Ο νέος φονικός σεισμός, το νέο αλύπητο κτύπημα του εγκέλαδου, με ακριβό τίμημα την απώλεια εκατοντάδων ανθρώπινων ζωών, είναι άλλο ένα γεγονός που συγκλονίζει την παγκόσμια κοινή γνώμη. Πρόκειται πράγματι για περιπτώσεις που μπορείς να διερωτάσαι κατά πόσο είναι θέμα τύχης και μοίρας, οπότε υψώνεις τα χέρια και παρακαλείς να μην τύχει στη δική σου περίπτωση.
Είναι γεγονός ότι συμβαίνουν τόσα σ’ αυτό τον πλανήτη, που δεν προλαβαίνει κάποιος ούτε και να συνειδητοποιεί την περίπτωσή τους. Δεν μπορεί όμως τέτοια γεγονότα να μην προβληματίζουν και γύρω απ’ αυτό που ονομάζεται ανθρώπινη ευθύνη. Όχι τόσο για την εκδήλωση των φυσικών φαινομένων, ακόμα και των ακραίων, τα οποία πλακώνουν μοιραία για να σκορπούν τον θάνατο, τον πόνο, τη δυστυχία και την καταστροφή από διάφορα αίτια και αιτιατά, όσο για τις συνέπειες και την πρόληψη τους στο ανθρωπίνως δυνατό.
Είναι τέτοιες οι ώρες και οι στιγμές, που η σκέψη δεν μπορεί παρά να στρέφεται στον παράγοντα των υποδομών, κατά τρόπο που να μπορούν να μειώνονται στο ελάχιστο οι όποιες συνέπειες, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την απώλεια ανθρωπίνων ζωών.
Όσο κι αν υπήρξαν κατά καιρούς και εκδηλώθηκαν ευαισθησίες για τέτοιου είδους υποδομές και στο δικό μας χώρο, δεδομένου ότι είμαστε και σε επικίνδυνη σεισμογενή ζώνη, μπήκαν πρότυπα και εφαρμόστηκαν προδιαγραφές ανθεκτικότητας των κτηρίων και των οικοδομών, ωστόσο παραμόνευε πάντοτε το στοιχείο της χαλάρωσης και της παράκαμψης, με αποτέλεσμα η αναρχία να ζει και να βασιλεύει. Είναι κι αυτή φαίνεται βαθιά ριζωμένη στο DNA μας.Φωνάζει κατά καιρούς και το ΕΤΕΚ ειδικότερα σ’ αυτό το θέμα, με την επισήμανση ότι είναι πολλά που θα πρέπει να γίνουν ακόμα στο θέμα υποδομών και ανθεκτικότητας κτηρίων, αλλά το να ταράζεις ήρεμα λιμνάζοντα νερά σ’ αυτό τον τόπο, γίνεσαι μάλλον ενοχλητικός, αν όχι και γραφικός.
Συνδεδεμένο με το θέμα δεν μπορεί να μην είναι η γενικότερη παθογένειά μας, που αγγίζει τον φαύλο κύκλο της διαφθοράς και της διαπλοκής. Όσο κι αν έχουν περάσει σε νομοθετικό επίπεδο κανονισμοί, πρότυπα και προδιαγραφές, το μεγάλο κατόρθωμά μας που παραμένει ανίκητο είναι η ευκολία παράκαμψής τους.
Γι’ αυτό, η άναρχη δόμηση κτηρίων, πόλεων, οικιστικών περιοχών και άλλων ευαίσθητων ζωνών, εγείρει όχι μόνο θέματα ασφάλειας και ανθεκτικότητας κτηρίων, κυρίως διά της μεθόδου των χαλαρώσεων και των παρακάμψεων, αλλά και της εκτροφής κι άλλων θεριών που βρυχώνται ασυγκράτητα, όπως είναι π.χ. το κυκλοφοριακό. Και εδώ βλέπουμε ευφάνταστες σκέψεις, σχέδια και διαθέσεις, αλλά όλα επενεργούν ως παυσίπονα, γιατί ακριβώς προσκρούουν σε χρονίζουσες αδιόρθωτες νοοτροπίες που παγίωσαν ήδη δεδομένα, που δεν μπορούν ν’ αναστραφούν. Αυτά είναι σίγουρα χαρακτηριστικά ενός τόπου παρακμής και γι’ αυτό στο άκουσμα τέτοιων τραγωδιών μπορούμε ν’ αρκεστούμε στην ευχή να μην μάς τύχει…