Μπορεί να είναι και ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Νίκος Χριστοδουλίδης, που με την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ικανοποίησε όλα τα κόμματα. Ιδίως τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Τα δυο μεγάλα. Έβγαλαν ανακοινώσεις, όπως κάνουν πάντα (είναι έθιμο) και λίγο πολύ εξέφρασαν την ικανοποίηση τους.
Ο ΔΗΣΥ «στηρίζει τις προσπάθειες του Προέδρου της Δημοκρατίας και κάθε πρωτοβουλία προς την ορθή κατεύθυνση», έλεγε η μια ανακοίνωση. «Ορθά ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας διεμήνυσε προς τον Ταγίπ Ερντογάν ότι δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει άλλη βάση λύσης του Κυπριακού από αυτή που ορίζουν τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ», έλεγε το ΑΚΕΛ.
Τώρα, πώς μπορεί να είναι ικανοποιημένοι και στο ΔΗΣΥ και στο ΑΚΕΛ, αλλά ταυτόχρονα να είναι ικανοποιημένοι και στο ΔΗΚΟ και στην ΕΔΕΚ, είναι κάτι που μόνο ο Νίκος Χριστοδουλίδης μπορεί να το καταφέρει. Είναι κι αυτό μια τέχνη, μάλλον. Το πρόβλημα είναι αν το ζητούμενο είναι να ικανοποιούνται τα κόμματα ή το λεγόμενο εσωτερικό μέτωπο ή αν, επιτέλους, πρέπει να χαραχθεί μια πολιτική, η οποία θα αντιμετωπίζει τον τουρκικό φασισμό και δεν θα βασίζεται ούτε στις προσδοκίες ακραίων ονειροπαρμένων, ούτε στις αδιαλλαξίες ακραίων εθνικιστών.
Πάντως, βασίζεται τώρα η πολιτική μας στο τι είπε ο Πρόεδρος στα Ηνωμένα Έθνη και όχι στο τι είπε ο Ερντογάν. Που σημαίνει ότι κάνουν πολιτική τα κόμματα και οι φωστήρες του τόπου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τι λέει η άλλη πλευρά. Λες και αν συνεχίσουν επ΄ άπειρον ο Πρόεδρος και τα κόμματα να μιλούν για τις διαπραγματεύσεις, που θα αρχίσουν από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντάνα, θα πεισθεί ο Ερντογάν και ο Τατάρ και οι γκρίζοι λύκοι τους να κάτσουν στο τραπέζι. Χωρίς άλλη προσπάθεια, χωρίς πολιτική, χωρίς δραστική διπλωματία.
Του έκαναν, για παράδειγμα, άγριες επιθέσεις του Χριστοδουλίδη, ο ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ και οι περιώνυμοι αναλυτές του λεγόμενου «ενδοτικού μετώπου», διότι τόλμησε να επιδιώξει την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι για τίποτε άλλο, μα για να βρεθεί τρόπος να πιεστεί η Άγκυρα να κάτσει στο τραπέζι. Τώρα τον χειροκροτούν γιατί είπε στον Ερντογάν «ας συνεργαστούμε καθοδηγούμενοι από ένα όραμα ειρήνης». Αυτό τους ικανοποιεί. Τα ευχολόγια και τα παχιά λόγια, τίποτε άλλο. Κι ας μην έχουν αποτέλεσμα χρόνια και χρόνια.
Γι΄ αυτό, άλλωστε και πανηγυρίζουν τώρα διάφοροι, ακόμα και αυτοί που τον θεωρούν Πρόεδρο του «απορριπτικού μετώπου», διότι ανακάλυψαν ότι έκανε κίνηση ματ ο Χριστοδουλίδης κι έκατσε στη Γενική Συνέλευση να ακούσει και την ομιλία του Ερντογάν, «για πρώτη φορά», λένε, αντί να αποχωρήσει όπως κάνουν οι Τούρκοι όταν μιλά ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κι όπως έκαναν οι δικοί μας τα προηγούμενα χρόνια. Ενώ, την αλλαγή αυτή την έκανε πρώτος ο Νίκος Αναστασιάδης από το 2018.
«Είναι τουλάχιστον η πέμπτη χρονιά, που γίνεται τούτο και δεν υπήρξε θέμα συζήτησης», έγραφε προχτές ο Κώστας Βενιζέλος. Υπάρχει θέμα συζήτησης, όμως. Διότι είναι όλοι απερίσκεπτοι κι επιφανειακοί. Και, ανίκανοι προπάντων. Να μην κουράζονται. Να μην αναζητήσουν τις πολιτικές που θα αναγκάσουν τον Ερντογάν να δείξει την ελάχιστη διαλλακτικότητα. Σήκωσαν τα χέρια, αυτή είναι η αλήθεια. Και οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση, οτιδήποτε μπορεί να δείξει κι έναν άλλο δρόμο, τους φαίνεται αχρείαστο ή και εθνικιστικό, ψευδοπατριωτικό, απορριπτικό.
«Η επιμονή μας στο συμφωνημένο πλαίσιο λύσης και στα όσα είχαν συμφωνηθεί στο Κρανς Μοντανά, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να στρέψουμε την πίεση της διεθνούς κοινότητας προς την Τουρκία», έλεγε η ανακοίνωση του ΔΗΣΥ.
«Θα έπρεπε να υπάρχει στην ομιλία ρητή αναφορά στο Πλαίσιο Γκουτέρες, που είναι κομβικής σημασίας», έλεγε η ανακοίνωση του ΑΚΕΛ. Υπάρχει πλέον καμιά προοπτική σε αυτές τις θεωρίες όταν από το 2017 επαναλαμβάνονται μέρα παρά μέρα χωρίς κανένα αποτέλεσμα; Αλλά, είπαμε. Αν είναι για να ικανοποιούμαστε μεταξύ μας, εντάξει, ας συνεχίσουμε.