Για κάποιο λόγο, η λέξη «σκορποχώρι» πάντα με οδηγούσε σε ό,τι κακό έχει ο τόπος μας. Ο οποίος με όλες τις ομορφιές και τα χαρίσματά του, υπάρχει μέσα σε μια συνθήκη όπου, ακόμα και τα κουσούρια του καταφέρνει ή προσπαθεί, συνήθως πολύ άτσαλα, να παρουσιάζει ως παραστρατημένα προτερήματα. Κάποτε, μου άρεσε αυτό. Το έβρισκα έως και γουστόζικο. Πλέον με συντρίβει και με απωθεί.
Ασφαλώς και όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό στο κόμμα που πλέον έγινε απόκομμα, χαρακτηρίζουν το «σκόρπιο» και το «όπου νάναι». Έχω την αίσθηση όμως, ίσως και τον φόβο, ότι είναι πιο γενικό το φαινόμενο. Δείτε το απ’ όλες τις διαστάσεις
Αυτές τις μέρες, που πραγματικά ο γύρω κόσμος μας πραγματικά καίγεται, εμείς καταγινόμαστε με μια εκδοχή ενός κόμματος που κυβέρνησε τον τόπο, και είναι σαν να συνέβη αυτό μέσα σε ένα όνειρο κακό.
Ο Στέφανος Κασσελάκης δεν είναι παρά μια καρικατούρα που βρήκε την ευκαιρία και το κατάλληλο έδαφος για να εμφανιστεί από το πουθενά. Μου θυμίζει τον Διακαιόπολι στους Αχαρνής (έτσι γράφεται κανονικά!) του Αριστοφάνη, αλλά με την εκδοχή με την οποία τον έντυσε μουσικά και στιχουργικά ο μέγας Διονύσης Σαββόπουλος.
«Ο Δικαιόπολις μιλάει έτσι επειδή είναι ντυμένος τον καραγκιόζ μπερντέ, τα κουρέλια που γύρευε. Και συγκινείται ο χορός. Γιατί είναι ο δικός τους ο μπερντές που κρατάει ακόμα τη λίγη λάμψη απ’ την παλιά, μεγάλη και επιβλητική ζωγραφιά. Μην έχουμε λοιπόν καμιά παρεξήγηση. Ο Δικαιόπολις δεν είναι αντιπολεμική καρικατούρα και ειρήνη και αφοπλισμός και τέτοια. Αλλά τότε τι είναι ο Δικαιόπολις; Σε τι θεό πιστεύει τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος και κάνει το κορόιδο… μαύρη κοροϊδία δηλαδή, με το κεφάλι πάνω στον πάγκο του χασάπη. Ναι, σε τι πιστεύει; Δεν ξέρω».
Εδώ, λέει ο Νιόνιος, ο μουσικός σηκώνει τα χέρια. Το μόνο που θέλει ο μουσικός είναι το έργο. Συγχωρείστε τον για την αδυναμία του. Αλλά τότε ας μας πει ο ίδιος ο Δικαιόπολις. Αλλά δε μας ακούει. Ετοιμάζεται για την γιορτή. Εκεί όπου οι άνθρωποι δεν καθορίζονται απ’ τα συμφέροντα, δηλαδή απ’ την ανάγκη. Και καταφτάνουν γενναιόδωροι και ξεχειλίζουν τα κρασιά, κι αρχίζει το έργο. Βαράτε τα όργανα! Βάλτε φωτιά στα τόπια!
«Ο Δικαιόπολις μαγειρεύει. Παίρνει το ματωμένο κρέας και το κάνει τροφή για τη γιορτή. Αυθεντικός, σαν έργο του δημιουργού του, να μην τον φθείρει η ιστορία. Ηθοποιός, να μην τον παρασύρει το κοινό και οι ατζέντηδες. Και είρωνας, είρωνας, με το ματάκι παιχνιδιάρικο και με το κεφαλάκι πάνω στον πάγκο του χασάπη.»
Ωραία η περιγραφή, κύριε Σαββόπουλε, αλλά πού καταλήγει; Προς τι όλ’ αυτά που βλέπουμε και ακούμε, στην δικιά μας Αριστοφανική Κασσελακιάδα;
«Έξω απ’ αυτή τη διαδικασία προς τον εορτασμό, όλα γίνονται για λόγους ανύπαρκτους. Καλά λέει ο Δικαιόπολις, για τρεις πουτάνες».
Ωχ! Εξεγείρονται οι σύνεδροι. «Βρε τσόγλανε! τα θέλεις και τα λες ή σου ξεφεύγουν; και δεν κοιτάς τα χάλια σου, μόνο μας κοροϊδεύεις;
«Κι όμως όσα είπε ήταν η αλήθεια», απαντά ο δικός μας Διονύσης. «Ούτ’ ένα ψέμα δε μας είπε το παιδί. Κι όποιος τον βρίσει θα μείνει τιμωρία κι απ’ την ορχήστρα τούτη σώος δε θα βγει. Λαϊκή επιταγή ακούω τώρα, και πρέπει να κατέβω για να πάω να κάνω φασαρία. Τη γοργόνα ποιος την ξύπνησε απ’ την ασπίδα; Ο στρατηγός Λάμαχος. Μπλαμπλα δημοκρατία. Μπλαμπλα, με εκλέξανε. Όμως ο χορός έχει πια, δηλαδή, εντελώς μεταστραφεί υπέρ του Δικαιόπολι και ο Λάμαχος προκειμένου να εξευτελιστεί εντελώς, αποχωρεί ψωροπερήφανα μ’ ένα ταρατατζούμ ενώ ο Δικαιόπολις πάει παραδίπλα και ανοίγει το μαγαζί των ονείρων του. Εδώδιμα αποικιακά! Μπακάλικο!»
Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ!