Με ενοχλεί πολύ η τυποποιημένη δήλωση «θεώρησα καθήκον μου η πρώτη επίσκεψή μου να είναι στην Κύπρο». Την είπε επισκεπτόμενος το νησί ο νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανος Κασσελάκης.

Το λένε σχεδόν όλα τα θεσμικά, πολιτειακά πρόσωπα που έρχονται από την Αθήνα στη Λευκωσία.
Ιδιαιτέρως με απωθεί το γεγονός ότι το λένε! Υπογραμμίζοντας, όπως ο Κασσελάκης, ότι το θεωρούν καθήκον τους. Κάτι που, εάν μελετά κάποιος την πολιτική διάλεκτο, ισοδυναμεί με έμμεση (αλλά απολύτως συνειδητή) «προτροπή» προς έπαινο.

Εξίσου, αν όχι και περισσότερο, με ενοχλεί που υπάρχει μια βολική ασάφεια γύρω από την έννοια του καθήκοντος. Στα δικά μου αυτιά, στα δικά μου πιστεύω, το «καθήκον» δικαιώνεται στην πράξη. Και, σίγουρα, δεν μένει μόνο στον έπαινο, ή και στη βεβαιότητα ότι, όπως θα έλεγε και ένας γονιός, «εγώ παιδί μου, θα είμαι πάντα μαζί σου».

Όχι! Για μένα ο καλύτερος γονιός, δάσκαλος ή φίλος, είναι εκείνος που θα σου υποδεικνύει και τα λάθη σου και θα σε βοηθήσει, αν το θέλεις, να τα διορθώσεις κιόλας.

Αυτό ναι, το ονομάζω καθήκον. Και δεν διατυμπανίζεται. Ούτε και προαναγγέλλεται.
Σίγουρα, θα σου στέκεται στα δύσκολα. Όχι, όμως, στα όποια στραβοπατήματά σου. Αυτό το κάνουν οι γονείς που κατά κανόνα χαλάνε τα παιδιά τους.
Παραθέτω και μιαν άλλη άποψη –τροφή για σκέψη– από τον πολιτικό επιστήμονα, αρθρογράφο και συγγραφέα, Λευτέρη Κουσούλη, που δεν μασά ποτέ τα λόγια του, για την επίσκεψη Κασσελάκη στο Twitter:

«Ο νέος επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ επανέλαβε στην Κύπρο τα γνωστά στερεότυπα. Το Κυπριακό είναι μια υπόθεση που έχει χαθεί. Κανείς δεν έχει το θάρρος της αποδοχής της πραγματικότητας. Μόνο η αλήθεια δυναμώνει τους λαούς και μόνο η αλήθεια τους κρατάει ελεύθερους».

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΑ. Άσχετο με τα προηγούμενα. Πολλοί εδώ στην Ελλάδα χαρακτηρίζουν τον Κασσελάκη, Mr Bean. Προσβάλουν τον μέγα Ρόουαν Άτκινσον με αυτήν την σύγκριση. Επίσης, είναι ενοχλητικό που μερικοί αποκαλούν τον νέο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Καραγκιόζη. Μακάρι να ’ταν. Θα είχε λαϊκή σοφία και μπέσα!

IN MEMORIAM: Έφυγε χθες από τη ζωή, σε ηλικία 78 ετών, ο πρώην μπασκετμπολίστας και, κυρίως, μεγάλος προπονητής Γιάννης Ιωαννίδης (φωτό). Πέρασε από πολλές ομάδες, αλλά τη γερή σφραγίδα του ως προπονητής την έβαλε στον θρυλικό Άρη Θεσσαλονίκης, επί Νίκου Γκάλη. Όποτε τον ρωτούσαν για τον παίκτη αυτόν, έδινε την ίδια, πάντα, τυποποιημένη απάντηση: «Όποιος αγαπάει ή και υπηρετεί το μπάσκετ, πρέπει να καταβάλει κάθε χρόνο Γκαλόσημο!». Κι ας είχαν οι δυο τους τις κόντρες τους. Ήταν οξύθυμος και ενίοτε τραχύς ο Ιωαννίδης.

Τον παράσερνε το πάθος του για το άθλημα, αλλά δεν κρατούσε ποτέ κακία. Ένα άλλο «στοιχείο» του που λίγοι γνωρίζουν, ήταν και η λατρεία του για την τέχνη. Διέθετε αρκετούς αυθεντικούς πίνακες, κυρίως, Ελλήνων ζωγράφων. Και πολλές φορές πήγαινε σε δημοπρασίες των Sotheby’s και αγόραζε ότι του άρεσε, και ό,τι άντεχε η τσέπη του. Δεν μιλούσε όμως ποτέ για αυτό. «Όσοι επιδεικνύουν την αγάπη τους για την τέχνη, δεν την αγαπούν», μου είπε σε μια συνέντευξη που του πήρα κάποτε για την «Ελευθεροτυπία». Στην πολιτική, υπήρξε βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας από το 2004 μέχρι το 2015 και διετέλεσε υφυπουργός Πολιτισμού στη δεύτερη κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή και υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού στη κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά, που τον συμπαθούσε ιδιαιτέρως και έλεγε για τον προπονητή «τέτοιους ανθρώπους θέλω εγώ». Αυτός ο «ξανθός άγγελος», λοιπόν, που κάποτε μεταμορφωνόταν και σε «ξανθό δαίμονα», χωρίς όμως κακίες, έφυγε ταλαιπωρημένος από την υγεία τα τελευταία χρόνια, δίνοντας τη δική του μάχη κατά της άνοιας.