Θυμάμαι κάτι που είχε γράψει ο συγγραφέας Νίκος Δήμου, το μακρινό 2012, απευθυνόμενος προς τον Αλέξη Τσίπρα –  τρία χρόνια πριν αυτός γίνει πρωθυπουργός. «…Πρέπει να ομολογήσω πως αυτή τη στιγμή είστε ο MVP του ελληνικού πολιτικού παιχνιδιού. Ουσιαστικά, παίζετε χωρίς αντίπαλο. Οι ανταγωνιστές σας είναι φθαρμένοι, γερασμένοι, απωθητικοί – μέχρι και γελοίοι. Οι του δικομματισμού δεν έχουν ίχνος αξιοπιστίας και κύρους, οι νεότεροι εξτρεμίζουν, ο συμπαθής Φώτης παραμένει βαρετός και φλου, ενώ η Αλέκα δεν ακούγεται καν μέσα από τη φορμόλη. Το να παίζεις μόνος και να νιώθεις κυρίαρχος του παιχνιδιού είναι ένα συναίσθημα συναρπαστικό, αλλά και επικίνδυνο. Σου δίνει αυτοπεποίθηση, σε μεθάει, αλλά αυτή η μέθη μπορεί να σε παρασύρει. Η θέση σου είναι δύσκολη και ευάλωτη. Όταν σε φωτίζουν όλοι οι προβολείς, δεν έχεις περιθώρια λάθους. Μία ή δύο λανθασμένες κινήσεις και γκρεμίζεσαι γρήγορα – και από ψηλά. Μέχρι στιγμής χρησιμοποιείτε τη γοητεία σας για να πουλάτε ανέφικτες υποσχέσεις (ευρώ χωρίς μνημόνιο, κατάργηση της λιτότητας, και μάλιστα πανευρωπαϊκά, κ.λπ.). Παραμένετε άρα ένας χαρισματικός δημαγωγός. Θα μπορούσατε να εξελιχθείτε σε υπεύθυνο ηγέτη;».

Το μετέπειτα είναι καλά γνωστό και καταγεγραμμένο. Μέχρι κι εμείς εδώ, είχαμε χωριστοί. Οιτα βαΐα των φοινίκων, τά τῆς νίκης σύμβολα φέροντες και οι άλλοι, οι επονομαζόμενοι και «γερμανοτσολιάδες». Η παραζάλη, βλέπετε, από τους ήχους των νταουλιών που θα έσυρναν τις αγορές σε ρυθμό 3/4, η μέθη των τσαμπουκαλεμένων εγώ και των σηκωμένων γιακάδων, η υστερία της «εθνικής αξιοπρέπειας», του σκισίματος των μνημονίων μ’ ένα νόμο κι ένα άρθρο, των τραγελαφικών πρωτοσέλιδων –«Τρέμουν οι τοκογλύφοι τον νέο μεγάλο ηγέτη της Ευρώπης»του ανελέητου «σφυροκοπήματος» των κλεφταράδων της υφηλίου με τις… μετονομασίες – πλέον δεν θα τους λέγαμε Τρόικα, αλλά θεσμούς και το μνημόνιο δεν θα το λέγαμε μνημόνιο, αλλά «γέφυρα» και «πρόγραμμα»-  των «εξεταστικών επιτροπών», της «επονείδιστης», του Κα(μ)μένου συνεταίρου που μπόλιαζε  με εθνικοκοσιαλιστικούς ρυθμούς τον χορό, τα «θα κατάσχουμε το Ίδρυμα Γκαίτε»…

Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον, από το Καλοκαίρι, το καλογυαλισμένο φαινόμενο που ακούει στο όνομα Στέφανος Κασσελάκης, που κατέβηκε από τας αμέρικας, με θολό βιογραφικό, καλοζωισμένος και εύρωστος –το τελευταίο, από τότε που έγινε εφοπλιστής, αφού πρώτα σιχάθηκε το κεφάλαιο δουλεύοντας για την Goldman Sachs- προκειμένου «να προσφέρει ό,τι μπορεί για μια πιο δίκαιη κοινωνία στην Ελλάδα». Παρατηρώ τον τρόπο που κινείται, αυτά που λέει, το πώς τα λέει… Πέρα από το φανταχτερό αμπαλάζ, δεν εντοπίζω μεγάλες διαφορές από το παρελθόν κι όσα θεωρώ ότι εκπροσωπούσε ο ΣΥΡΙΖΑ -ως φαινόμενο κι αυτός- δηλαδή τον λαϊκισμό, τη δημαγωγία, τον τυχοδιωκτισμό, το θράσος, την περιφρόνηση σε θεσμούς και θέσμια… Γι’ αυτό και απορώ με εκείνους που δηλώνουν έκπληκτοι, που δυσκολεύονται, λένε,να καταλάβουν πώς γίνεται ένας ουρανοκατέβατος, που δεν έμενε στη χώρα, δεν είχε ανάμειξη στα κοινά, ούτε σχέση είχε με το κόμμα… να κατεβαίνει υποψήφιος, να τον ραίνουν οι ψηφοφόροι του κόμματος με βάγια και τελικά να εκλέγεται πρόεδρός του. Μα έκπληκτοι; Σοβαρά τώρα; Όμως, με πολύ περισσότερο ενδιαφέρον παρακολουθώ τις τελευταίες εσωκομματικές αναταράξεις. Που μπορεί να φαίνονται ολίγον διασκεδαστικές στους απέξω, αθώες όμως δεν είναι. Ούτε αυτοί που σκαρφίστηκαν αυτό το παιχνίδι, είναι αθώοι. Της χρησιμοποίησης του Κασσελάκη για τη διατήρηση του μπραντ με όσα καλούδια κουβαλά ο «αέρας» του μαγαζιού (έδρες, χρηματοδότηση, προβολή, μηχανισμό), του εσωτερικού ξεκαθαρίσματος από τους (όπως θα έλεγε ο Νίκος Δήμου) «φθαρμένους, γερασμένους, απωθητικούς, τους βαρετούς μέσα στη φορμώλη», προκειμένου να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, πλέον σε ιλουστρασιόν βερσιόν και με γραβάτα, το νέου τύπου τραμπικό, «αντισυστημικό» κόμμα, της επόμενης μέρας στην Ελλάδα…