βγήκαν τραγανιστοί συνοδεύοντας την προ-μεσημεριανή μπύρα.
Απλές καθημερινές στιγμές για την Ανδρούλα και τον Αντρέα που τώρα που βγήκε στη σύνταξη και δεν πηγαινοέρχεται στην πόλη, έχει τον χρόνο να ζήσει χαλαρές στιγμές με την εδώ και μισό αιώνα σύζυγό του ή ν’ αράξει στον καφενέ που την εβδομάδα του Δεκαπενταυγούστου σφύζει από ζωή. Μας βγάζει τα κρύα παπουτσόσυκα και το δροσερό σταφύλι που έκοψε το πρωί πηγαίνοντας στο αμπέλι του. Όλα τα κεραστικά και τα εδέσματα γιόρκιν, άφθονα, απλωμένα γενναιόδωρα στο τραπέζι.
-Να μείνετε να φάμεν παρέα…
Φεύγουν από την επίσκεψη «της ώρας» στους συγγενείς οι οποίοι τις φόρτωσαν με σταφύλι, παπουτσόσυκα και κολότζια. Η ψυχή τους γεμάτη από την εγκάρδια και ανεπιτήδευτη φιλοξενία και αγάπη που εισέπραξαν.
-Ελάτε ποδά αύριον το δείλις να πομορίσουμε, να σας κάμω τζαι καττιμέρκα που σας αρέσκουν.
Πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος, τα παιδιά και τα εγγόνια τους κατέβηκαν πίσω στην πόλη.
- Ήρταν ούλλοι για την χοροεσπερίδα, ήταν ωραίον το κλέφτικον τζαι η μουσική. Τον Σεπτέμβρη εν νάχουμεν μεγάλη λιτανεία, εν νάρτει τζ ο δεσπότης τζ ο αρχιεπίκοπος. Τον Οκτώβρη έχουμεν τον γάμο του άγγονα μας. Εν αρκημός νάρτει του Άι Γιώρκη του Σπόρου τζαι του Αγίου Φιλίππου τζαι ν’ αρχίσουν οι νηστείες; Άκου τζαι τα Χριστούγεννα. Τον Οκτώβρη του ’24 παντρεύκεται η αγγόνισσα μας, τούτη που κάμνει διδακτορικό. Έρκεται κάποτε τζαι μεινίσκει λλίον μαζί μας τζαι δκιαβάζει. Αρέσκει της η ησυχία του χωρκού, εκατόν πλάσματα εμείναμεν ούλλοι τζ ούλλοι.
Οι δύο γυναίκες θυμηθήκαν γελώντας μιαν επίσκεψη στην πόλη όπου ήταν καλεσμένες για καφέ. Τους άνοιξε την πόρτα η οικιακή βοηθός η οποία τις οδήγησε στο τρίτο καθιστικό, εκεί που τις περίμενε η madam. Τις ρώτησε τι θα ήθελαν να πιουν και αυτές απάντησαν ένα σκέτο και ένα μέτριο.
-Ου μα ακόμα πίνετε κυπριακό, εμείς έσιει χρόνια που τον εκαταργήσαμεν, έχουμεν μόνο espresso και freddo στο σπίτι.
-Espresso τότε, ο ένας με ζάχαρη και ένα freddo με γάλα
-Εν έχουμε ζάχαρη, μόνο στέβια. Το γάλα εν’ της καρύδας, εν ΟΚ;
Επιστρέφει σε λίγο η οικιακή βοηθός με τον επάργυρο δίσκο, τα πορσελάνινα σερβίτσια γνωστού οίκου, ζωγραφισμένα με ελεφαντάκια και καμηλοπαρδάλεις, χωρίς ούτε ένα μπισκοτάκι ή κεραστικό.
-Απόψε θα πάμε στης Σελίν για pasta. Ψες ήμασταν καλεσμένοι στο ξενοδοχείο «Τρομάρα» για fusion ιαπωνέζικα- περουβιανά. Eν εκάτσαμεν ούτε μια νύχτα σπίτι φέτος το καλοκαίρι γι’ αυτό και το μεσημέρι δεν μαγειρεύουμε. Μόνο μια σαλάτα, την ψεκάζεις με spray, υποκατάστατο του ελαιόλαδου, μηδέν θερμίδες! Όντως στα -ήντα της παραμένει λεπτή με σμιλεμένο σώμα, γυμνάζεται δυο ώρες την ημέρα, μένει νηστική, παίρνει μηδέν θερμίδες κατά την διάρκεια της ημέρας και μηδέν βαθμούς για την φιλοξενία της, 100% χαμηλών λιπαρών.
Η στοά μέσα από την κολοτζιάν που οδηγεί στη φιλόξενη και ανοιχτόκαρδη αυλή του χωριού είναι μια όαση αγάπης και ελπίδας μακριά από τα μεγαλεία της πόλης. Φεύγουν με την υπόσχεση να ξανάρθουν τον Οκτώβρη να κάμουν μαζί κολοκωτές. Αφήνουν πίσω τους το πετρόχτιστο χωριουδάκι και τους προγόνους τους που κοιμούνται στη δροσιά του βουνίσιου κοιμητηρίου με τα κυπαρίσσια και τις ελιές να θροΐζουν και τα τζιτζίκια στις φυλλωσιές τους να υμνούν τη ζωή. ΄Εξω από τον πέτρινο μαντρότοιχό του κείτεται το κουφάρι του αγροτικού λεωφορείου που το φώναζαν «Το Πουλλάκι». Έχει γίνει πια ένα με το χώμα και τα δέντρα, ξεκουράζεται κι αυτό έπειτα από ατέλειωτες διαδρομές δεκαετιών από την ύπαιθρο στην πόλη, μεταφέροντας αγρότες, εργάτες και μαθητές, κοφίνες με σταφύλια, κιούπια λαδιού, εμπορεύματα, προικιά, πόθους και όνειρα.
dena.toumazi@gmail.com