Παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή τα όσα γίνονται, μπροστά και πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας, τις τελευταίες δύο εβδομάδες σχετικά με τη διαφωνία μεταξύ ΟΚΥπΥ και συντεχνιών.
Υπενθυμίζω ότι όταν στις αρχικές διαβουλεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών, ο ΟΚΥπΥ είχε βάλει χέρι και στην ΑΤΑ των εργαζομένων με συμβόλαια του οργανισμού, είχα τοποθετηθεί ξεκάθαρα και με έντονο ύφος υπέρ των συντεχνιών.
Αυτή τη στιγμή, νιώθω ότι πρέπει να υπενθυμίσω και κάποια άλλα πράγματα. Η ίδρυση του ΟΚΥπΥ δεν ήταν μια απόφαση που λήφθηκε χωρίς προβλήματα και με τη σύμφωνο γνώμη όλων. Αντιθέτως. Η απόφαση λήφθηκε μετά από παζάρεμα της τότε Κυβέρνησης με κόμματα της αντιπολίτευσης και συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση Αναστασιάδη η οποία προωθούσε πολυασφαλιστικό ΓεΣΥ υποχώρησε (μετά και από την επιμονή του τότε υπουργού Υγείας) στην εφαρμογή μονοασφαλιστικού συστήματος με παράλληλη υποχώρηση κάποιων κομμάτων για ίδρυση ημικρατικού οργανισμού για τα δημόσια νοσηλευτήρια και μεταφορά των νοσοκομείων από το υπουργείο Υγείας (κράτος), στον οργανισμό αυτό.
Παζάρεμα ακολούθησε και κατά την κατ’ άρθρο συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Για αυτό και κάτω από την πρόνοια που προέβλεπε την σύναψη προσωπικών συμβολαίων για τους νέους εργαζόμενους στον οργανισμό, προστέθηκε και πρόνοια για συνομολόγηση συλλογικής σύμβασης.
Στη νομοθεσία του ΟΚΥπΥ ενσωματώθηκαν και οι όροι των προσωπικών συμβολαίων οι οποίοι και σαφώς δεν είναι οι ίδιοι με τους όρους εργοδότησης στη δημόσια υπηρεσία.
Ως εκ τούτου, από τότε ήταν γνωστό και αποφασισμένο ότι θα υπήρχαν «εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων». Επιπρόσθετα όσοι υπογράφουν από τότε συμβόλαιο με τον οργανισμό, γνωρίζουν τους όρους εργασίας τους και γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι συνάδελφοι τους παραμένουν δημόσιοι υπάλληλοι και εργάζονται με διαφορετικούς όρους.
Την περασμένη εβδομάδα, κάποιοι εκπρόσωποι συντεχνιών έθεσαν δημόσια θέμα επιστροφής των κρατικών νοσοκομείων στο υπουργείο Υγείας και κατάργηση του ΟΚΥπΥ. Να διαλύσουμε δηλαδή ότι χτίσαμε στο πλαίσιο της ευρύτερης μεταρρύθμισης στον τομέα της Υγείας, περιλαμβανομένου του ΓεΣΥ, για να είναι όλοι οι εργαζόμενοι στα κρατικά νοσοκομεία δημόσιοι υπάλληλοι με όλα τα συνεπαγόμενα.
Ακούσαμε και εκπροσώπους των γιατρών να δηλώνουν ότι εδώ και τέσσερα χρόνια γιατροί (με συμβόλαια του ΟΚΥπΥ) δεν έχουν πάρει ούτε μια αύξηση. Λάθος του ΟΚΥπΥ που δεν έδωσε αυξήσεις. Ο νόμος και τα συμβόλαια προνοούν αυξήσεις ανά τριετία. Από την άλλη όμως πρέπει να θυμίσουμε ότι όλοι οι γιατροί στα κρατικά νοσοκομεία, περιλαμβανομένων των γιατρών με συμβόλαια, πέραν από τον μισθό τους (ο μισθός εισδοχής είναι ίδιος με τον μισθό εισδοχής των γιατρών στη δημόσια υπηρεσία), παίρνουν κάθε μήνα €1800 οικονομικό κίνητρο (δόθηκε εξαιτίας της μαζικής φυγής γιατρών από το δημόσιο μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ), λαμβάνουν επίσης, ποσοστό 20% επί των εσόδων του ΟΚΥπΥ από τον ΟΑΥ, για κάθε χειρουργική ή άλλη επέμβαση που διενεργούν σε απογευματινή εργασία, λαμβάνουν επιπρόσθετο σταθερό ποσό για την υπηρεσία τους σε απογευματινά εξωτερικά ιατρεία, συν τις υπερωρίες και εφημερίες τους. Γιατροί με συμβόλαια του ΟΚΥπΥ φθάνουν μέχρι και τις €130.000 – €140.000 ετησίως. Δεν λέμε ότι δεν αξίζουν αυτά τα χρήματα. Πρώτον δεν είναι να τους κλαίμε επειδή δεν πήραν ετήσια αύξηση €1000 περίπου. Δεύτερο με την οριζόντια παραχώρηση μισθών και ωφελημάτων και με τους όρους της δημόσιας υπηρεσίας όλοι θα λαμβάνουν την ίδια αύξηση, είτε την αξίζουν, είτε όχι.
Για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους, δεν το συζητάμε, το ότι δεν πήραν αυξήσεις, είναι όντως απαράδεχτο.
Επειδή όμως υπάρχει ο κίνδυνος μιας και πάλι πλησιάζουμε σε προεκλογική περίοδο να ανοίξουμε ξανά τα ταμεία λαμβάνοντας πολιτικές αποφάσεις, η ευθύνη για την κατάληξη βαραίνει και την Κυβέρνηση.
Ο ΟΚΥπΥ σχεδιάζει πρόταση για κλιμακωτές αυξήσεις ώστε να επωφελούνται περισσότερο οι χαμηλόμισθοι. Ας βρουν μια μέση λύση. Όσο για τα υπόλοιπα ωφελήματα της δημόσιας υπηρεσίας, νομίζω ότι κάπου εκεί χάνουμε το νόημα της μεταρρύθμισης.