Με την καταστροφή της Θεσσαλίας από τις πλημμύρες που ακολούθησε αυτή των πυρκαγιών, ειδικά αυτή του Έβρου, η Ελλάδα εισήλθε σε μια εποχή που θα βρεθεί αντιμέτωπη με πολλαπλά προβλήματα, πολιτικά, οικονομικά, και κοινωνικά. Η καταστροφή στη Θεσσαλία, που αποτελεί ένα είδος πνεύμονα της χώρας ανάμεσα στη βόρεια και τη νότια Ελλάδα, είναι τεράστια. Η γεωγραφική θέση της περιοχής στην καρδιά της χώρας,την καθιστά κέντρο και κόμβο οικονομικό αλλά και πολιτικό.

 Χάθηκαν  ανθρώπινες ζωές αλλά ταυτόχρονα χάθηκε η ζωϊκή και η φυτική παραγωγή, κατέρρευσαν οι υποδομές και χιλιάδες άνθρωποι έχασαν ότι είχαν και δεν είχαν. Ο πρωτογενής γεωργικός παράγοντας καταστράφηκε και θα χρειαστούν χρόνια για να επανέλθει η παραγωγή στην προηγούμενη της κατάσταση. Αυτό θα προκαλέσει τεράστια προβλήματα στα αστικά κέντρα της περιοχής αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα στον τομέα της τροφοδοσίας και θα έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο πληθωρισμό στην αγορά τροφίμων.

Θα χρειαστούν πολλά δισεκατομμύρια για την ανοικοδόμηση των υποδομών τόσο στη Θεσσαλία όσο και στον Έβρο και τις άλλες πυρόπληκτες περιοχές. Και αυτά σε μια χώρα που μόλις άρχισε να συνέρχεται από τη μνημονιακή κρίση και από την πανδημία του κορωνοϊού. Μια χώρα με ένα τεράστιο χρέος που ξεπερνά κατά πολύ το 200% του ΑΕΠ.

Ακόμη, όλα αυτά συμβαίνουν σε μια στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με την Τουρκία και στην αρχή ενός αβέβαιου διαλόγου μαζί της και οπωσδήποτε αποδυναμώνουν τη θέση της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ακραία φυσικά φαινόμενα που προκαλεί η κλιματική αλλαγή και που χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση. Όμως τα ακραία φαινόμενα και η κλιματική αλλαγή δεν δικαιολογούν τα πάντα. Δεν είναι απαλλακτικό βούλευμα για τις παραλείψεις  των  κυβερνώντων. Είναι χυδαίο και προπαγανδιστικό να λέγεται στους πολίτες, «τι να κάνουμε; Κάποια πράγματα δεν μπορείς να τα αποφύγεις». Δισεκατομμύρια δόθηκαν στο παρελθόν για έργα υποδομών  και για την πρόβλεψη αλλά ξοδεύτηκαν  για έργα βιτρίνας ή τσεπώθηκαν από εργολάβους και άλλους επιτήδειους που δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι δεν θα είχαμε καταστροφές από αυτά τα ακραία φαινόμενα, αλλά θα ήταν δυνατό να τις είχαμε κατά πολύ περιορίσει.

Είναι γνωστό πως πολλά αντιπλημμυρικά έργα που έπρεπε να γίνουν δεν έγιναν και τα λεφτά ξοδεύτηκαν σε πανηγύρια, ποτάμια κρύφτηκαν κάτω από δρόμους και σπίτια ή εκτράπηκαν από τις κοίτες τους, τα δάση αποψιλώθηκαν, και η αναδάσωση από προηγούμενες πυρκαγιές δεν έγινε. Οι προχειρότητες και οι κακοτεχνίες βγήκαν τώρα στην επιφάνεια. Για όλα αυτά δεν υπήρξε έλεγχος και εποπτεία. Και κάπως έτσι φτάσαμε σε όσα ζούμε τώρα.

Από την άλλη δεν υπήρχε επιχειρησιακό σχέδιο για την αντιμετώπιση των καταστροφών και οι άνθρωποι αφέθηκαν στην μοίρα τους μέχρι να συνεννοηθούν μεταξύ τους οι διάφορες υπηρεσίες. Ακόμη και αυτός ο στρατός βρέθηκε ανέτοιμος την ώρα που κλήθηκε να επέμβει. Δεν υπήρχε ο στοιχειώδης αριθμός αεροσκαφών ή ελικοπτέρων. Όπως έγραψε ένας σχολιαστής φίλα προσκείμενος στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, και όχι ο οποιοσδήποτε, «κάθε φορά που έχουμε μια μεγάλη κρίση, ανακαλύπτουμε ότι δεν διαθέτουμε τον στοιχειώδη αριθμό αεροσκαφών ή ελικοπτέρων. Μικρό αλλά κρίσιμο παράδειγμα. Τα διαθέτουμε, δηλαδή, όλα αυτά στα χαρτιά αλλά όχι στο πεδίο. Αρχίζουμε συζητήσεις επί συζητήσεων και καταλήγουμε ότι η χώρα χρειάζεται αμυντική βιομηχανία και βάση υποστήριξης». Και καταλήγει ο ίδιος, πως η χώρα «παραμένει αθωράκιστη, όταν η Τουρκία κάνει άλματα» (Αλέξης Παπαχελάς, διευθυντής της «Καθημερινής», 11/09/2023).

Οι παθογένειες βέβαια του κρατικού μηχανισμού είναι διαχρονικές. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση Μητσοτάκη από τις δικές της ευθύνες. Ούτε τον ίδιο τον Μητσοτάκη. «Το 41% δεν ήταν εντολή να τοποθετήσει όποιον ήθελε όπου να ‘ναι, να βάλει λάιτ πολιτικούς σε κρίσιμα πόστα. Αν δεν μπορούσε να βρει στον πάγκο του ή στο Κοινοβούλιο, ας διάλεγε από τον εθνικό πάγκο, πέρα από κομματικές ή προσωπικές προτιμήσεις». ( Παπαχελάς, στο ίδιο άρθρο). Με άλλα λόγια το πολυδιαφημιζόμενο επιτελικό κράτος Μητσοτάκη, αποδείχτηκε περισσότερο επιτελικό κράτος  των εργολάβων και των εφοπλιστών, των μεγάλων συμφερόντων και όχι των δεινοπαθούντων πολιτών.

Ευθύνες έχουν βέβαια και οι πολίτες με τις δικές τους επιλογές,όταν ψηφίζουν βουλευτές, περιφερειάρχες, δημάρχους, ανθρώπους που είναι τέλειοι στα πανηγύρια, στα βαφτίσια και στις σέλφι, αλλά ανίκανοι και εξαφανισμένοι όταν γίνεται η στραβή, όταν κάτι δεν πάει καλά.

Την ίδια ώρα η αντιπολίτευση είναι ανύπαρκτη και αυτό δείχνει ακόμη περισσότερο την γύμνια μιας κυβέρνησης που βρίσκεται αντιμέτωπη με την δική της ανικανότητα.

Η κατάσταση είναι τραγική, η Ελλάδα αντιμετωπίζει θέμα επιβίωσης, έχει απέναντί της μια Τουρκία που παρά τα πολλαπλά προβλήματά της προχωρεί ακάθεκτη, απλώνει την επιρροή της στην Αφρική και τα Βαλκάνια και κατορθώνει να εξασφαλίζει μια θέση στο πλανητικό γεωπολιτικό σύστημα που επιτρέπει στον Ερντογάν να συνομιλεί ταυτόχρονα με τον Πούτιν και τον Μπάιντεν.

Πώς θα αποτυπωθούν όλα αυτά σε πολιτικό επίπεδο; Δύσκολο να προβλέψει κανείς, ειδικά όταν η αντιπολίτευση είναι διαλυμένη και δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική πρόταση. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι απαξιωμένο και η χώρα μπροστά σε τραγικά αδιέξοδα. Θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για την ανάκαμψη και την αναδημιουργία της. Το αντιλαμβάνονται ακόμη και κάποιοι από τους φίλους και υποστηρικτές του σημερινού πρωθυπουργού όταν γράφουν, «ή θα σοβαρευτούμε ή θα βουλιάξουμε».

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας

  stephanos.constantinides@gmail.com

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

 Στην Κύπρο συνεχίζονται τα ανούσια πολιτικά παιχνίδια ανάμεσα στο ΔΗΣΥ και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, ανεξάρτητα συγκυριών, ανήκει ψυχή τε και σώματι σε αυτό το κόμμα και οι μισοί του υπουργοί προέρχονται από αυτό όπως και  οι μηχανισμοί με τους οποίους κυβερνά. Το να δηλώνει η ηγεσία του κόμματος ότι παραμένουν στην «αντιπολίτευση», όπως και οι άλλες τριβές Προεδρικού-ΔΗΣΥ, είναι μέρος της  σύγκρουσης συμφερόντων στον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς και της κυπριακής αστικής τάξης.